Διονύσης Ελευθεράτος – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις;

Μαύρα γήπεδα με γραβατωμένους παίκτες

Γήπεδο Μεστάγια, Βαλένθια, 2009, τελικός Ισπανικού Κυπέλλου «Copa del Rey». Οι οπαδοί των φιναλίστ Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο Μπιλμπάο δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους: τόσο στους δρόμους όσο και στις κερκίδες οι μεν συχνά φέρουν τα χρώματα και τις σημαίες των δε. Παρουσία του βασιλιά Χουάν Κάρλος και πλήθους επισήμων, ο ισπανικός εθνικός ύμνος καλύπτεται από τα σφυρίγματα Βάσκων και Καταλανών! Ο διακοσμητικός βασιλιάς τώρα δεν μπορεί να επαναλάβει την φράση που είπε στον Τσάβες («γιατί δεν το βουλώνεις;») – πώς να το πεις σε δεκάδες χιλιάδες Βάσκους και Καταλανούς, που συν τοις άλλοις συμμαχούν;

Μπορεί ο Θαπατέρο να μιλούσε για την Ισπανία της ποικιλότητας (λες και πρόκειται για αγροτικές καλλιέργειες) αλλά την τελευταία πενταετία, το συνηθέστερο που παθαίνει στη Χώρα των Βάσκων οποιοσδήποτε (φυσικό πρόσωπο ή πολιτικός φορέας) υποστηρίζει το αίτημα της αυτονομίας είναι να τυλίγεται σε μια κόλλα δικαστικού χαρτιού και να αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης. Οι περιπτώσεις είναι τόσες πολλές ώστε οι καταγγελίες για «επιχείρηση εξάλειψης της εθνικής ταυτότητας των Βάσκων» στην βασική βουλή να είναι δικαιολογημένες. Λίγες μέρες μετά ήρθε και ο τελικός, ενώπιον του πειθήνιου Χουάν Κάρλος που άλλωστε υπήρξε πάντα το χαϊδεμένο παιδί του Φράνκο, ακριβώς επειδή δεν ψέλλισε ποτέ τίποτα για δημοκρατικές ελευθερίες, όπως οι άλλοι του θρόνου διεκδικητές.

Λονδίνο, 1982. Τελικός Κυπέλλου Αγγλίας, μεταξύ Τόττεναμ και Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Εδώ κι ένα χρόνο το μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα Φόλκλαντ ή Μαλβίνες αποτελεί αντικείμενο πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής. Καθώς βασικές μονάδες της Τότεναμ και πολυαγαπημένοι της κερκίδας είναι οι περίφημοι διεθνείς αργεντινοί Βίγια και Αρντίλες, το πλανώμενο ερώτημα είναι: πώς θα παραταχθούν οι νυν εχθροί της χώρας στο ναό του αγγλικού ποδοσφαίρου, πώς θα ανταλλάξουν χειραψίες με τη βασίλισσα; Τελικά στους δυο τελικούς αμφότεροι είναι …άφαντοι. Εντέλει ο Αρντίλες πήγε (ή στάλθηκε) δανεικός στην Παρί ΣΖ, ο δε Βίγια αποφάσισε να παραμείνει στην ομάδα κι έγινε κόκκινο πανί. Η υποκριτική διπλωματία πάντως στον τελικό υπερίσχυσε όλων. Δυο μήνες μετά, ο πόλεμος των 74 ημερών τελειώνει, αλλά το εθνικιστικό πνεύμα θα παραμένει εσαεί. Όσο για τον πόλεμο, ο Μπόρχες τα είπε όλα: «Ήταν ο καβγάς δυο φαλακρών για μια τσατσάρα…».

