Jean Echenoz – Αστραπές

EchenozΦωτοβόλος νους, αδικημένη διάνοια

Ο ήλιος καίει στο Κολοράντο, όπου εκδηλώνονται συχνά και σφοδρότατες καταιγίδες που, μια φορά, έφτασαν να παραγάγουν μέχρι και έξι χιλιάδες αστραπές την ώρα: ιδεώδης τόπος για έρευνα, μια χαρά πεδίο για τις δουλειές του Γκρέγκορ, ο οποίος, τύπος υπέρ – ακουστικός, εκτός αν είναι μυθομανής (πάντα το ίδιο πρόβλημα με αυτόν τον άνθρωπο), διατείνεται ότι ακούει τον κεραυνό σε απόσταση χιλίων χιλιομέτρων, όταν οι βοηθοί του τρομάζουν να τον πάρουν είδηση στα διακόσια. Η τοποθεσία που του έχουν ορίσει στο βουνό, ανταποκρίνεται εν πάση περιπτώσει στην τάση του προς το μυστήριο και την κρυψίνοια: περιβάλλεται από βοσκοτόπια όπου γυροφέρνουν κάτι ατάραχα άλογα, το δε πλησιέστερο οίκημα είναι ένα ίδρυμα για κωφαλάλους. Αφού επιθεωρήσει τη θέα, τα διάφορα ζώα και τα τοπικά πουλιά, ο Γκρέγκορ βγάζει από το βαλιτσάκι του ένα μάτσο σχέδια· τα ξεδιπλώνει πάνω σε στρίποδα, και μετά συγκαλεί τους τεχνίτες της περιοχής. [σ. 84]

1895-tesla-sarony_-seifer-archives-2Κάπως έτσι ξεκινάει μια από τις αμέτρητες επιστημονικές έρευνες του ιδιοφυούς φυσικού και εφευρέτη Νικόλα Τέσλα: με απόλυτη αφοσίωση και πλήρη απομόνωση, με ιδιαίτερη μέθοδο και εκκεντρική αντίληψη, και πάντα με διαφορετικό τρόπο από κάθε προηγούμενη και επόμενη. Μπορεί η ανακάλυψη του εναλλασσόμενου ρεύματος να αποτελεί την πλέον καθοριστική συμβολή του Τέσλα στον σύγχρονο πολιτισμό αλλά εκατοντάδες άλλες επινοήσεις του ανήκουν στην καθημερινότητά μας μέχρι σήμερα. «Ο Τέσλα ήταν ένας ονειροπόλος, μια λέξη υποτιμητική για τους «προσγειωμένους», ένας πρωτοπόρος, που τολμούσε να προχωρήσει άφοβα προς το άγνωστο, εξερευνώντας νέους κόσμους γνώσεων. Ήταν ένας φιλόσοφος, που στοχάζονταν αδιάκοπα πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας.  Ένας ποιητής της επιστήμης», διαβάζω στο εξαιρετικό ιστολόγιο Electron, που έχει αφιερώσει πλήρεις αναρτήσεις τόσο για τον πρωτοπόρο [εξ]ερευνητή, όσο και για το εν λόγω βιβλίο.

6498643981_f4f6dcfec1_zΚι όμως, αυτός ο sui generis επιστήμονας σκεφτόταν μ’ έναν αποκλειστικά δικό του τρόπο και ζούσε κυριολεκτικά στον κόσμο του· αδυνατούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο της κλοπής των ιδεών του, έμοιαζε να απαξιεί για την εμπορική τους εκμετάλλευση, έδειχνε να βαριέται την κάθε του κατάκτηση μόλις την είχε φτάσει εις πέρας, προτιμώντας να μεταπηδήσει το γρηγορότερο σε νέα σχέδια. Ολόκληρη η ζωή του εκτός από μια φρενήρης κούρσα προς νέες ανακαλύψεις, έμοιαζε και σαν μια αναπόφευκτη πορεία προς την απομόνωση και την αυτοκαταστροφή. Παράτησε τα ένδοξα εγκόσμια φτωχός και αγνοημένος, σ’ ένα ταπεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου New Yorker.

