Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 77. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Μετά χαράς. Δεν πρόκειται τόσο για ένα ταξίδι απ’ την Αγγλία στην Τουρκία όπως υποστηρίζει ο τίτλος του, αλλά για μία πάλη, ή ένα παιχνίδι ίσως, να συμβιβάσω τις δυο γλώσσες στις οποίες γράφω: τ’ Αγγλικά και τα Ελληνικά. Κι ύστερα, για μια ερωτική ιστορία ― από αυτές που όλοι έχουμε και κάπως πρέπει να ξορκίσουμε. Είναι όμως και μια τιμή για μένα, καθότι βρίσκεται κάτω από τη σκέπη των εκδόσεων Πόλις.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αναλόγως σε ποια φόρμα εργάζομαι. Όταν πρόκειται για ποίηση, η σύλληψη των ιδεών γίνεται συνήθως σε απρόσμενες στιγμές: κατά τη διάρκεια μιας βόλτας ή ενός μπάνιου στη θάλασσα, πετώντας με το αεροπλάνο, παρακολουθώντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Πολλές φορές σε κάποιο καφέ. Συνήθως κατά μόνας. Σπανιότερα μέσα από συζητήσεις. Απ’ το πουθενά ξεφυτρώνει κάποια φράση και «κολλάει» στο μυαλό, επαναλαμβάνεται αυτοβούλως σαν ρεφρέν από τραγούδι και αργότερα μόνον βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο χαρτί. Έχω ένα σωρό μικρά σημειωματάρια όπου καταγράφονται τέτοιες ιδέες, φράσεις, ή προπλάσματα ποιημάτων, μην τυχόν και  τα ξεχάσω.
Η δουλειά, φυσικά, γίνεται στο σπίτι. Στον υπολογιστή. Εκεί μπαίνει το παζλ στη θέση του, είτε είναι ποίημα, είτε είναι πεζό. Αδυνατώ να θεωρήσω κάτι ολοκληρωμένο εάν δεν το έχω διαβάσει επανειλημμένα και κάτω από συνθήκες πλήρους ησυχίας και νηφαλιότητας (πνευματικής και μη).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμία ιδιαίτερη τελετουργία πλην του καφέ που μονίμως συνοδεύει τη συγγραφική μου πράξη. Η μουσική είναι συνήθως απούσα διότι μ’ εμποδίζει ν’ αφουγκραστώ τον εγγενή ρυθμό ενός ποιήματος ή ενός πεζού.
Σε παλαιότερες εποχές η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της συγγραφής ― νομίζω ότι έφταιγε ο χειμαρρώδης ενθουσιασμός της μετεφηβικής ηλικίας. Τώρα πια, όχι και  τόσο.
Ούτε στην ανάγνωση τη χρησιμοποιώ πλέον, πλην σε ελάχιστες. Τότε, επιλέγω είτε κάτι άγνωστο (ώστε να μην αποσπάται η προσοχή μου κι αρχίσω να σφυρίζω συνοδεία μουσικής) είτε κάτι επαναλαμβανόμενο και μινιμαλιστικό (Φίλιπ Γκλας, λ.χ.) που, για κάποιο λόγο, νιώθω πως με ωθεί παραπέρα στη δουλειά μου. Συνήθως δίνω μεγάλη προσοχή στην ενορχήστρωση της μουσικής που ακούω (προκλασική, αλλά και πολλές τζαζ ηχογραφήσεις της ECM) με αποτέλεσμα να αδυνατώ να συνδυάσω τη συγγραφή με την ακρόαση.