Αργεντινή, δεκαετία ’90. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ έχει εκδηλώσει δημοσίως την αμέριστη αγάπη του για την Ρίβερ Πλέιτ· προτίμηση πολιτικώς παρακινδυνευμένη, εφόσον η ομάδα θεωρείται η «επίσημη αγαπημένη» των εύπορων, ενώ η Μπόκα Τζούνιορς υποστηρίζεται από τις λαϊκές τάξεις. Πώς μπορεί λοιπόν να ισορροπήσει την «πολιτική» απρονοησία; Απλούστατα υποχρεώνοντας την …κόρη του να γίνει οπαδός της Μπόκα Τζούνιορς! Τουλάχιστον η νέα της ομάδα έχει … ειδικό νεκροταφείο μόνο για τους φίλους της, με συγκεκριμένες κρατημένες θέσεις για πιστούς, παίκτες και παράγοντες, ενώ τα άνθη είναι πάντα μπλε και κίτρινα (αυτό είναι που λέμε το ποδόσφαιρο ως θέμα ζωής και θανάτου). Παρόμοια αλλαγή ομάδας έκανε και ο άγγλος πρωθυπουργός Τζον Μέιτζορ: την εποχή που ζητούσε μια ενδεδειγμένη ποδοσφαιρική ταυτότητα οι σύμβουλοί του συνέστησαν να αποφύγει την άχρωμη και βαρετή Arsenal (προ Βενγκέρ) και έστρεψαν προς την Τσέλσι, ως περισσότερο συμβατή με το target group του Συντηρητικού Κόμματος. Λίγο καιρό αργότερα η Sun αποκάλυπτε πως ο ίδιος έκανε σεξ φορώντας την φανέλα της…

Ρωσία, Σιβηρία, 2009. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανοίγει τους κρουνούς των χρημάτων (περίπου 4, 5 εκατομμύρια ευρώ) προς όφελος της ποδοσφαιρικής ομάδας Τομ Τομσκ που μόλις απέφυγε τη χρεοκοπία· η αίτησή του προς τις επτά μεγαλύτερες ρωσικές ενεργειακές εταιρίες ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει το απαραίτητο ποσό. Τι είδους πολιτικά οφέλη έχει ο πρόεδρος σώζοντας μια τέτοια ομάδα; Η Τομ Τομσκ τα τελευταία χρόνια επιβίωνε χάρη στα χρήματα του βασικού χορηγού της, επιχειρηματία Μιχαήλ Χανταρκόφσκι, από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας. Ο Χανταρκόφσκι είχε αρνηθεί να δεχτεί τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού που υπαγόρευσε το Κρεμλίνο για εκείνους που έγιναν ζάπλουτοι στην πρώτη μετασοβιετική περίοδο (εποχή Γέλτσιν, 1990 – 1999) σε ταχύτατο χρόνο και με αδιανόητες μεθόδους. Ο Πούτιν τον φιλοδώρησε με δικαστικές διώξεις που είχαν ως αποτέλεσμα βαριές κατηγορίες, πολύχρονη φυλάκιση και κρατική αφομοίωση των επιχειρήσεών του, δράττοντας την ευκαιρία να γίνει ο ίδιος ευεργέτης της Τομσκ αλλά και να αποδείξει «κοινωφέλεια» του νέου status της χώρας.

Γαλλία, 1998, προημιτελικά Μουντιάλ. Οι Γερμανοί συντρίβονται με 3-0 από τους Κροάτες, τέσσερα χρόνια μετά την άλλη μουντιαλική προημιτελική ήττα από τους Βούλγαρους. Η παροιμιώδης γερμανική ψυχραιμία κάνει φτερά και ο Λόταρ Ματέους θεωρεί «πατέρα της ήττας» τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, αφού «αυτός φαγώθηκε να γίνει ανεξάρτητο κράτος η Κροατία». Ο Γκένσερ άμεσα αντιγύρισε ανάλογη απάντηση: «Ο Λόταρ θα έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτό. Αν η Κροατία μας έβαλε τρία γκολ, μια ενιαία Γιουγκοσλαβία πόσα θα μας έβαζε; Έξι;». Ας τονιστεί πάντως ότι στο πολιτικό πόκερ για το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ο Γκένσερ αποδείχθηκε αποφασιστικός παίκτης – σύμμαχος των Κροατών, τους οποίους και προέτρεπε να κηρύξουν ανεξαρτησία ενάντια σε κάθε συμφωνία, πιθανώς και λόγω των ιστορικών δεσμών Γερμανίας – Κροατίας (κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η δεύτερη υπήρξε κράτος – υποχείριο του Τρίτου Ράιχ).  Διόλου τυχαία και η θερμή αγάπη του Πάπα για τον Φράνιο Τούτζμαν.