306085917Διόλου τυχαία λοιπόν όλα αυτά στα στοιχεία κέντρισαν αμέσως το ενδιαφέρον του Ζαν Εσνόζ, εκτός των άλλων και λακωνικού βιογράφου των ιδιαιτέρων προσωπικοτήτων, που από τη μία θαυματουργούν και δοξάζονται και από την άλλη καταβαραθρώνονται από το ίδιο τους το έργο ή την προσωπικότητά τους. Ούτως ή άλλως ο Εσνόζ, αντίστροφα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, πρώτα επιλέγει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και πλευρές που τον ενδιαφέρουν και κατόπιν επιζητά το πρόσωπο που τα διαθέτει, ώστε να το βιογραφήσει με τον απόλυτα προσωπικό του τρόπο. Μετά τον Μωρίς Ραβέλ και τον Εμίλ Ζάτοπεκ (Ραβέλ και Δρόμος αντοχής, στις ίδιες εκδόσεις) ο λεπτουργός συγγραφέας γράφει την τρίτη μυθιστορηματική βιογραφία με τον γνώριμο τρόπο του: συγκινησιακή αλλά καθόλου μελοδραματική, στέρεα αλλά όχι στεγνή, προβληματισμένη και ουδέποτε προβληματική, με το ευεργέτημα της συντομίας και το προσόν της απόλυτης σαφήνειας.

Αnikola-tesla-1υτού του είδους η βιογραφία διηγείται απλά και τριτοπρόσωπα την ζωή του βιογραφούμενου, σαν να τον παρακολουθεί σε σημαντικές και «ασήμαντες» στιγμές καθώς αμφότερες συναπαρτίζουν την πλήρη του εικόνα. Είμαστε παρόντες τότε που όλα ξεκινούν, όταν ο «Γκρέγκορ» μαγεύεται από τις αστραπές, ταράζεται υπερβολικά με κάθε θόρυβο, ψίθυρο ή δόνηση, ξεμοντάρει όλα τα ρολόγια του σπιτιού για να προσπαθήσει να τα ξαναμοντάρει, κατακλύζεται από τις ιδέες, μπαρκάρει για τις Ηνωμένες Πολιτείες στα 28 του, βοηθάει τον Τόμας Έντισον, αποκτά φήμη ως μηχανικός, περνάει τα σύνορα της General Electric, απολύεται από την επιχείρηση ενώ έχει συμβάλλει σε καίριες επενδύσεις της, βρίσκεται στο δρόμο χειρώνακτας, εντάσσεται στην Western Union, οργανώνει μαγικο-επιστημονικές παραστάσεις, παραμένοντας απροσπέλαστος, μονήρης και απόκοσμος…

tesla… κάθε μέρα στις 12 ακριβώς το μεσημέρι, καταφθάνει στην έδρα της εταιρείας του. Οι δυο γυναίκες βοηθοί του τον υποδέχονται στην είσοδο για να του πάρουν το καπέλο, τα γάντια και το μπαστούνι του πριν πάει στο γραφείο όπου έχουν για φροντίσει να κατεβάσουν τα στόρια και να τραβήξουν τις κουρτίνες, καθώς ο Γκρέγκορ δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά σε απόλυτο σκοτάδι. Το φως της μέρας αφήνεται να μπει μόνο σε περίπτωση καταιγίδας, στη διάρκεια της οποίας ο Γκρέγκορ, ξαπλωμένος μοναχικά στον καναπέ του τον ντυμένο με μαύρο μοχέρ, αγναντεύει τον ουρανό και τις αστραπές που τον σκίζουν πάνω απ’ τη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, χώρια απ’ το γεγονός ότι είναι όλο και λιγότερο συμπαθής κι ότι ο χαρακτήρας του τείνει προς το πιο πικρόχολο, θα ’λεγε κανείς ότι έχει χάσει κάπως την ισορροπία του, γιατί κάποια ύποπτα συμπτώματα εκδηλώνονται. Ακόμα κι αν ανέκαθεν μιλούσε μοναχός του, μονολογώντας ασταμάτητα όσο δούλευε, οι ανήσυχες βοηθοί τον ακούνε πίσω από την πόρτα, παρ’ όλο που είναι κλειστή και καπιτονέ, να ρητορεύει όταν έχει καταιγίδα. Μάλιστα, έχουν την εντύπωση ότι ο Γκρέγκορ απευθύνεται σ’ αυτές τις αστραπές σαν να ’ταν υπάλληλοί του, παιδιά, μαθητές ή υπηρέτριες, με εκπληκτική ποικιλία τόνου στη φωνή: παρηγορητικός, αυστηρός, παραπονιάρης, τρυφερός ή απειλητικός, σαρκαστικός ή μεγαλόστομος, ταπεινός ή μεγαλομανής. [σ. 105 – 106]

