Γιώργος Μητάς – Ιστορίες του Χαλ

Οι αδιόρατες ουσίες της ζωής

H κυρία Ρότζερς είναι ταξιθέτρια της Κινηματογραφικής Λέσχης της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Χαλ. Έχει από χρόνια χηρέψει κι απ’ το αναπότρεπτο χάσει και την καλύτερή της φίλη. Ο κύκλος της πλέον είναι οι επισκέπτες της λέσχης που σπεύδουν να «σωθούν» απ’ τα ψυχρά βόρεια απογεύματα και να μπουν στο σινεμά με την χαρακτηριστική μυρωδιά του κλειστού χώρου. Έχει μάθει να ζει ολομόναχη και να απολαμβάνει τις καθημερινές της χαρές: το ποδήλατο, τις βραδινές βόλτες στο σούπερ μάρκετ που μένει ως αργά ανοιχτό, την κουβέντα με τα κορίτσια πίσω από τις αριθμομηχανές, την πολυθρόνα δίπλα στην θερμάστρα, το διάβασμα. Οι αργές, περιεκτικές στιγμές της καθημερινότητας ενσταλάζουν την ουσία τους στην αργή, φιλοσοφημένη της ζωή – ακόμα κι ο εγκαταλειμμένος μικρός κήπος της αποτελεί μια όαση και κρατά ζωντανή μια υπόσχεση ζωής. Όταν η ευάλωτη υγεία της επιβαρύνεται μ’ ένα ατύχημα που την βρίσκει ακίνητη στο κρεβάτι της ν’ αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας, τής λείπει ακόμα και «ο ψίθυρος της βροχής και το νανούρισμα του νερού που σκέπαζε την πόλη». Ακόμα και η ησυχία, υποθέτω, σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι ανησυχητική.

Όμως είτε ξαπλωμένη στο κρεβάτι είτε βουλιαγμένη στην πολυθρόνα, η κυρία Ρότζερς παρατηρεί  τη ζωή της να ξεφτίζει, σε μια ηλικία που δεν αφήνει καθόλου χώρο στην ελπίδα να ριζώσει καλά. Αξίζει να συνεχιστεί η ζωή χωρίς τη λέσχη, τις δίκυκλες βόλτες, τις έστω και φευγαλέες συναντήσεις με γείτονες ή πιστούς του σινεμά; Η επιθυμία να καλέσει για τσάι τον νεαρό μοναχικό Ισπανό που από καιρό παρατηρεί να μπαίνει βιαστικός και πάντα μόνος στη σκοτεινή αίθουσα, τώρα πιο έντονη από ποτέ. Υπήρχαν ξαφνικές στιγμές έντονης χαράς – η πιθανότητας μιας τέτοιες περιπέτειας φαινόταν να ξυπνά μέσα της, ύστερα από πολύν καιρό, την προοπτική μιας χειροπιαστής ευτυχίας. Αυτή θα είναι η δική της «εκτροπή»: μια πρόσκληση σε φώτα ανοιχτά και θερμάστρα ζεστή, στον καναπέ που θα έμενε για χρόνια αχρησιμοποίητος περιμένοντας μάταια επισκέπτες. Τώρα το φτωχικό σαλόνι με την ξεθωριασμένη ταπετσαρία, τον παλιομοδίτικο καναπέ, τις γερασμένες κουρτίνες, το καταφύγιο – φυλακή τόσων χρόνων θα ξαναζήσει μια ξεχασμένη από χρόνια ενεργητικότητα. Και υπάρχει άραγε το μετά; Μένει μόνο η στιγμή και αποκρυσταλλώνεται σε όνειρο; Τι άλλο μπορεί να περιμένει κανείς;