Από τις ωραιότερες ανακαλύψεις μου τώρα τελευταία ― στα απαραίτητα διαλείμματα από τη συγγραφή ― είναι διάφοροι ιντερνετικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κλασικής μουσικής, ιδιαιτέρως από χώρες με των οποίων τις γλώσσες δεν είμαι εξοικειωμένη: ανάμεσα σε γνώριμα κομμάτια, χαίρομαι ν’ ακούω τους εκφωνητές να μιλούν Ουγγρικά στο Ράδιο Μπαρτόκ, π.χ. : με μαγεύει ο άγνωστος ρυθμός της γλώσσας, έτσι όπως ψάχνω να την τοποθετήσω ανάμεσα στα Φινλανδικά και τα Κορεάτικα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μονίμως! Σε καφέ, σε μπαρ, σε τραίνα (τι υπέροχο το ταξίδι με τραίνο!), αεροπλάνα, αεροδρόμια, νοσοκομεία, πάνω σε καπώ αυτοκινήτων, όπου μπορείτε να φανταστείτε. Αλλά η τελική επεξεργασία γίνεται πάντα και μόνο στον υπολογιστή, σε μέρος ήσυχο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τον Αμερικανό ποιητή Φρανκ Ο’ Χάρα. Έχω την εντύπωση ότι έζησε τη ζωή του με τον ίδιο ανάλαφρο και, συνάμα, βαρυσήμαντο τρόπο που διαβάζονται τα ποιήματά του: η Νέα Υόρκη τη δεκαετίας του ’50, η δουλειά του ως μελετητής εκθέσεων στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, οι επιπόλαιοι δεσμοί του με νεαρά αγόρια, οι δυνατές φιλίες που διατηρούσε με τον Άσμπερυ και τον Ντε Κούνινγκ μεταξύ άλλων, ο θαυμασμός του για τον Τζάκσον Πόλοκ ― όλα αυτά είναι βιογραφικά στοιχεία που μ’ εξιτάρουν, ασχέτως της αγάπης που τρέφω για την ποίησή του. Υφίστανται, βεβαίως, ήδη μονογραφίες πάνω στο έργο και τη ζωή του, αλλά στην Ελλάδα ο Ο’ Χάρα είναι σχετικά άγνωστος. Θα μου έδινε μεγάλη χαρά να μεσολαβήσω ώστε να γίνει γνωστότερος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Θα ήθελα να μπορώ να κάνω το ίδιο και με τον Τζάκσον Πόλοκ, αλλά νιώθω πως οι λέξεις είναι παραπλανητικές στην περιγραφή της δύναμης της ζωγραφικής του. Συν τοις άλλοις, η ζωή του, αντιθέτως με του Ο’ Χάρα, δε συνάδει με το μεγαλείο της τέχνης του: ο Ο’Χάρα δημιούργησε λόγω της ζωής που ζούσε• ο Πόλοκ παρ’ όλη τη ζωή που ζούσε. Ίσως, όμως, καλύτερα έτσι, γιατί θα έχω την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ και με τον Πόλοκ μέσω του Ο’ Χάρα, αν ποτέ το αποφασίσω.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Paul Auster, Knut Hamsun, Jens Christian Grøndahl, Peter Høeg, Patrick Modiano, Martin Amis, Jean Echenoz, Joseph Conrad, Herman Hesse, Jeanette Winterson, Tim Parks, Philip Roth, Gore Vidal.
Από ποιητές: Frank O’Hara, Adrienne Rich, e.e. cummings, Carol Ann Duffy, Richard Siken, Frederick Seidel, Walt Whitman, Wendy Cope, Billy Collins, Adam Zagajewski, Eugenio Mondale, Τάσος Λειβαδίτης, Μιχάλης Αναγνωστάκης κι ο Τούρκος Orhan Veli Kanık. Παλεύω, επίσης, μονίμως, με τον T.S. Elliot, την Elizabeth Bishop και τον Ανδρέα Κάλβο.