2013-07-11-NYAmerican22May04Ο τετρασχιδής («εργοτάξιο, γραφείο, εργαστήριο και σαλόνι» ταυτόχρονα) ερευνητής χειρίζεται πολύ βιαστικά το θέμα των ευρεσιτεχνιών και χάνει τη μία μετά την άλλη· (ενδεικτικά: το Ανώτατο Δικαστήριο θα αναγνωρίσει την ραδιοφωνική του προτεραιότητα του απέναντι στον Μαρκόνι σαράντα δύο χρόνια μετά)· περισσότερο συντρίβεται όταν συναντά την άρνηση του μεγαλοεπιχειρηματία Μόργκαν για δωρεάν ηλεκτροδότηση περιοχών κατοικημένων από αδέκαρους. Γεμάτος με μανίες, εμμονές, φοβίες, βεβαιότητες και αντιβεβαιότητες, ο Τέσλα δεν αναζητά ούτε κοινωνικές συντροφιές, ούτε ερωτικές αγκάλες. Απεναντίας, αφήνεται σε μια ολοκληρωτική έγνοια για τα περιστέρια, κατασκευάζοντας ακόμα και ιδιωτικές κλινικές για το φοβιτσιάρικο, κατεργάρικο, βρόμικο, άχαρο, χαζό, άβουλο, κενό, καταχθόνιο, ανωφελές περιστέρι… που δεν προκαλεί καμία συγκίνηση, κανένα συναίσθημα. Η ηλίθια φωνή του. Ο ήχος της ροκάνας στο φτερούγισμά του. Το βουβό του βλέμμα. Το αλλοπρόσαλλο ράμφισμά του. Το υπέρμετρο ινίο του που το δονεί ένα παρανοϊκό βάδισμα. Η επαίσχυντη αναποφασιστικότητά του, η απογοητευτική του σεξουαλικότητα. Η παρασιτική του κλίση, η έλλειψη φιλοδοξίας, η λιγδερή αχρηστία του. [σ. 119]

web_echenoz--469x239Η απλή και εύληπτη γλώσσα του Εσνόζ καθιστά αυτές τις επικίνδυνα ολισθηρές βιο-λογίες ιδιαίτερα ελκυστικές στους πάντες (ομολογώ πως και τα τρία του πονήματα έχουν προταθεί στους μαθητές μου και έχουν διαβαστεί με ιδιαίτερη ικανοποίηση), ενώ για τους πλέον απαιτητικούς επιφυλάσσονται ουκ ολίγες αποχρώσεις πυκνοτήτων, αδιόρατων σαρκασμών και στιλιστικών παγίδων. Στο τέλος, κι ενώ το έργο του φεγγοβολά και υπερφωτίζει τις ζωές μας, η ζωή του αποκτά μια και μόνη απόχρωση του γκρίζου, καθώς ο Τέσλα βρίσκεται ξανά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έζησε την εποχή των ελπίδων, μόνο που τώρα …