Εν έτει 1998 ο εκνευρισμός ενός διάσημου ποδοσφαιριστή και η χλευαστική απάντηση ενός – επίσης διάσημου – τέως υπουργού Εξωτερικών «ανακεφαλαιώνουν» την αιματηρή διάλυση μιας χώρας. Ξαναγράφουν τα «πρέπει» της Ιστορίας με γνώμονα την τσαντίλα και τον χαβαλέ, κάνουν τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν στη Γιουγκοσλαβία να μοιάζουν με ασήμαντα σταξίματα μελανιού σε ένα αναθεματισμένο, ποδοσφαιρικό «φύλλο αγώνα». […]. Τι δείχνει ο πιο σημαντικός Γερμανός ποδοσφαιριστής της γενιάς του, όταν εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ το «κράτος – μικρό αδελφάκι» της Γερμανίας, μόνο και μόνο επειδή η ομάδα του έχασε σε ένα ματς; Δείχνει ότι είναι ασταθέστατες οι λυκοφιλίες που γεννιούνται υπό συνθήκες έξαρσης των εθνικισμών. Ότι οι περίφημες «αδελφοσύνες» και τα «κοινά πεπρωμένα» πάνε περίπατο, μόλις κάποιος εκ των «αδελφών» δει το δικό του συμφέρον να πλήττεται ή ακόμη και την …ποδοσφαιρική εστία του να παραβιάζεται… [σ. 156]

Από τον Μπερλουσκόνι που περιχαρής μετά το 4-1 της Μίλαν προς την Λα Κορούνια στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ δίνει δημοσίως γραμμή στον προπονητή Αντσελότι που δεν τολμάει να φέρει αντίρρηση και στη ρεβάνς η Μίλαν ηττάται με …4-0 μέχρι τον Τζίτζι Μπεκάλι, ζάπλουτο ιδιοκτήτη της Στεάουα Βουκουρεστίου και πολιτικό παράγοντα στη Ρουμανία (ευρωβουλευτή με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα «Μεγαλύτερη Ρουμανία») που παραγγέλνει πίνακα με Ιησού τον εαυτό του και δώδεκα μαθητές τους έντεκα παίκτες της ομάδας με τον προπονητή τους, οι ιστορίες είναι ατέλειωτες. Μιλάμε για δεκάδες ιστορίες από κάθε άκρη του ποδοσφαιρικού και μπασκετικού κόσμου και κάθε μορφή συλλογικής και διασυλλογικής οργάνωσης που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από σπαρταριστό σχολιασμό αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συγχρονικές διαχρονικές συνδέσεις. Πάνω απ’ όλα όμως εδώ περιγράφονται οι «άλλοι» αγώνες, όπου το τερέν είναι βρώμικο όσο και η πολιτική, το έπαθλο είναι η εξουσία και οι παίκτες δε φοράνε φανέλες και σορτσάκια αλλά κοστούμια και γραβάτες.

Ο Διονύσης Ελευθεράτος (γεν. 1961) είναι δημοσιογράφος κοινωνικοπολιτικής αρθρογραφίας. Ανάμεσα στις παλαιότερες συνεργασίες του υπήρξε η Sportday και το SportFM, όπου και οι εξαιρετικές δίωρες μεταμεσονύκτιες εκπομπές διαλόγου (και με εναρκτήριο κομμάτι πάντα το Midnight Rumbler των Stones σε live εκτέλεση). Τελευταία βρίσκω κείμενά του στην iefimerida.gr.

Εκδ. Τόπος, 2010, εισαγ.: Παντελής Μπουκάλας, 357 σελ., με δισέλιδη βιβλιογραφία.

