Λογοτεχνείο, αρ. 73

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο άγιος ζιγκολό, εκδ. Αστάρτη, 2005, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 187 (Pascal Bruckner, L’ amour du prochain, 2004)

Πάντα μου ονειρευόμουν να αλαφρύνω, τόσο πολύ φοβόμουν μην πνιγώ κάτω από το βάρος των όντων, των πραγμάτων. Βλέποντας τους γονείς μου να συσσωρεύουν χρόνο με τον χρόνο έπιπλα και μικροαντικείμενα, και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου να φεύγουν για διακοπές με εφτά ή οχτώ βαλίτσες τη μια πλάι στην άλλη, ένοιωθα εξουθενωμένος. Δεν υπάρχει παρά μονάχα ένα έγκυρο επιχείρημα ενάντια στην αρχή της ιδιοκτησίας: αυτό που κατέχουμε μας κατέχει. Πολύ νωρίς δεν ήθελα πια κανένα φορτίο, λαχταρούσα να γίνω ευέλικτος, υδραργυρικός. Να μη βαραίνω, μα μη με βαραίνει τίποτα, να μη με δεσμεύει τίποτα: έφερα σε πέρας αυτό το πρόγραμμα. Είχα λύσει τα δεσμά που με κρατούσαν ενωμένο με την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την ερωμένη μου, για να αφοσιωθώ στο μοναδικό μου πάθος. Αποτινάζοντας από πάνω μου κάθε αλυσίδα δεν είχα επίσης θυσιάσει και το ουσιώδες;

Στον Σπύρο Καρυδάκη

Λογοτεχνείο, αρ. 64

Yves Bonnefoy, Η Αίγυπτος, Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 50 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1989), μτφ. Θανάσης Χατζόπουλος, σ. 277.

Γι’ άλλη μια φορά στη ζωή μου. Κι είχε συμβεί τόσες φορές! Όταν ήμουν παιδί, στην ηλικία περίπου αυτής της κοπελίτσας. Στην άλλη χώρα, στα βουνά, κι ενώ ο ήλιος ανέβαινε στο βάθος αριστερά, το τραίνο που έβγαινε από δεξιά ανάμεσα απ’ τις πέτρες ορμούσε προς το μέρος μας με το αστραφτερό του μέτωπο, κι έπειτα περνούσε πιτσιλίζοντάς μας με τη σκιά του, που κοβόταν ίσα – ίσα ανάμεσα στα βαγόνια από τα κόμματα, τις τελείες – ή μήπως τις λέξεις; – του φωτός. Όλο το χωριό πήγαινε στο σταθμό νωρίς το πρωί «να δει να περνάει» το τραίνο, γύριζε προς το τέλος του απογεύματος για να χαιρετήσει την επιστροφή του. Η μητέρα μου, η γιαγιά μου, η θεία μου ακολουθούσαν συχνά, στις σχόλες του καλοκαιριού, και μερικές φορές κατεβαίναμε εμείς από το πάνω μέρος του σκαλοπατιού που ακόμα κραδαινόταν, με τις αναρίθμητες αποσκευές των διακοπών. Α, τσαλακωμένος από τη μεγάλη νύχτα στα ξέχειλα βαγόνια και τα κυλικεία των δύο ή τριών σταθμών, ξεχειλίζοντας από ατέλειωτα όνειρα, χτυπώντας τα φτερά σαν την θαμπωμένη κουκουβάγια, πώς ένιωθα ότι είχαν μαζευτεί όλοι εκεί, και οι ζωντανοί και οι νεκροί μαζί!

Στην Δήμητρα Μήττα