Στη δεύτερη ιστορία ο αφηγητής με το προνόμιο του μοναχικού παρατηρητή βλέπει μια μικρή δραματική σκηνή στην αίθουσα εστίασης του πανεπιστημίου όπου βρίσκεται νεοφερμένος, μόλις τρεις βδομάδες στη Βόρεια Αγγλία. Ένας τυφλός φοιτητής με σκύλο – οδηγό χάνει τον προσανατολισμό του και δέχεται βοήθεια όχι με ντροπή αλλά με ανακούφιση. «Ντόναλντ και Τζόυ» απορροφούν πλέον το ενδιαφέρον και την προσοχή του αφηγητή και  τα κλειστά του ματιά μονοπωλούν το βλέμμα του χωρίς να το θέλει: Θα μπορούσε να είναι το κεφάλι ενός παιδιού, αν δεν υπήρχαν οι σβησμένες κόγχες των ματιών· οι κόγχες των ματιών που σαν δίδυμες ρουφήχτρες του Μάλεστρομ, έμοιαζαν να έχουν στραγγίξει από το πρόσωπο του Ντόναλντ την αθωότητα και τη γαλήνη που άρμοζαν στην ηλικία του.

Ο καθένας τους αγωνίζεται για την δική του προσαρμογή στην νέα του ζωή, ξένοι κι οι δυο στον νεανικό επίκεντρο μιας πόλης που γρήγορα κλείνει τις κουρτίνες πίσω απ’ τα φοιτητικά διαμερίσματα. Καθώς το ερωτικό συναίσθημα επιτρέπει στον Ντόναλντ να ονειρεύεται τα στοιχειώδη για την κοπέλα που επιθυμεί– ένα φιλί στη μέση της γέφυρας, έναν χορό στο κλαμπ, έναν εναγκαλισμό – δεν μπορεί παρά να απευθυνθεί στον νέο του φίλο για απαντήσεις: «Μπορείς να βεβαιωθείς για τα αισθήματα κάποιου χωρίς να δεις τα μάτια του»; Εκείνος απ’ την πλευρά του αναζητά «ένα κρυφό παράθυρο στον κόσμο» του Ντόναλντ ή ένα παράθυρο σε κρυφό κόσμο. Ο ένας αγγίζει με τα ακροδάχτυλα το πρόσωπό του άλλου (τώρα ξέρω πώς είσαι), ο άλλος πείθεται πως μπορείς με κλειστά μάτια να δεις μια καταιγίδα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η επικοινωνία των τριών και μέχρι ποιο σημείο μπορεί ο Ντόναλντ να συνεχίσει να τον εκπλήσσει;

Ο συγγραφέας ζωγραφίζει ατμόσφαιρες και φωτογραφίζει σκηνικά, τόσο τοπογραφικά όσο και ψυχογραφικά. Οι χαρακτήρες του ζουν μόνοι και μοναχικοί αλλά γνωρίζουν πως η ζωή έχει κι άλλες ομορφιές που τους περιμένουν πίσω από τη στροφή ή έξω απ’ το παράθυρο. Αλλά τι υπάρχει έξω απ’ τα θολωμένα τζάμια; Ο χειμώνας του Γιόρκσαϊρ, που εξομοιώνει όλες σχεδόν τις ώρες της ημέρας κάτω από ένα θλιβερό ημίφως, ο παγωμένος βοριάς και μια βροχή μουλιάζει τους κατοίκους. Έρημοι δρόμοι, καπνίζουσες βιομηχανίες, καταθλιπτικοί όγκοι εργατικών μπλοκ, γειτονιές που σκόρπισαν όταν το πανεπιστήμιο αγόρασε όλα τα κοντινά σπίτια και ακίνητα. Μένει το σπάνιο γλυκό φως προτού η πόλη ξαναπάρει την καθημερινή παγερή της όψη και καλυφθεί από τον μολυβένιο ουρανό. Και με τέτοιο φόντο παίρνει σίγουρα άλλη όψη όταν βλέπεται με πόνο.

