Πωλ Μοράν – Ο βιαστικός

Έμαθα πως η ορμή μου είναι μέσα μου, και μόνον μέσα μου, και πως είναι μια θαυμάσια δυνητική δύναμη, που βρίσκεται πάντοτε στη διάθεσή μου.

Ήρωας: Ο Πιερ Νοξ είναι ένας πάρα πολύ βιαστικός άνθρωπος, που ζει με το μάτι καρφωμένο στον καρπό όπου βρίσκεται το ρολόι του. Η ακαριαία δράση είναι το δόγμα του κι η βιασύνη η δεύτερη φύση του. Όταν όλοι βρίσκονται στο σήμερα, αυτός βρίσκεται πάντα στο αύριο. Έχει την αρχή «δύο πράγματα ταυτόχρονα αν είναι δυνατόν» κι εύχεται να τυπώνονταν οι εφημερίδες σε χαρτί υγείας. Του είναι αδύνατο να σταθεί σε μια θέση κι είναι διάσημος μεταξύ των φίλων του για την ταχύτητα με την οποία ξυρίζεται: 2 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα!
Θέλω να αισθάνομαι ότι ορμώ μπροστά με τη θέληση μου, θέλω τρένα του τρόμου, κομμένη ανάσα, κενό στο στομάχι, θέλω να πίνω τη ζωή μονορούφι.

Αναρωτιέται τι νόημα έχει να ταξιδεύει κανείς, όταν περνά τις περισσότερες ώρες σε αίθουσες αναμονής. Πηδάει έξω απ’ το ταξί χωρίς να περιμένει το φρενάρισμα του οδηγού κι εξοργίζεται όταν αργεί να έρθει ο σερβιτόρος. Διαθέτει έναν ολόκληρο μηχανισμό κατά των ανεπιθύμητων επισκέψεων: κρύβει τα καθίσματα, ανοίγει τα παράθυρα να μπει κρύο, βάζει καπέλο και γάντια σαν έτοιμος να φύγει! Μεγαλώνει τα φυτά με χημικούς επιταχυντές ανάπτυξης και μονολογεί: Όταν κοιμάμαι, μου κλέβουν τις ακριβές μου ώρες. Ο ύπνος είναι αδικαιολόγητος.

Και με τις γυναίκες; Μπερδεύει το πρώτο ραντεβού με το τελευταίο, τις καταπίνει «σαν να ‘πινε απ’ το μπουκάλι χωρίς ν’ ακουμπά τα χείλη του», τις καταβροχθίζει χωρίς να τις αφομοιώνει και εξαφανίζεται προτού καν εκείνες προλάβουν να πουν ουφ. Δεν υπάρχει λόγος ένα τρένο του έρωτα να μην είναι εξπρές. Όταν παντρευτεί, βιάζεται να τραβήξει το μωρό από τη μήτρα της συζύγου του.

Αυτό που μας κατατρώει, δεν είναι τόσο η επιβεβλημένη, παρατεταμένη αναμονή, όσο αυτές οι αδιόρατες παύσεις κι αυτές οι αυτοματικές χειρονομίες, που αφήνουν την ημέρα διάτρητη σαν να’ ταν ξαφριστήρι: να μασάς τις τροφές, να ξύνεις το μολύβι, να ψάχνεις ψηλαφιστά τα κουμπιά του ασανσέρ, να βάζεις νερό στο σώμα του καλοριφέρ, να περιμένεις το σκύλο να κάνει τα κακά του, να παρηγορείς μια γυναίκα… (σ. 61-62)

Γοητεία: Ο Μοράν, μετρ της νουβέλας ως λογοτεχνικού είδους, εδώ δεν επιλέγει απλώς ένα πρωτότυπο θέμα αλλά και το βγάζει εις πέρας με απολαυστική γραφή. Από την αρχή μας κάνει να κατασυμπαθήσουμε αυτόν τον «φιλόσοφο του μισού δευτερολέπτου» που μας παίρνει παραμάζωμα στην δονκιχωτική του προσπάθεια να δαμάσει το χρόνο, ελαχιστοποιώντας κάθε χρονοβόρα διαδικασία, σχεδόν εξαφανίζοντας τον εαυτό του για χάρη της συνεχούς κίνησης.

