Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Εχθροί. Μια ερωτική ιστορία

Μνήμη, θρησκεία, λαγνεία: Διαφυγή αδύνατη

«Ο Χέρμαν είχε δύο συζύγους κι ετοιμαζόταν να αποκτήσει και τρίτη. Και μολονότι φοβόταν τις συνέπειες των πράξεών του και το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε, κάπου μέσα του απολάμβανε το ρίγος που του δημιουργούσε η αδιάκοπη προοπτική μιας απειλητικής καταστροφής. Σχεδίαζε τις κινήσεις του και αυτοσχεδίαζε ταυτόχρονα. Το «Ασυνείδητο», όπως το ονόμαζε ο Φον Χάρτμαν (σημ.: Γερμανός φιλόσοφος που έγραψε την Φιλοσοφία του Ασυνειδήτου, 1869), δεν έκανε ποτέ λάθη. Τα λόγια του Χάρτμαν έμοιαζαν να ξεπηδούν μόνα τους μέσα απ’ το στόμα του, και μόνο κατόπιν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι στρατηγήματα και υπεκφυγές είχε κατορθώσει να επινοήσει. Πίσω από αυτό τον τρελό αχταρμά συναισθημάτων, ένας δαιμόνιος παίκτης αναπτυσσόταν μέσα απ’ το καθημερινό ρίσκο». (σ. 149).

Ο Χέρμαν Μπρόντερ και οι τρεις γυναίκες αποτελούν τυπικούς χαρακτήρες του Σίνγκερ: αγωνίζονται ταυτόχρονα να επιβιώσουν από τις Μνήμες του Ολοκαυτώματος και να υπάρξουν σ’ ένα καινούργιο κόσμο χωρίς τα αλλοτινά ηθικά και πολιτισμικά τους υποστυλώματα. Εκείνος εργάζεται ως συγγραφέας – φάντασμα για έναν ραβίνο αλλά μοιάζει ο ίδιος να κινείται σ’ ένα φασματικό βίο, φανταζόμενος εναλλακτικές ζωές και αναζητώντας δυνητικές κρυψώνες σε περίπτωση εισβολής των Ναζί στην Νέα Υόρκη. Η σωτηρία του από την Γιάντβιγκα, που τον έκρυβε επί τριετία στο πατάρι ενός αχυρώνα («ένα κενό στη ζωή του που ποτέ δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί»), εξαργυρώθηκε σιωπηλά με συζυγική σχέση και εστία στο Μπρούκλιν, ενώ στο Μπρονξ τον περιμένει η Μάσα, ένας ηδυπαθής έρωτας που συνοδεύεται ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές του από ιστορίες των γκέτο, των στρατοπέδων και των περιπλανήσεων στην ερειπωμένη Πολωνία. Η εμφάνιση της νομιζόμενης νεκρής πρώτης συζύγου του, Ταμάρα, ολοκληρώνει την ενοχική του παθητικότητα: δίγαμος, άβουλος και αποκομμένος από την προσωπική του ηθική, ο Μπρόντερ αισθάνεται αμαρτωλός απέναντι στον ιουδαϊσμό και τον αμερικανικό νόμο, «ένας μοιρολάτρης ηδονιστής που ζει σε μια προ-αυτοκτονική δυστυχία». Η ζωή του πλέον χαρακτηρίζεται από τον φόβο των συνεπειών, την λαγνεία για τις συντρόφους του και την βεβαιότητα πως «ο μεταφυσικός του μπαλαντέρ παίζει εις βάρος του μια μοιραία φάρσα» .