Στις φωτογραφίες: «Στρατηγός» Φράνκο και «Βασιλιάς» Χουάν Κάρλος, πάντα σύμμαχοι. / Αύγουστος 1978, λίγο καιρό μετά το βρώμικο Μουντιάλ της Αργεντινής, Αρντίλλες και Βίγια υπογράφουν στην Τότεναμ και παίρνουν ένα σύντομο … μάθημα αγγλικών. / Ο Κάρλος Μένεμ ποδοσφαιρίζει με την ομάδα των παλαίμαχων εκείνου του Μουντιάλ… / Ο Βλαντιμίρ Πούτιν περιχαρής υποδέχεται την είδηση της διοργάνωσης του Μουντιάλ του 2018 στην Ρωσία. / Μιλόσεβιτς, Τούτζμαν, Κάρατζιτς, σχεδιάζουν τον βολικότερο δυνατό χάρτη της  Γιουγκοσλαβίας. Το βιβλίο έχει ιστορίες ποδοσφαιρικής εμπλοκής για τον καθέναν τους. / Λόταρ Ματέους: κάτοχος της μνημειώδους φράσης. / Ο Μπερλουσκόνι παραδίδει σεμινάριο προπονητικής στον πρόθυμο Αντσελόττι. / Πάολο Μαλντίνι: ένας από τους παίκτες για τους οποίους είχε προσληφθεί ειδικός image maker στην Μίλαν, τα έσοδα του οποίου φρόντιζε να αποκρύπτει ο αντιπρόεδρος και δεξί χέρι του «Καβαλιέρε» Αντριάνο Γκαλιάνι.  Θα μπορούσε πάντως η χειρονομία του να απευθύνεται σε πολλούς από τους παραπάνω. / Μονρόβια, Λιβερία: αυτό που μένει όταν η εξουσία κάνει το παιχνίδι της.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr υπό τον τίτλο Kick the ball or kick them all?

Δημήτρης Δουλγερίδης – Δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους

Στοχασμών αποστάγματα

Υπάρχει ένας σωστός τρόπος να αγαπάς τη γη σου, την ταυτότητά σου, το σπίτι που έχεις γεννηθεί, την ντοπιολαλιά σου, αλλά και υπάρχει και λανθασμένος τρόπος. Υπάρχουν πρόσωπα που έζησαν στην επαρχία διατηρώντας αυτή την ανάσα του οικουμενικού, νιώθοντας την παγκοσμιότητα. Οι Εβραίοι των μικρών κοινοτήτων στα βιβλία του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ δεν είναι ασφαλώς λιγότερο οικουμενικοί από τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων που τοποθετούνται στο Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη. Η επαρχία προκαλεί συχνά μια εμμονή με την ταυτότητα και υπό αυτή την έννοια είναι ασφυκτική… υποστηρίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις [σ. 160], πιστός στην προσωπική του πνευματική πορεία αλλά και στους διαχρονικούς του προβληματισμούς για τα σύνορα, τις γέφυρες και την ενδιάμεσή τους λογοτεχνία.

Στην ίδια συνομιλία παραδέχεται για άλλη μια φορά πως ήταν η Τεργέστη που τον έκανε να αισθανθεί την αξία αλλά και τους κινδύνους της γης των συνόρων, που άλλοτε γίνεται γέφυρα για να συναντήσεις τον Άλλο και άλλοτε ένα τείχος για να τον κρατήσεις μακριά. Η εμμονική με την ταυτότητά της πόλη διατηρούσε ταυτόχρονα και την αμφιβολία της για την εν λόγω ταυτότητα, κι ίσως γι’ αυτό, προσθέτει, είχε σπουδαία λογοτεχνία: Όταν δεν ξέρεις καλά τι είσαι, το έδαφος στο οποίο μπορείς να ρισκάρεις για ν’ ανακαλύψεις την ταυτότητά σου είναι η λογοτεχνία…

Ο Ίαν Κέρσοου, που μαζί με τον Μαρκ Μαζάουερ αποτελούν τους δύο σύγχρονους πυλώνες της εκλαϊκευμένης εκδοχής της Ιστορίας που δεν χάνει ποτέ τα επιστημονικά της διαπιστευτήρια, εξερευνά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το ναρκοθετημένο πεδίο του Ναζισμού. Στους δυο τόμους του για τον Χίτλερ κυριαρχεί τόσο η ιδέα της χαρισματικής προσωπικότητας που εμπνέει λατρεία όσο και το εργάζεσθαι υπέρ του Φύρερ, η ριζοσπαστική δράση των μεσαίων και κατώτερων επιπέδων της ναζιστικής γραφειοκρατίας, προς υλοποίηση της βούλησης του ηγέτη τους – σε κάθε περίπτωση πάντως μακριά από την δαιμονοποίησή του. Επιπρόσθετα επιβεβαιώνεται η δική του υπόθεση εργασίας, πως σε ακραίες συνθήκες, οι «κανονικές» καθημερινές έγνοιες απορροφούν τόση ενέργεια, ώστε να αυξάει σημαντικά η αδιαφορία απέναντι την απανθρωπιά, και κατ’ επέκταση η υποστήριξη ενός απάνθρωπου πολιτικού συστήματος.