Προσοχή όμως! Δεν περιορίζεται στην απόδοση αυτής της πυρετικής καρικατούρας, αλλά ως πρώιμος μοντερνιστής και κομψότατος στυλίστας της γραφής σμιλεύει ένα – προφανώς – χιλιοδουλεμένο λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, με πλούτο λέξεων, εκφράσεων και ποιητικών εικόνων. Από την άλλη, οικοδομεί ενδιαφέρουσα πλοκή, με τον Νοξ να εργάζεται ως …συλλέκτης αρχαίων αντικειμένων, να αγοράζει ένα ερειπωμένο μοναστήρι με σκοπό την ανακαίνισή του, να εισχωρεί στους κόλπους μιας γυναικοκρατούμενης εστίας, να παντρεύεται μια γυναίκα που του προσφέρει όλες τις απολαύσεις αλλά αδυνατεί μέσα στην μανιώδη του παραφορά να τις ζήσει. Πού θα καταλήξει όλη αυτή η φρενήρης πορεία;

Ύποπτες επιρροές: Ο Μοράν εδώ εμφανίζεται ως πνευματικό τέκνο του Ανρί Μπερξόν και του έργου του Χρόνος και Ελεύθερη Βούληση. Σύμφωνα με τον δαιμόνιο εκείνο νεαρό φιλόσοφο, η εσωτερική ζωή της ανθρώπινης συνείδησης έχει το δικό της ιδιόρρυθμο ρολόι, που καμία σχέση δεν έχει με τον καθιερωμένο μετρητή του καθημερινού ιστορικού χρόνου. Φυσικά ο Μοράν δεν ασπάζεται εδώ πλήρως το μπερξονικό σύστημα (που επηρέασε μεταξύ άλλων την τριάδα Προυστ – Τζόις και Γουλφ) – μάλλον το προσαρμόζει σε μια καθημερινή έκδοση τσέπης και το κάνει συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Αυτή η παραφορά για την οποία είμαι υπερήφανος είναι άραγε η ταχύτητα; Ή μήπως μια μεταμφιεσμένη αργοπορία, ένα μέσο… να αναβάλλω το μεγάλο άλμα που κάθε άνθρωπος οφείλει να κάνει στο άγνωστο; (σ. 98 )

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1888-1976. Γέννημα Παρισίων, διπλωμάτης, κοσμοπολίτης, λάτρης των αυτοκινητιστικών αγώνων και της τζαζ, ταξιδευτής και πάνω απ’ όλα ένας παραγωγικός λογοτέχνης αλλά και μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη μορφή της γαλλικής κουλτούρας (μαζί με τους Σελίν και Ντριέ Λα Ροσέλ).

Γκράφιτι: Η δυστυχία μου είναι πως είμαι ακριβής. Περνώ τη ζωή μου αναμένοντας. // Διαπιστώνω μια ασυμφωνία ανάμεσα στο ρυθμό μου και στο ρυθμό του περιβάλλοντός μου. // Αυτό που μας καθυστερεί τόσο είναι πως κάνουμε μόνο ένα πράγμα τη φορά. // Την ημέρα που η βραδύτητα θα είναι πιο δυνατή από μένα, θα πεθάνω από ασφυξία.

Συντεταγμένες: Paul Morand, L’ homme presse, 1941. Στα ελληνικά: εκδόσεις Ίνδικτος 2005, μετάφραση Ολυμπία Γλυκιώτη, σελ. 260, μαζί με το τετρασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας.