Το πρώτο μυθιστόρημα του Σίνγκερ που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ, πάντα γραμμένο στα γίντις (1972), περιλαμβάνει όλα τα γνώριμα στοιχεία της γραφής του: σταδιακή ανάπτυξη του μύθου με απλές πλην λεπτοδουλεμένες φράσεις, ισομερή εναλλαγή εσωτερικών κι εξωτερικών σκηνών, διαλόγους άλλοτε με ψήγματα σοφίας κι άλλοτε περίτρανες αποδείξεις της φαυλότητας της ανθρώπινης σκέψης. Τα πρόσωπα του σινγκερικού κόσμου φιλοσοφούν για το κακό, ψάχνουν απαντήσεις για την μετά Χίτλερ ζωή και τρομάζουν με κάθε κουδούνισμα πόρτας, λες και οι ναζιστές εξακολουθούν να βρίσκονται παντού, ενώ στα όνειρά τους οι πρόγονοι τους φωνάζουν στο αυτί χωρία της Βίβλου. Αναρωτιούνται αν ο Θεός ενέκρινε τη σφαγή (και τέλος πάντων «ο Θεός τίνων;»), τον μνημονεύουν διαρκώς αλλά απιστούν κατά το συμφέρον τους. Όταν η θρησκεία δεν είναι πειστική και η φιλοσοφία έχει χάσει κάθε νόημα, αναρωτιούνται μήπως ο αποκρυφισμός μπορεί να κρύβει αλήθειες, ενώ ο Μπρόντερ φτάνει στο σημείο να φαντασιωθεί μια καινούργια μεταφυσική ή ακόμα και μια νέα θρησκεία. Προσπαθούν να διαβάσουν αλλά τα βιβλία δεν τους λένε τίποτα: «Τι μπορούσε να σώσει τον ίδιο τον Χέρμαν από το βύθισμά του όλο και βαθύτερα το βούρκο όπου είχε παγιδευτεί; Ούτε η φιλοσοφία, ούτε ο Μπέρκλεϊ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ούτε ο Λάιμπνιτς, ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε ή ο Χούσερλ. Όλοι τους διδάσκουν κάποιου είδους ηθική, που όμως δεν είναι ικανή να βοηθήσει στην αντίσταση κατά του πειρασμού. Μπορεί κανείς να είναι Ναζί και να ακολουθεί τον Σπινόζα· ένας μυημένος στη φαινομενολογία του Χέγκελ μπορεί να είναι και σταλινιστής· κάποιος μπορεί να πιστεύει στις μονάδες, στο Zeitgeist, στην τυφλή θέληση, στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, και να εξακολουθεί να διαπράττει εγκλήματα». (σ. 190)

Η τυπολογία των γυναικείων χαρακτήρων καλύπτει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις: η παράδοση αντιπροσωπεύεται από την αγοραφοβική Γιάντβιγκα που δεν εμπιστεύεται τίποτα γραμμένο ενώ η Ταμάρα έχει χάσει κάθε πίστη σε οτιδήποτε την στήριζε και το μόνο που νοιώθει πως έχει σίγουρο είναι η σφαίρα στον αριστερό της γοφό, γι’ αυτό και δεν θέλει να την βγάλει. Το τραυματικό παρελθόν επιβιώνει στην Μάσα μέσα από έναν σκοτεινό ερωτισμό: όταν δεν υποδεικνύει τις πληγές της στον εραστή της τού δηλώνει απερίφραστα πως έχει αναγκαστεί να κάνει τόσα πολλά, που δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια χωρίς την θέλησή της, παρά μόνο με τη σκέψη πως κάποιος την σημαδεύει με όπλο. Οι αντιφάσεις τους εκφράζονται εκπληκτικά στη μορφή της Σίφρα Πουάχ, μητέρας της Μάσα: καθώς μουρμουρίζει πως μετά το Ολοκαύτωμα οι Εβραίοι δεν έχουν το δικαίωμα να γιορτάζουν, ταυτόχρονα επιθεωρεί την εμφάνιση της κόρης της, προτείνοντας βελτιωτικές αλλαγές.

Σ’ ένα περιβάλλον που μοιάζει να έχει όλα τα κοσμικά χαρακτηριστικά του πολωνο-εβραϊκού παρελθόντος, όπου από τη μια «η Τρεμπλίνκα είναι παντού» κι από την άλλη ο φόβος αφορά και το μέλλον («Με τη σωστή προπαγάνδα, το πλήθος αυτό θα μπορούσε να υποκινηθεί και να γίνει όχλος που ζητά νέα πογκρόμ» (σ. 235)) οι χαρακτήρες αγωνίζονται να ισορροπήσουν σε εαυτούς που αποτελούν αίνιγμα και για τους ίδιους. Κι αν τη μια στιγμή κυνικά αναρωτιούνται «από τι συνίσταται ο πολιτισμός, αν όχι από έγκλημα και συνουσία;» (σ. 139), δεν παύουν τουλάχιστον να θυμούνται: «Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν υποφέραμε, χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε αν θα ’μαστε ζωντανοί την επόμενη μέρα ή ακόμη και μετά από μία ώρα, την αγάπη τη χρειαζόμασταν. Τη γυρεύαμε περισσότερο από παλιά, που όλα ήταν εντάξει. Άνθρωποι ξάπλωναν σε καταφύγια ή σε σοφίτες, πεινασμένοι και ψειριασμένοι, αλλά φιλούσε ο ένας τον άλλον, πιάνονταν από το χέρι. Ποτέ δε θα φανταζόμουν πως οι άνθρωποι μπορούν να βγάλουν τόσο πάθος κάτω από τέτοιες συνθήκες». (σ. 95).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα αγγλικά Βασίλης Αμανατίδης, 305 σελ. (Isaac Bashevis Singer, Enemies, A Love Story, 1972). Η τελευταία εικόνα: Silvia Ary, 1935