Όπως πρόσφατα υποστήριξε ο Κέρσοου, η Γερμανία οδεύει προς μια σημαντική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την περίοδο του Τρίτου Ράιχ, δίνοντας πλέον έμφαση στη συνέργεια του λαού, ενώ σταδιακά εξαλείφεται η μεταφυσική προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου. Επιμένοντας πάντα πως η ερμηνεία και όχι η ηθική καταδίκη πρέπει να είναι το κλειδί στην καταγραφή της Ιστορίας, προσπαθεί να είναι ακριβοδίκαιος απέναντι στα δυο μεγέθη, τόσο στην προσωπικότητα των ηγετών όσο και τις ευρύτερες δομές εξουσίες, την πολιτική κουλτούρα και τα συστήματα αξιών που την επηρεάζουν.

Ο Κέρσοου συζητά ακόμα θέματα όπως οι «λογικές» ρίζες της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης – επιμένοντας όμως πως εκτός από τα SS και την Αστυνομία, το ναζιστικό κόμμα και οι συνεργάτες του, η Βέρμαχτ, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός και η βιομηχανική ελίτ ήταν επίσης συνεργοί στο Ολοκαύτωμα έστω και με διαφορετικό εμπλοκής ο καθένας -, την «κουλτούρα του Φύρερ» (μια πλατιά βάση στήριξής του στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών) αλλά και το γεγονός ότι στην περίπτωσή του είναι ευκολότερη η περιγραφή του ως μανιακού και τρελού, καθώς αποτελούσε τον δημιουργό ενός συστήματος, σε αντίθεση με τον Στάλιν που αποτελούσε προϊόν του.

Από τον ζόφο του παρελθόντος στον προβληματισμό του σήμερα, ο Γάλλος ισλαμολόγος Ολιβιέ Ρουά έχει (στο Παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ) ανατρέψει την δοξασία ότι ο φονταμενταλισμός είναι η άμυνα των παραδοσιακών κοινωνιών απέναντι στο κύμα της νεωτερικότητας, υποστηρίζοντας, αντίθετα, ότι αποτελεί ταυτόχρονα προϊόν και παράγοντα της ίδιας της νεωτερικότητας. Από τη στιγμή που η παγκοσμιοποίηση απέκοψε τις θρησκείες από το παραδοσιακό τους περιβάλλον (οικογένεια, κοινότητα), το Ισλάμ ανήκει στους μοντέρνους, όχι στους μεσαιωνικούς καιρούς. Ο Ρουά είδε για πρώτη φορά στο Ιράν και το Αφγανιστάν με ποιον τρόπο μπορεί το Ισλάμ να λειτουργήσει ως πολιτικό εργαλείο – στην πρώτη περίπτωση οι μουλάδες ενσάρκωσαν την πολιτική εις βάρος της θρησκείας, στην δεύτερη οι ισλαμιστές απομάκρυναν το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς. Οι σύγχρονες όμως συγκρούσεις στη Βόρεια Αφρική έχουν όμως το αίτημα για σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Η ισλαμοποίηση της αραβικής κοινωνίας τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν έχει οδηγήσει σε νίκη του πολιτικού ριζοσπαστισμού – συνήθως κυριαρχούν οι τοπικοί ιμάμηδες και οι ιεροκήρυκες. Οι θρησκευτικοί καθοδηγητές χάνουν τη νομιμοποίησή τους και κυρίως η νέα γενιά παύει να ακολουθεί τους χαρισματικούς θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά, αντίθετα, προσπαθεί να κατασκευάσει ένα καινούργιο brand name για το Ισλάμ, μέσα από το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα – σε κάθε περίπτωση πάντως ασκεί μια εξατομικευμένη μορφή της θρησκευτικότητας και προσπαθεί να ενταχθεί στην κυρίαρχη κουλτούρα. Οι νέοι έχουν την πεποίθηση ότι η θρησκεία αποτελεί μια υπόθεση προσωπική και κανείς δεν πρέπει να τους διδάξει αυτό που μπορούν να μάθουν μόνοι τους.