Επίγραμμα: Όλοι εμείς που σήμερα κάνουμε τρία πράγματα ταυτόχρονα και σκεφτόμαστε άλλα τόσα, που δεν γνωρίζουμε άλλο ρυθμό από τον ιλιγγιώδη και άλλη κίνηση από την επιταχυμένη, που μας διακρίνει μια ανυπομονησία για το αύριο χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τίποτα από το σήμερα, που είμαστε μόνο αυτό που κάνουμε, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αντίστοιχους λογοτεχνικούς ήρωες. Υπάρχει ήδη ο ακριβέστατος λογοτεχνικός μας καθρέφτης σε βιβλίο που γράφτηκε όχι χθες αλλά 65 χρόνια πριν! Δεν γνωρίζω αν πρέπει να χαρούμε ή να σοκαριστούμε, αλλά ο Πιερ Νοξ είναι πρόγονός μας, είναι εμείς.

Ποιός ξέρει; Ίσως εκεί ψηλά υπάρχει ανταμοιβή γι’ αυτούς που τόσο ταλανίστηκαν περιμένοντας τους άλλους, ένας παράδεισος όπου τα λεωφορεία φεύγουν και οι γυναίκες φτάνουν στην ώρα τους, όπου τα λόγια χωρούν σε δέκα λέξεις, όπου τα αποτελέσματα και οι αιτίες πηγαίνουν χέρι χέρι… (σ. 44).