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010.

Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής

«Εκείνο τον καιρό ο κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει με τη ζωή του, που τόσο απροσδόκητα του είχε χαριστεί. Δεν υπήρχαν λέξεις κι αυτές που είχαν απομείνει από το παρελθόν ακούγονταν κούφιες» (σ. 108).
Πράγματι, η γλώσσα έχασε κάθε εκφραστική δύναμη στην ζωή εκείνων που επιβίωσαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λειτουργική της αδυναμία αναφέρεται συχνά στα γραπτά του Άπελφελντ: «Όποιος έκανε σε στρατόπεδο ή κρυβόταν στα δάση γνωρίζει τη σιωπή στο κορμί του. Ο πόλεμος είναι θερμοκήπιο για ν’ ακούς και να σωπαίνεις. Από εκείνα τα χρόνια κουβαλάω μέσα μου τη δυσπιστία για τις λέξεις».

Η ευτυχισμένη παιδική του ηλικία (γεννήθηκε το 1932 στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ρωσίας) διακόπηκε βάναυσα με το ξέσπασμα του πολέμου και την δολοφονία της μητέρας του από τους Ναζί. Στάλθηκε μαζί με τον πατέρα του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από το οποίο και δραπέτευσε κι έζησε επί δύο χρόνια στα δάση της Ουκρανίας. Μετά την απελευθέρωση, πέρασε από την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία (σε στρατόπεδο εκτοπισμένων). Η Παλαιστίνη δεν αποτέλεσε τερματισμό της οδύσσειάς του αλλά την αφετηρία νέων αγώνων για να βρει την θέση του στον κόσμο αλλά και την προσωπική του φωνή.

Θα περίμενε κανείς αυτές οι πρόωρα συσσωρευμένες εμπειρίες να αποτελέσουν για τον Άπελφελντ πλούσια συγγραφική ύλη. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο: οι εμπειρίες του πολέμου «κείτονταν βαριές και καταπιεσμένες μέσα του», κι εκείνος επιζητούσε να τις απωθήσει και να χτίσει μια νέα ζωή. Ακόμα κι όταν ένοιωσε έτοιμος να γράψει, αναρωτιόταν: «Πώς δίνει κανείς μορφή σε αυτή την πυρακτωμένη λάβα; Από πού αρχίζει; Πώς συνδέει τους κρίκους; Ποιες λέξεις χρησιμοποιεί;» (σ. 133). Ένοιωθε πως ο πραγματικός κόσμος ξεπερνούσε τη δύναμη της φαντασίας, συνεπώς, γράφοντας, δεν έπρεπε να την αναπτύξει αλλά να την συγκρατήσει, κάτι που του φαινόταν αδύνατο «γιατί τα πάντα ήταν τόσο απίστευτα ώστε ακόμα κι ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του ως μυθιστορηματικό πρόσωπο» (σ. 38).

Αν «τα πιο αληθινά γεγονότα πολύ εύκολα φαντάζουν πλαστά» και η εξιστόρηση της ζωής του θα φαινόταν ως «μια φανταστική, διόλου πειστική ιστορία» (σ. 45), τότε θα ακολουθούσε μια διαφορετική γραφή. Αποφεύγοντας την αναφορά και ερμηνεία ιστορικών γεγονότων και κάθε είδος «δημοσιογραφικής» αφήγησης, ο Άπελφελντ υιοθέτησε μια περισσότερο «εσωτερική» εκφραστική, επηρεασμένη από τον Κάφκα και τον Σουλτς. Βέβαια σε ετούτη την ώριμη αυτοβιογραφική του κατάθεση απουσιάζει η καφκική γλώσσα του παράλογου. Η αφήγηση είναι ρεαλιστική, γυμνή, χωρίς μελοδραματικές διαθέσεις. Η Ιστορία της Ζωής του αποτελείται από τριάντα μικρά κεφάλαια με χαλαρή χρονική αλληλουχία, το καθένα από τα οποία επικεντρώνεται συνήθως σε συγκεκριμένο θέμα.