tumblr_m5v1qlLq781qguw40o1_r2_500… ο ξενοδοχειακός χώρος έχει συρρικνωθεί ολόγυρά του (τώρα δεν διαθέτει παρά ένα παράπηγμα σε μιαν αυλή), και μόλο που οι μανίες του δε μπορεί παρά να οξύνθηκαν με τα γηρατειά, οι κινήσεις του είναι πιο αργές και λίγο πιο ασυντόνιστες· καμιά φορά, μάλιστα, ελαφρώς τρεμουλιαστές. Όταν κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, το βλέμμα του δεν μπορεί πια ν’ αγκαλιάσει το νεοϋορκέζικο αχανές όπως μπορούσε από τον δέκατο τέταρτο όροφο του Saint Regis, απ’ όπου κατόπτευε όλη την πόλη ως το ποτάμι. Τέλος ο απέραντος ουρανός, ο γεμάτος αστραπές, πάνω απ’ το skyline. Απέναντί του, έξω απ τα τζάμια του Ξενοδοχείου New Yorker όπου μένει τώρα, δεν υπάρχει παρά ένας τοίχος· πίσω του, στερεωμένη σ’ ένα τρίποδο, η περιστέρα ταριχευμένη. [σ. 136 – 137]

Εκδ. Πόλις,  μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 152, με τρισέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων και δισέλιδες σημειώσεις, αμφότερα από τον μεταφραστή[Jean Echenoz – Des eclairs, 2010].

Σταντάλ – Φεντέρ ή Ο πλούσιος σύζυγος

STANDAL_EX ΤΕΛΙΚΟ_ekdoseisPolis

Κομψή υμνολογία του εαυτού

Ίσως κάποιος βρει ότι επεκτεινόμαστε κάπως υπερβολικά στις γελοιότητες της σημερινής εποχής, οι οποίες πολύ πιθανόν να μην θεωρούνται τέτοιες ύστερα από λίγα χρόνια… …[σ. 107]

…όχι! Οι γελοιότητες της τότε «σημερινής» και σήμερα παρελθοντικής – μακρυνότατης εποχής, όχι απλώς εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και να καθορίζουν την συμπεριφορά και τα πρότυπα αμέτρητων ανθρώπων. Η εξουσία, η κοινωνική επίδειξη, το χρήμα, το κύρος, η φήμη, η ερωτική κατάκτηση αποτελούν τις διαχρονικές κινητήριες δυνάμεις των ταπεινών ανθρώπων. Πως καταγράφονται – με την αυθαίρετη σημασία της απόλυτης, καθολικής γραφής όλα τούτα στην – ημιτελή! – νουβέλα του Σταντάλ; Ας τα λεξικογραφήσουμε χάρη στην περίτεχνη έκδοση του κειμένου που πλαισιώνεται από τρία δοκιμιώδη κείμενα που το ξεκλειδώνουν ακριβώς όσο χρειάζεται.

portraitΤο πορτρέτο του πορτρετίστα: o ήρωας της νουβέλας επιλέγει να αποδιωχτεί από το σπίτι του και να αποστερηθεί πλούτη και ανέσεις για να ζήσει μια ζωή σύμφωνα με τον ιδεαλισμό του. Η φιλοτέχνηση των πορτρέτων ματαιόδοξων στρατιωτικών και ευελπίδων γυναικών, τον οδηγεί στο επίκεντρο της τέχνης και του έρωτα και στο μέσο της πολυπόθητης αστικής ζωής. Η μετάλλαξη του πρώην παρορμητικού ρομαντικού σε κυνικό έμπορο και αγοραστή των αξιών που κάποτε υμνούσε είναι θέμα χρόνου.

Θέατρο: Ο Φεντέρ αντιλαμβάνεται πως οφείλει να πλάσει τον αποτελεσματικότερο δυνατό ρόλο, που δεν είναι άλλος από τον πενθούντα σύζυγο· ως τεθλιμμένος νέος μαγνητίζει την συμπόνια, την τρυφερότητα και την φιλοφρόνηση του περίγυρου και κυρίως των γυναικών. Το θέατρο της προσποίησης, το προσωπείο της μελαγχολίας και η περιφορά της θλίψης τον δικαιώνουν ως το τέλος. Ακόμα περισσότερο: τον καθιστούν μιμητή, στο μεταίχμιο των είναι και των φαίνεσθαι. Και καθώς υποκριτής χωρίς σκηνή δεν νοείται, τι ιδανικότερο σε θεατρική σκηνή από το ίδιο το Παρίσι και τον Κόσμο του;

9634_124_Hommage-a-StendhalΑστοποίηση: Ο ευφάνταστος και αντικομφορμιστής νέος διαχειρίζεται πλέον με σύνεση και υπολογισμό κάθε συναισθηματική και επαγγελματική του υπόθεση. Σύντομα δε εντάσσεται στην αστική τάξη και στην κοινωνία που δεν επιθυμεί πλέον να την ανατρέψει αλλά να γίνει εκλεκτό της μέλος. Η σάτιρα του αστισμού και του νεοπλουτισμού καθίστανται ανελέητες, μόνο που αντί σαρκαστικού γέλωτος κυριαρχεί το χαριτωμένο ή ειρωνικό μειδίαμα. Βλέπετε, οι κοινωνικές περιστάσεις και οι γυναικείες παρουσίες το ευνοούν.