Η μουντή πολιτεία με το πρόσωπο στη βόρεια θάλασσα ακολουθεί την παρακμή των αλλοτινών βρετανικών βιομηχανικών πόλεων που αναγκάστηκαν να αφήσουν το παρελθόν τους για ένα αποβιομηχανοποιημένο παρόν. Ο ποταμός Χάμπερ που παγώνει με τα πλοία να μένουν κολλημένα σ’ ένα βρόμικο στρώμα πάγου, σαν σε υδατογραφία εποχής. Το τελευταίο επεισόδιο του αγγλοϊσλανδικού πολέμου για τον μπακαλιάρο την δεκαετία του ’70 αφάνισε την αλιευτική βιομηχανία της περιοχής ερήμωσε τις όχθες του ποταμού, ρήμαξε τα πολύβουα στέκια των ψαράδων και αφάνισε ολόκληρες γειτονιές. Κι όμως, στις σιωπηλές αποβάθρες πολλοί ισχυρίζονται πως ακούνε τις φωνές εκείνων που επέστρεψαν με κραυγές ενθουσιασμού ή εκείνων που χάθηκαν…

Κάπου εκεί κοντά βρίσκεται το τρίτο ιδιόρρυθμο δίδυμο της πόλης, στο 4 της Vermont Street, όπου ο Τούρκος φοιτητής Αζίζ νοικιάζει ένα δωμάτιο στο σπίτι του πενηντάχρονου ντόπιου Στηβ, στις παρυφές της φοιτητικής γειτονιάς. Και πάλι ένας ξένος καλείται να εγκλιματιστεί στις βορειοαγγλικές ομίχλες αλλά και «στη βαριά ατμόσφαιρα ενός αρχαίου λίβινγκ ρουμ, την ταγγή μυρωδιά από ξανατηγανισμένο λάδι, την αποφορά στοιβαγμένων άπλυτων ρούχων και την αόρατη βρόμα μιας υπέργηρης μοκέτας». Ο σπιτονοικοκύρης πολυτεχνίτης του Γιόρκσαϊρ καυχιέται δεκάδες επαγγέλματα και αμέτρητες ιστορίες, με χειμαρρώδη λόγο και αστείες μιμήσεις, χωρίς παραδόξως να έχει κάποιο τεκμήριο ή φωτογραφία από αυτές…

Το μόνο που κάνει ο μυστηριώδης Στηβ είναι να προσκαλεί τον Αζίζ σε μονομαχία με μπύρες και βελάκια στην παμπ της περιοχής. Και μπορεί η φωτισμένη της πρόσοψη να προβάλλει σαν αδύναμος φάρος μέσα στο σούρουπο αλλά δεν είναι ποτέ εκεί, όπως ισχυρίζεται. Καθώς ο Αζίζ αρχίζει διακρίνει νεκρά σημεία στο βλέμμα του συγκατοίκου του και μυστηριώδεις σιωπές, αποφασίζει να τον παρακολουθήσει στις κρυφές του διαδρομές στις παρόχθιες γειτονιές με τις βρόμικες βιτρίνες, τις έρημες παιδικές χαρές, τις ρημαγμένες προβλήτες με τους σκουριασμένους γερανούς και τα ασάλευτα πλοιάρια, ως την επίσκεψή του σε κάποιο σπίτι. Και τόσο εκεί όσο κι αργότερα, θα ακουστεί εκκωφαντικά η «άγρια τρομακτική του αλήθεια».

Καθεμιά από τις τρεις ιστορίες τιμάται με καλοσμίλευτη γλώσσα και με πλοκή που δεν βιάζεται και μοιάζει να έρχεται απ’ τα παλιά. Τα μικρά υπαινικτικά παραθέματα που τις προλογίζουν [Κάθρην Μάνσφηλντ, Μπερνάντο Σοάρες, Ε.Α. Πόε] εστιάζουν ακριβώς σε αδιόρατες ουσίες μιας ζωής που δεν είναι μόνο όσα ζούμε αλλά και όσα αισθανόμαστε και περιμένουμε να αισθανθούμε.

Ο Γιώργος Μητάς (γεν. 1966) έχει εργαστεί στον τομέα της βιολογικής ωεκανογραφίας και στην φαρμακευτική βιομηχανία (διεθνείς κλινικές μελέτες), έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με εναλλακτικές θεραπείες, δοκιμάζει την λατρεία του στην μαύρη μουσική (soul και jazz) ως ακροατής και dj και, βέβαια, έχει περάσει ένα φεγγάρι από το Χαλ, την πόλη που εδώ περιγράφει από και με πρώτο χέρι.