Ακόμα και στις πιο συναισθηματικές του στιγμές, ο Άπελφελντ αφηγείται με απλότητα, ψυχραιμία και φιλοσοφική διάθεση, είτε αναφέρεται στις τακτικές επιβίωσής του (μαθαίνει να αφουγκράζεται τον κάθε ήχο, το αίσθημα της καχυποψίας ανάγεται σε τέχνη, τα άψυχα και τα ζώα αποτελούν τους μόνους πραγματικούς του φίλους) είτε στην ματαιότητα του λόγου («Οι λέξεις είναι ανίσχυρες όταν έρχονται αντιμέτωπες με τον όλεθρο· είναι φτωχές, αξιολύπητες και πολύ εύκολα παραχαράσσονται. Έως και οι πανάρχαιες προσευχές είναι ανίσχυρες εμπρός στον όλεθρο» (σ. 132)), είτε στα κατάλοιπα του πολέμου στην καθημερινότητά του (μέχρι και σήμερα περπατάει σύρριζα στους τοίχους και πάντα γρήγορα, σαν να ξεγλιστράει, ενώ ακόμα κι οι πιο συνηθισμένοι χωρισμοί του προκαλούν δάκρυα), είτε στην ενθύμηση φωτεινών σημείων στους σκοτεινούς χρόνους (η συνάντηση με θαυμάσιους ανθρώπους, που ακριβώς λόγω των συνθηκών απέκτησαν μεγαλύτερο ανάστημα και πιο ανοιχτή ματιά).

Οι πιο δυνατές σελίδες όμως αφορούν την διαχείριση της μνήμης του, μνήμη που νοιώθει ριζωμένη στο σώμα του. Αρκεί η μυρωδιά της μούχλας ή ενός φαγητού, η υγρασία στα παπούτσια ή ένας ξαφνικός κρότος για να τον γυρίσει στην καρδιά του πολέμου. Φαντάζεται την εποχή εκείνη σαν ένα καταθλιπτικό δάσος ή μια μακριά πομπή ανθρώπων φορτωμένων και εξαντλημένων. Κάπου στο μέσο του βιβλίου εξομολογείται: «Έχω γράψει ήδη πάνω από δέκα βιβλία σχετικά μ’ εκείνα τα χρόνια, καμιά φορά όμως νομίζω πως ακόμα δεν άρχισα καν να τα περιγράφω … πως μια πλήρης, λεπτομερειακή θύμηση είναι ακόμα κρυμμένη μέσα μου, κι έτσι και βγει από την κρυψώνα της, θα κυλάει άγρια και ορμητικά για μέρες ατέλειωτες» (σ. 116).

Ο Άπελφελντ δεν είναι ο συγγραφέας του Ολοκαυτώματος ή των διωγμών των Εβραίων. Το στοιχείο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα από τον Φίλιπ Ροθ σε συζήτησή του με τον συγγραφέα (Philip Roth – Κουβέντες του σιναφιού. Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους, εκδόσεις Πόλις, 2004, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, σ. 34-35): ο Άπελφελντ είναι πάνω απ’ όλα ένας εκπατρισμένος, εκτοπισμένος, ξεριζωμένος συγγραφέας «που έκανε τον εκπατρισμό και τον αποπροσανατολισμό θέμα αποκλειστικά δικό του». Η λογοτεχνία του, μια «μυστηριώδης πεζογραφική πραγμάτωση της εκπατρισμένης νοοτροπίας», μετεωρίζεται «ανάμεσα στην αμνησία και τη μνήμη» και τοποθετείται «κάπου ανάμεσα στην παραβολή και την ιστορία». Συνυπογράφοντας, θα προσθέσουμε πως η Ιστορία αυτής της Ζωής μεταπλάθει λογοτεχνικά κάτι παραπάνω: την παιδική βίωση κάθε πολέμου αλλά και του επίπονου αγώνα της μετουσίωσής της σε γραφή.

Συντεταγμένες: Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής, μετάφραση και σημειώσεις Μάγκυ Κοέν, Εστία, σελ. 243

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008, Φάκελος Ολοκληρωτισμός.