Απομάγευση / Απομύθευση: Όταν ο κύκλος της ανέμελης νιότης εξατμιστεί, ο Φεντέρ βρίσκεται σ’ έναν κόσμο πλήρους απομάγευσης· διόλου τυχαία η φιλοτέχνηση της προσωπογραφίας του σπιτονοικοκύρη του ανταλλάσσεται με ενοίκια τεσσάρων μηνών. Αλλά ετούτη η απομάγευση δεν αφορά μόνο όλα όσα άλλοτε φάνταζαν φωτεινά, ούτε μόνο τις σπουδαίες έννοιες, αλλά και τον ίδιο τον μεταναπολεόντειο κόσμο. 61872259_61207a89baΈρωτας, τέχνη, φιλοδοξία, κοινωνική διάκριση, εξουσία, όλα τα κέντρα της ανθρώπινης πράξης απομυθοποιούνται πλήρως

Διπλότητα: …φυσικά ο νεαρός δανδής ούτε αφελής είναι ούτε ηλίθιος. Δεν δρα χωρίς να παρατηρεί, ούτε συμπεριφέρεται χωρίς να σκέπτεται· πολύ περισσότερο δεν κρίνει χωρίς να αυτοκρίνεται. Οι αποστάσεις που φροντίζει την ίδια στιγμή να δημιουργεί ανάμεσα στην πράξη και την σκέψη τον οδηγούν στην πολύτιμη θέση του ειρωνικού αφηγητή – και από εκεί τα πράγματα ελέγχονται περισσότερο.

Αναπαράσταση: Καθώς ο Φεντέρ ζωγραφίζει τα πρόσωπα των μοντέλων – «εντολοδόχων» του προβληματίζεται μέχρι συνειδησιακής κρίσης: τι περιθώρια έχουν η δημιουργική ευφυΐα και το καλλιτεχνικό ταλέντο μπροστά στην καθαρή αισθητική αναπαράσταση; Αν η φρεσκοεφευρεθείσα το 1838 δαγγεροτυπία ανταποκρίνεται στην απαίτηση της πιστής αποτύπωσης, τότε τι νόημα έχει η εικαστική ματιά;

Εdelecluze_zγώ, εγωτισμός: Ο εγωτισμός ως λατρεία του εγώ, η θέληση για ευτυχία, η λατρεία της ενεργητικότητας, η ειλικρίνεια απέναντι το εαυτό, η σύζευξη της γυμνής διαύγειας με το ένθερμο πάθος, αποτελούν όλα όρους της έννοιας του μπελισμού, όρου προερχόμενου από το αληθινό επώνυμο του Σταντάλ και εκφράζοντος μια πνευματική στάση και έναν τρόπο ζωής. Από την πρώτη στιγμή της όψιμης δημοσίευσης των έργων του –στα σαράντα τέσσερα χρόνια του – ο μέχρι τότε αινιγματικός συγγραφέας άρχισε να αποκαλύπτει γραπτώς κάθε λεπτομέρεια γραφής και ζωής. Στα Ημερολόγια, στην αυτοβιογραφία του και αλλού, δεν κυριαρχεί παρά ένας Μοναδικός Εαυτός κι ένα Εγώ ξεχωριστό και προεξέχον. Ο Σταντάλ επηρεάστηκε από την ατομιστική – ωφελιμιστική σκέψη του 18ού αιώνα (ιδεολόγοι, Ρουσσώ, Ελβέτιος κ.ά.) και θεωρούσε ως υπέρτατο σκοπό του ανθρώπου τον ίδιο του τον εαυτό, την τελείωση, την ενδυνάμωση της ιδιαιτερότητάς του και την κατάκτηση της αυτοεκτίμησης. Στον αντίποδα, αποδοκιμάζεται η ομοιομορφία χαρακτήρων και ιδεών που γεννάται στην δημοκρατία με το πάθος της για την ισότητα.