Είναι πλέον φανερό πως οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη την ισλαμική πίστη για να εφαρμόσουν το νόμο, ενώ αναγνωρίζεται η ανάγκη εκδημοκρατισμού και η ποικιλομορφία στην προσωπική έκφραση. Το πρόβλημα πλέον με τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, λέει ο Ρουά, είναι τι θα κάνουν με την θρησκεία εντός μιας δημοκρατίας κι αυτό αποτελεί μια από τις μελλοντικές προκλήσεις. Άλλωστε στις κοσμικές κοινωνίες ή όπου επικρατεί η διάκριση κράτους και Εκκλησίας δεν ανήκει στην αρμοδιότητα κανενός κρατικού αξιωματούχου να αποφασίσει τι είναι αποδεκτό στη θρησκεία. Τα κράτη οφείλουν να αποστασιοποιούνται από τη θεολογική διαμάχη, που αφορά τους πιστούς. Η θρησκευτική έκφραση ανήκει στα ατομικά και όχι στα συλλογικά δικαιώματα.

O κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ στρέφει τους προβληματισμούς του στην αφήγηση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου στον δυτικό πολιτισμό, περιγράφοντας την μάχη ανάμεσα στην πόλη και το άτομο, ανάμεσα στη δημόσια έκθεση και τον προσωπικό ναρκισσισμό και, εν τέλει, τον ατομικισμό που δημιουργείται και τρομάζει. Η αμερικανική κοινωνία εδώ εκφράζει ένα τρομερό παράδοξο: ενώ έδωσε τόση σημασία στην αξία του ατόμου, κατέληξε κομφορμιστική. Στο ερώτημα πώς συνέβη αυτό η συνήθης απάντηση είναι ο ατομικισμός: είναι τόσο ισχυρός ώστε να αποκλείει την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης. Ο Σένετ υποστηρίζει πως η Αριστερά της εποχής έχει αρνηθεί την ευχαρίστηση, το χιούμορ, την ευφυΐα, την κοινωνικότητα και τοποθετεί τον εαυτό του σε μια Αριστερά που δεν εστιάζει τόσο στη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όσο στους τρόπους ενίσχυσης της ανοιχτής κοινωνίας, σε σημείο ακόμα και ν’ αποδέχεται τον καπιταλισμό ακριβώς για να υπηρετήσει την κοινωνία και όχι το αντίθετο.

Ήμουν πολέμιος κι εξακολουθώ να είμαι της άποψης για την συνέχεια και το αμετάβλητο της ελληνικής γλώσσας. Όπως ήμουν αντίθετος και με την κόντρα αρχαίας και νέας γλώσσας, που προσωποποιήθηκε ως κόντρα Μαρωνίτη – Χρηστίδη και Μπαμπινιώτη. Η άλλη πλευρά ισχυριζόταν ότι χωρίς τα δεκανίκια της αρχαίας γλώσσας η νέα δεν στέκεται. Η δική μου αντίρρηση είναι η άρση αυτής της ιδεοληψίας. Η νέα γλώσσα έχει επάρκεια φτάνει να διδαχτεί σωστά και να ασκηθεί με τρόπο που ευνοεί την εξέλιξή της. Αν θέλεις, και με την αναγκαιότητα ανεφοδιασμού προς τα πίσω…υποστηρίζει ο Δημήτρης Μαρωνίτης [σ. 149] στην δική του βαθύτατη εξομολόγηση. Ο Μαρωνίτης μιλάει για μετάφρασή του στην Ιλιάδα και την αίσθηση της απόλυτης ισοτιμίας της αρχαίας με τη νέα ελληνική γλώσσα με την οποία την εμπότισε, την συνάντηση των δύο γλωσσών και την δημιουργία ενός τρίτου σημείου τριβής όπου το αρχαίο κείμενο ξυπνάει και διεγείρει τη νέα ελληνική. Ο πειρασμός και η γοητεία είναι να δει κανείς πόσο η νεοελληνική γλώσσα υποδέχεται ως δικά της στοιχεία τα αρχαιοπρεπή.

Το βιβλίο συμπληρώνεται με συνομιλίες με τους Ρενέ Ζιράρ, Τζωρτζ Στάινερ, Χάρολντ Μπλουμ και Τζούντιθ Χέριν. Όπως είναι φανερό, το σύνολο των συνεντεύξεων με παρεμβατικούς στοχαστές της εποχής μας που ανέλαβε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δουλγερίδης, ορισμένες από τις οποίες έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο Τύπο ή σε περιοδικά για το βιβλίο, είναι γεμάτο από ανάλογα αποστάγματα πολύτιμων στοχασμών.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 165.