Εκδ. Κίχλη, 2011, σελ. 140, με σχέδια του Χρήστου Μητά.

Δημοσίευση και σε mic.gr, με τίτλο Loneliness – Hull 0-3, τίτλο  – μακρινό νεύμα, όπως κάποιοι θα κατάλαβαν, στους συντοπίτες Housemartins [θυμάστε την τεσσάρα του δικού τους δισκότιτλου;] και Beautiful South, που ακούγονται κάποια στιγμή ανάμεσα στις λέξεις. Τότε το Hull είχε προκριθεί με 4-0 του Λονδίνου. Χρόνια μετά παίζει στον επόμενο γύρο, με δυσκολότερο αντίπαλο: τον εαυτό του. Μπορεί να έγραψα λανθασμένα το σκορ και τελικά νικητής να είναι η μοναξιά. Αλλά τι σημασία έχει; Τουλάχιστο ο αγώνας έγινε…

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 80. Δημήτρης Στεφανάκης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Φρούτα Εποχής το 2000 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Οι τεχνητοί τρόποι διαφυγής του σύγχρονου ανθρώπου με φόντο τον θρίαμβο του φωτός και της Μεσογείου. Όταν η Μύκονος γίνεται λογοτεχνικός προορισμός.

Λέγε με Καΐρα. Η νοσταλγία της χαμένης Ελλάδας του ΄50 και του ΄60 θέτει αναπάντητα πολιτικά ερωτήματα και όχι μόνο.

Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία: Αθηναϊκό μυθιστόρημα. Ένας κύκλος αίματος και παρανοήσεων για ένα κόσμο που αρνείται επίμονα ν’ αλλάξει.

Μέρες Αλεξάνδρειας: Η τοιχογραφία του εικοστού αιώνα. Η πόλη του Καβάφη καλειδοσκόπιο του κοσμοπολιτισμού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλίο που με σύστησε στο ευρωπαϊκό κοινό και που μου χάρισε εσχάτως δύο διεθνή βραβεία, το Prix Méditerranée Etranger και το βραβείο Καβάφη.

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι. Επιστροφή στη Μύκονο με κεντρικό ήρωα τον Καμύ.

Θα πολεμάς με τους Θεούς. Ένα κοντινό μυθιστορηματικό πλάνο στον Λεωνίδα, τον πρώτο ήρωα της Ιστορίας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή μου. Είμαι δύσπιστος σ’ αυτό που γράφει το χέρι. Αφήνω που ο γραφικός μου χαρακτήρας γίνεται όλο και πιο δυσανάγνωστος ακόμα και από μένα τον ίδιο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η διαδικασία είναι περίπου ίδια κάθε φορά. Θα σας πω μόνο ότι το τελικό στάδιο της συγγραφής του μυθιστορήματος αποδεικνύεται πάντα το πιο εύκολο απ’ όλα.

Η μουσική που επιλέγω εξαρτάται συνήθως από το θέμα. Προτιμώ πάντως κλασική μουσική ή όπερα.

Οι προτιμήσεις μου; Μικρές δημιουργίες για πιάνο: Σονάτες, πρελούδια, αυτοσχεδιασμοί. Σούμπερτ, Μπετόβεν, Σοπέν, Ντεμπυσύ αλλά και Μπαχ και Μότσαρτ ή Ραχμάνινοφ.

Άριες από τις όπερες του Πουτσίνι.

Πιανίστες της τζαζ όπως ο Μπιλ Έβανς, ο Κηθ Τζάρετ

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Κάποιες φορές ναι. Κατά κανόνα πάντως γράφω στο σπίτι.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το έχω κάνει ήδη κι εννοώ το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι με ήρωα τον Καμύ.