stendhal-timbreΜυθιστόρημα: Αναπόφευκτη έκβαση αυτού του τρόπου σκέψης καθίσταται το μυθιστόρημα, ως το πραγματικά εξατομικευμένο είδος που μπορεί να αφηγηθεί το πραγματικό και το ατομικό αλλά και να διαβαστεί μοναχικά και στοχαστικά. Στον αντίποδα, όπως εδώ, ο συγγραφέας πειραματίζεται προς μια νέα ανάλαφρη γραφή, και δη προς το Κωμικό Αφήγημα της Αστικής Λουδοβικο – Φιλιππικής Γαλλίας, στον αντίποδα του «Παραμυθιού των Αστών».

Ο υφολόγος της πυκνογραφίας: Ο Σταντάλ αντιπαθούσε την παριζιάνικη φλυαρία και θαύμαζε την υφολογική ακρίβεια του Αστικού Κώδικα. Η βραχύτητα και η πυκνότητα της νουβέλας λειτουργούσαν ως δέλεαρ γραφής, παρόλο που ο ίδιος δεν δημοσίευε τέτοια κείμενα όσο ζούσε ή τα άφηνε ημιτελή – ένδειξη πιθανώς της σχετικής αμηχανίας. Όμως η επιθυμία της απλότητας και της σαφήνειας ήταν ανίκητο και η προτίμησή του για το «πραγματικό μικρογεγονός» και την αναλυτική ματιά προαναγγέλλουν τον ίδιο τον ρεαλισμό.

Το στοίχημα της ματαιοδοξίας και η απόλυτη ευχαρίστηση: Μερικές φορές ο Φεντέρ σταματούσε απότομα να μιλάει· μάλωνε τον εαυτό του που έλεγε την αλήθεια σε μια τόσο νέα γυναίκα: δεν προκαλούσε έτσι κινδύνους για την ευτυχία τους; Από μια άλλη πλευρά, ο Φεντέρ απέδιδε στον εαυτό του δικαιοσύνη: τίποτα 9361500από αυτά που έλεγε δεν είχε ως απώτερο σκοπό να διευκολύνει τα σχέδια που έκανε ενδεχομένως ο έρωτάς του. Στην πραγματικότητα, δεν είχε κανένα σχέδιο· απλώς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ευχαρίστηση να περνάει τη ζωή του με τη στενή και ειλικρινή συντροφιά μιας νέας και γοητευτικής γυναίκας, που μπορεί να τον αγαπούσε. [σ. 112]

Χρόνος; Άραγε σ’ αυτό το λήμμα ανήκει η μετάλλαξη του πάθους σε πεζή καθημερινότητα; Εδώ εντάσσεται η περίπτωση όπου ο εαυτός καταλήγει να είναι αυτό που κάποτε μισούσε και πολεμούσε στους άλλους;

Εκλεκτικές συγγένειες: Πνευματικό τέκνο του ευφορικού 18ου αιώνα, παρά της εποχής του, ο Σταντάλ εκτιμούσε τους ευφάνταστους μύθους του Βολταίρου και τον έντιμο κυνισμό του Ντιντερό, του Μαριβώ και του Λακλό. Διόλου τυχαία ο πατέρας του Φεντέρ καταριέται τον Βολταίρο, στον οποίο αποδίδει το «ξεσήκωμα» του γιου του, διόλου τυχαία ο Βέρθερος του Γκαίτε με τον δακρύβρεχτο ρομαντισμό του σαρκάζεται τόσο από τον Βαλμόν των Επικίνδυνων Σχέσεων όσο και από τον Φεντέρ.