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15225

Πιέρ Ασουλίν – Ξενοδοχείο Lutetia

Προσωπικό ημερολόγιο: Ανέκαθεν αναζητούσα ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Που ο χώρος να μην αποτελεί απλώς το απαραίτητο φόντο της πλοκής (όπως π.χ. η αργεντίνικη και η πορτογαλική πανσιόν στα γοητευτικά κατά τα άλλα μυθιστορήματα Η Ροζάουρα μετά τα μεσάνυχτα του Μάρκο Ντενέβι και Ο κήπος δίχως όρια της Λίντια Ζορζ αντίστοιχα), ούτε και το σκηνογραφικό συμπλήρωμα των ιδιόμορφων ιστοριών (όπως στα Hotel New Hampshire του Τζον Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Ίρις της Yogawa Okawa και Ξενοδοχείο πολυτελείας του Κλοντ Σιμόν). Στην ουσία φανταζόμουν ένα κείμενο όπου ο ίδιος ο ξενοδοχειακός χώρος να μεταπλάθεται σε καθοριστικό μυθοπλαστικό παράγοντα: σε έναν άλλο μυθιστορηματικό «ήρωα» (ή μήπως «ηρώο»;).
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Καζαμπλάνκας (1953), γόνος Μαροκινοεβραίου πατρός, τεσσαρακονταετής κάτοικος Παρισιού, δημοσιογράφος των δρόμων και κριτικός λογοτεχνίας [τώρα Monde, Le Nouvel Observateur], ενίοτε βιογράφος και χρονογράφος. Τροφοδότης προσωπικού λογοτεχνικού blog (Le republique des livres). Το 2006 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Θραύσματα Βιογραφιών. Μυθιστοριογράφος, ιστορικός και ερευνητής, ο Ασουλίν είχε έμμονο σχέδιο στο μυαλό του τη μυθοπλαστική αναπαράσταση της ζωής του Lutetia δεν ξέρει κι αυτός πόσο καιρό. Η συλλογή των στοιχείων κράτησε 3 χρόνια και ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωσή του στο προσωπικό του ξενοδοχείου για κάποιες μέρες.
Τοπογραφικό: Αριστερή όχθη Σηκουάνα, το μόνο πολυτελές ξενοδοχείο της, το πρώτο αρ-ντεκό κτίσμα των Παρισίων, ανάμεσα σε ένα πολυκατάστημα και μια φυλακή. Ενδότερα του ξενοδοχείου, διάδρομοι, χoλ, ρεσεψιόν, δωμάτια, τραπεζαρία, τουαλέτες, πόρτες.
Ήρωας: Ο ίδιος ο αφηγητής, υπεύθυνος ασφάλειας του ξενοδοχείου, ένας αγνώστου ηλικίας μοναχικός Αλσατός. Δίγλωσσος και διχασμένος στο πολιτιστικό του γερμανογαλλικό δίπολο, ψυχρά τρυφερός ή το αντίστροφο, τηρεί προσωπικούς φακέλους για τους «πελάτες» και εμβαθύνει σε χαρακτήρες και ενέργειες άλλων. Από το μόνιμο ορθοστατικό του φυλάκιο, ψυχαναλύει και φιλοσοφεί, αναρωτιέται και βασανίζεται από τα ίδια διλήμματα με τους παρατηρούμενούς του. Τα θραύσματα των ιστοριών που ακούει τυχαία ή μη, ολοκληρώνονται σε ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Τα παρατημένα βιβλία των πελατών συγκροτούν την προσωπική του βιβλιοθήκη. Όποτε μιλάει για ξενοδοχείο είναι σαν να αναφέρεται σε κανονική πόλη. Το ξενοδοχείο δεν καθορίζει απλώς την ταυτότητά του: γίνεται η ίδια του η πατρίδα, με όλα τα επακόλουθα.
Πλοκή: Πλεγμένη σε τρία κεφάλαια: Ο κόσμος πριν, Στο μεταξύ, Η ζωή μετά. Τρεις φάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικές λειτουργίες του κτιρίου, διαφορετικά στάδια ωριμότητας του ήρωα. Η μικρογραφημένη κοινωνία που περιφέρεται στα σαλόνια, τις σκάλες και τα δωμάτια ζει καθημερινότητες και πολεμικές συρράξεις, υποδέχεται χώρες και συνήθειες, δημιουργεί ή συμμετέχει σε μάχες. Οι πόλεμοι είναι κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, οι διαμάχες στρατιωτικές, ή πολιτισμικές, οι κατακτήσεις καλλιτεχνικές ή ερωτικές. Και ποιοι είναι οι «μαχόμενοι»; Υπαρκτοί και μη, συγγραφείς, επιστήμονες, περαστικοί, κοσμοπολίτες, εκκεντρικοί, τυχαίοι, καλλιεργημένοι, τυχοδιώκτες, κατακτητές. Το προσωπικό του ξενοδοχείου. Πρόσωπα φανταστικά και πρόσωπα πραγματικά: Ματίς, Τζέιμς Τζόις, Τόμας Μαν, Μπλεζ Σαντράρ, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, Χάινριχ Μαν, Βίλι Μπραντ, Αλμπέρ Κοέν. Άνθρωποι που εμφανίζονται με τα αληθινά τους ονόματα και μιλούν με τα δικά τους λόγια όπως καταγράφηκαν σε πάσης φύσεως πηγές (βλ. τρισέλιδη βιβλιογραφία στο τέλος).