Αν το έκανα ξανά θα σκεφτόμουν τον Ντοστογιέφσκι.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ντοστογιέφσκι, Τολστόι Μπαλζάκ, Προυστ, Τζόυς, Βιρτζίνια Γουλφ, Μούζιλ, Κάφκα, Καμύ,

Σωλ Μπέλοου, Τζον Μπάνβιλ, Χαβιέρ Μαρίας, Κλαούντιο Μάγκρις από τους σύγχρονους.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αδελφοί Καραμαζόφ, Ο Ξανακερδισμένος χρόνος, Άννα Καρένινα, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, Ο ξένος, Η Θάλασσα, Το πρόσωπό σου αύριο, Μικρόκοσμοι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχοφ, του Κάφκα, του Τζόυς και του Χεμινγουέη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πιστεύω σε δυο τρεις νέους λογοτέχνες μας.  Περιμένω απλώς τη συνέχεια.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ, ο Ντιμίτρι Καραμάζοφ και η Άννα Καρένινα

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω το Εντευκτήριο  για την διαχρονικότητά του,  το Book’s Journal για το στυλ του και την Κλεψύδρα γιατί συμμετέχω κι εγώ στην προσπάθεια. Επίσης την Οδό Πανός. Όμως τα καλά λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα είναι πολλά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προσπαθώ να μεταφέρω το πρωτότυπο στο δικό μας γλωσσικό περιβάλλον χωρίς να «τραυματίσω» τα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλευε ανέκαθεν ο Φόρστερ γιατί συνήθως χρησιμοποιεί τις λέξεις με την τέταρτη ή πέμπτη σημασία τους. Με έθελξε ο Μπέλοου και ο Απντάικ αλλά και ο ιστορικός Τομ Χόλλαντ με τα άρτια Αγγλικά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ο Χέρτσογκ  του Μπέλλοου είναι πραγματικό αριστούργημα. Γερτρούδη και Κλαύδιος του Απντάικ είναι μια ανατροπή της σαιξπηρικής ματιάς, γραμμένο από ένα μεγάλο μαιτρ της λογοτεχνίας. Η Κάρμεν τουΜεριμέ αλλά και η Περσική φωτιά του Τομ Χόλλαντ αξίζει να διαβαστούν, όπως και το Καφέ με τον Πλάτωνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα πω μόνο πως η μετάφραση είναι πραγματικό σχολειό για τον λογοτέχνη. Για αυτό και μόνο νομίζω πως αξίζει να καταπιαστεί με αυτή κάθε επίδοξος συγγραφέας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Εργάζομαι πολύ, συνδυάζοντας τα ενδιαφέροντά μου με την εργασία και την εξέλιξή μου. Θα επαναλάβω αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν: «Η λογοτεχνία είναι μόχθος». Η μουσική που επιλέγω είναι αυτή που ήδη προανέφερα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα μ’ ενδιέφερε να μεταφράσω την σύγχρονη αγγλόφωνη λογοτεχνία στις καλύτερες στιγμές της (Μπάνβιλ, Μπαρνς, Μακ Γιούαν, Έιμις) και κάποιους κλασικούς γάλλους συγγραφείς.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν είναι εύκολο να ανατραπεί η εκδοτική και αναγνωστική νοοτροπία δεκαετιών. Είναι σίγουρα άδικο να περιθωριοποιείται ο μεταφραστής, αλλά αυτό γίνεται κατά κόρον στην Ελλάδα και δεν βλέπω πώς μπορεί ν’ αλλάξει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Ο καλός επιμελητής είναι αναντικατάστατος. Η ποιότητα της συνεργασίας εξαρτάται από την ποιότητα συγγραφέα και επιμελητή και βέβαια από την καλή πρόθεση αμφοτέρων.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Οι ήρωες των καλών βιβλίων πάντα μας ακολουθούν είτε τα γράφουμε εμείς είτε τα μεταφράζουμε.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω πολλά πράγματα μαζί. Γράφω και ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για το σκοτεινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Με ενθουσίασε η ιδέα του the Artist.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο διευκολύνει, υπό όρους,  την μετάδοση της γνώσης και υποκαθιστά ένα μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας. «Μέτρον άριστον» όπως σε όλα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ταυτίζω την αιώνια νιότη με την αιώνια πλήξη. Προτιμώ να κρατήσω την εμπειρία του χρόνου που περνά και τις άλλες μου ιδιότητες.