stendhal1Σταντάλ ο σκανδαλώδης: Ποια βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα διαφαίνονται στη νουβέλα; Οπωσδήποτε το γεγονός πως υπήρξε δαιμόνιος και ακούραστος κυνηγός του έρωτα, σε σημείο να συγκλονιστεί τόσο πολύ από την πρώτη του απόρριψη ώστε να την μετατρέψει σε μυθιστόρημα και κατόπιν σε θεωρία (Περί Έρωτος). Η ταραχώδης στρατιωτική του καριέρα του επέτρεψε να ζήσει βίο περιπλανώμενο, ακριβώς όπως και ο ήρωάς του ο Ναπολέων, και να αποκτήσει την εμπειρία του δρώντα εαυτού σε επαφή με τους άλλους. Μπροστά στους χάρτινους πύργους της φιλοσοφίας, ο Σταντάλ προτιμούσε την σαφήνεια των ιδεολόγων, ενώ στο Σαίξπηρ και Ρακίνας θεμελίωσε τον ρομαντικισμό και την τέχνη της «μέγιστης δυνατής ευχαρίστησης». Λάτρεψε την ιταλική ζωή που συνταίριαζε τον ρομαντισμό και την ενεργητικότητα είχε τη φήμη του δανδή και του έξοχου συζητητή. Τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε υπερβαίνουν την εκατοντάδα, οδηγώντας τους μελετητές να μιλήσουν για την διαλεκτική του βλέμματος.

Αυτός ο λιγότερο «ξεπερασμένος» συγγραφέας από τους παλαιούς, αναγνωρισμένος κι αυτός μετά θάνατον, ο κατά πολλούς γεννήτωρ του ψυχολογικού μυθιστορήματος, ο ειρωνικότερος των μεγάλων συγγραφείς του γαλλικού ρεαλισμού, περισσότερο ακόμη και από τον Μπαλζάκ, αυτός ο – κατά Αντρέ Ζιντ – συμφιλιωτής της παράδοσης με τον μοντερνισμό, που κάποτε είχε πει «το ποιητικό πνεύμα πέθανε, όμως το πνεύμα της αμφιβολίας ήρθε στον κόσμο», επιβεβαιώνει εδώ την δική του πρόβλεψη – επιθυμία: να τον καταλαβαίνουν έπειτα από εκατό χρόνια – και τα έχουμε ήδη ξεπεράσει.

louisxv femmeΕίπαμε ήδη ότι η Βαλεντίν δεν είχε καμία πείρα της ζωής· είχε επιπλέον κι αυτή την ατυχία που προσδίδει τόση γοητεία σε μια γυναίκα: μόλις η ψυχή της ένιωθε κάποιος αίσθημα, τα μάτια της και το σχήμα του στόματός της το εξέφραζαν την ίδια σχεδόν στιγμή. Για παράδειγμα, εκείνη τη στιγμή τα χαρακτηριστικά της εξέφρασα μ’ όλη τη χαρά μιας συμφιλίωσης· το εκπληκτικό αυτό γεγονός δεν διέφυγε από το έμπειρο βλέμμα του Φεντέρ, ο οποίος καταχάρηκε. «Όχι μόνο έκανα την εξομολόγησή μου», είπε μέσα του, «αλλά και με αγαπάει κι αυτή ή, τουλάχιστον, είμαι απαραίτητος, σαν φίλος έστω, για την ευτυχία της: την παρηγορώ για τη χοντροκοπιά του συζύγου της· άρα, την αντιλαμβάνεται αυτή τη χοντροκοπιά· τεράστια ανακάλυψη. Άρα», επανέλαβε πασιχαρής, «δεν πρέπει να την περιφρονώ καθόλου αυτή την ανυπόφορη, ηλίθια και σκανδαλώδη χυδαιότητα αυτού του επαρχιώτη κολοσσού…[σ. 82 – 83]

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 211. Πρόλογος: Λίζυ Τσιριμώκου, Επίμετρο: δοκίμια των Gaëtan Picon και Michel Crouzet, απάνθισμα σχολίων για τον συγγραφέα από τους Μπαλζάκ, Μεριμέ, Ζολά, Κλωντέλ, Νίτσε, Βαλερύ, Κρότσε, Ζιντ κ.ά. και δίστηλο χρονολόγιο με τη ζωή και το έργο του (μτφ. Χριστιάνα Σαμαρά) [Stendhal, Féder ou le Mari d’ argent, 1855].