Γοητεία: Το πρώτο γοητευτικό εύρημα εδώ είναι η πραγματική ιστορία ενός χώρου, όπως είναι ένα ξενοδοχείο. Ένα σκηνικό ανέκαθεν σαγηνευτικό, τόσο για όσους αγαπούν τα ταξίδια (των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο) όσο και ως έννοια ενός (μετα)κινούμενου δωματίου μας σε ένα άλλο μέρος. Το ξενοδοχείο Lutetia μπορεί να αποτελεί τόπο αναψυχής, στάδιο γνωριμιών, χώρο διαβίωσης και συμβίωσης, γήπεδο κοσμοπολιτισμού. Μόνο που αυτά ισχύουν στην πρώτη του φάση, εφόσον στη συνέχεια αποκτά πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας: στρατηγείο κατακτητών, θέατρο φόβου, εφιαλτικός κόσμος. Στο τρίτο μέρος, ο ίδιος χώρος γίνεται μνημείο θλίψης, τόπος μιασμένος, κτίριο-«μαρτύριο» (με την παλαιά έννοια του όρου): χώρος υποδοχής εκείνων που έρχονται από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Ιστορία μπορεί να συμβαίνει και σε έναν περίκλειστο κόσμο. Το δεύτερο εξίσου ισχυρό μυθοπλαστικό επίπεδο αφορά την ίδια την πλεύση της συνείδησης του αφηγητή μέσα σε όλον αυτόν τον ωκεανό, που κάποια στιγμή σταματά να είναι απλώς συνειδησιακός καταγραφέας και κολυμπάει κι αυτός στα κύματα δικών του οικογενειακών και ερωτικών πενθών. Μόνο που η καταγωγή μας μπορεί να καθορίσει όχι απλά την εικόνα μας στους άλλους, αλλά και την ίδια την ζωή μας, ερήμην μας. Και ακόμη, φτάνει κάποτε η στιγμή που έννοιες όπως προσαρμοστικότητα, συμβιβασμός, συνενοχή, προδοσία, επιβίωση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια φτάνουν κοντά, πολύ κοντά. «Μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει κανείς χωρίς να προδώσει τη συνείδησή του»;
Γραφιστικά:  Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή περιγραφικών και φιλοσοφικών προτάσεων, ελκυστικότατη γραφή, συνεχής ανάπτυξη πλοκής, απολαυστικές λεπτομέρειες. Ο ευγενής μετρ της βιβλιοκριτικής Μπερνάρ Πιβό (που ως γνωστόν δεν μασάει τα λόγια του και σφάζει με το βαμβάκιον) υποκλίνεται στο δημιούργημα και δηλώνει αδυναμία να το κατατάξει. Η γνωστή οροθεσία μεταξύ καθαρής λογοτεχνίας και ιστορικής αφήγησης εδώ όχι απλά δεν μπερδεύεται αλλά σχεδόν εξαφανίζεται. Πότε ένα βιβλίο αποτελεί συναρπαστικό ντοκουμέντο και πότε γοητευτική μυθοπλασία; Τι αναλογία μεταξύ πραγματικών και φανταστικών προσώπων πρέπει να υπάρχει ώστε να καταταχτεί στο ένα, στο άλλο ή σε τρίτο είδος;
Απόσπασμα: Πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου· δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα… Ακόμα και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα…Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα….Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα…Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι. (σ. 119-120).
Γίνεται συχνά λόγος για το πνεύμα ενός χώρου. Αγνοώ πού κρύβεται, παρόλο που πέρασα καμιά δεκαριά χρόνια προσπαθώντας να αφουγκραστώ την ανάσα του. Επειδή όμως είμαι σάρκα εκ της σαρκός του Ξενοδοχείου, ίσως γνωρίζω την ψυχή του. Μολονότι χρειάζεται κάποια τρέλα για να είναι κανείς τόσο εξαρτημένος από το χώρο όπου ζει. Μια μέρα θα αποσυρθώ κάπου στη Γαλλία. Φαίνεται πως όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο πιο επαρχιώτης γίνεται. Τι σημασία έχει όμως αφού απομακρυνόμαστε από την κοσμική ζωή με την ψευδαίσθηση πως πηγαίνουμε κάπου για να ζήσουμε όμορφα, ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουμε έναν τόπο για να πεθάνουμε όμορφα. Μακάριοι όσοι βρίσκουν τον τόπο για να τελειώσουν και να αρχίσουν! Όσοι δεν πεθαίνουν πολύ μακριά από εκεί όπου γεννήθηκαν. Δεν θα αφήσω τίποτα σε κανέναν, εκτός από ένα χνάρι στη μνήμη της Ν., και μερικά χνάρια πιο εφήμερα, αντιληπτά μόνο από τα μάτια που θα καταφέρουν να τα δουν. (σ. 415)
Συντεταγμένες: Pierre Assouline – Lutetia, 2005. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2006. Μτφ.: Σπύρος Παντελάκης.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες, μια εξωτερικη και εσωτερικη όψη του ξενοδοχείου.