Τέλος, είμαι μόνιμη και περιχαρής αναγνώστης των φιλοσοφικών δοκιμίων του παλιού μου καθηγητή, πολιτικού φιλοσόφου John Gray, των περιπατητικών στοχασμών του W.G. Sebald και της μεγάλης μου φοιτητικής αγάπης, του Φρειδερίκου Νίτσε.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

(Σκέφτομαι τα βιβλία στα οποία επανέρχομαι πάντα με χαρά και ανανεωμένη προσμονή:)
Mrs. Dalloway (V. Woolf), Πείνα (K. Hamsun), Η Δίκη (Κafka), The New York Trilogy (P. Auster), The Man Who Was Thursday (G.K. Chesterton), Cosmopolis (De Lillo), Το Δέρμα (Κ. Μαλαπάρτε), Κάτω από τον τροχό (H. Hesse), City (Al. Barricco), Straw Dogs (John Gray), Darkness Visible (William Styron), The Great Gatsby (F. Scott Fitzgerald), Crush (Richard Siken), Ragtime (E.L. Doctorow), Ο Γύρος του Θανάτου (Θ. Κοροβίνης), Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση (J. Améry). Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι να διαβάζω πάνω από πενήντα φορές το «Moonfleet» του J. Meade Falkner. Καιρός να ξανασυναντηθούμε• δεν ξέρω τι θα προκύψει!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Σαφώς. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, ο Θωμάς Κοροβίνης, η Έρση Σωτηροπούλου με τη «Φάρσα», η Λένα Κιτσοπούλου στιγμές στιγμές, η Κάλλια Παπαδάκη, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Στην ποίηση, ο Νάσος Βαγενάς, ο πρώιμα χαμένος Γιάννης Βαρβέρης, ο νεαρός Νίκος Βιολάρης, ο Γιάννης Δούκας, ο Κωστής Γκιμοσούλης, ο Χάρης Βλαβιανός, οι μικρές φόρμες του Πάνου Κυπαρίσση και ο Σταμάτης Πολενάκης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αμοραλιστής Τομ Ρίπλεϋ, της Πατρίσια Χάισμιθ. Βαριέται να σκοτώνει, αλλά αν χρειαστεί, θα το κάνει κι αυτό… Υπέροχη σύλληψη ενός γοητευτικότατου ψυχοπαθούς: μια ζωή δίχως συναισθηματισμούς.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Εργάζομαι με λιγότερο συστηματικό τρόπο απ’ όσο θα ήθελα. Έχω, φυσικά, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με έναν ορισμένο αριθμό σελίδων ανά ημέρα, αλλά συνήθως πάει στράφι… Πλην λίγων περιπτώσεων, όταν αποφασίσω πια, με το καλό, να καθίσω και ν’ ασχοληθώ με μία μετάφραση, το κάνω πυρετωδώς: εργάζομαι πολύ περισσότερες ώρες απ’ ό,τι υπολόγιζα, βγάζοντας πολύ περισσότερες σελίδες ανά την ημέρα, έχοντας φυσικά λιγότερο περιθώριο χρόνου. Έτσι η μετάφραση μού θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφω πεζογραφία, ή ακόμα και τον τρόπο που έγραφα κάποτε τις μεταπτυχιακές διατριβές: βυθίζομαι έντονα μέσα στον κόσμο του συγγραφέα και δε βγαίνω για αέρα μέχρι να τελειώσει το εγχείρημα. Μοιάζει λίγο με τον έρωτα• έχει αυτόν τον ενθουσιασμό που σε κάνεις να θες να διαβάσεις και να μυηθείς στα του κειμένου άγνωστα: τη ζωή του συγγραφέα, τις ιστορικές και γεωγραφικές συντεταγμένες της πλοκής, κλπ. Ίσως να είναι καλό αυτό, εν τέλει, διότι έτσι το κείμενο αποκτά μία σφιχτοδεμένη προσωπική ταυτότητα: ο μεταφραστής έχει ριψοκινδυνεύσει, κατά κάποιον τρόπο,  την πνευματική του γαλήνη κι άρα το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ρίσκο.

Ιδεατά, ο μεταφραστής πρέπει να θαυμάζει και ν’ αγαπά το κείμενο που καλείται να μεταφράσει. Επειδή αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, φτάνει να υπάρχει μία σχέση σεβασμού ανάμεσα στους δύο «γονείς». Ο μεταφραστής υποχρεούται να μεταφέρει όσο πιο κομψά γίνεται το έργο του συγγραφέα στη μητρική του γλώσσα, ει δυνατόν δίχως να δίνεται ποτέ η εντύπωση ότι το αποτέλεσμα είναι προϊόν μετάφρασης. Στο δίλημμα, δηλαδή, μεταξύ αυθεντικότητας και ομορφιάς, ψηφίζω ομορφιά. Αλλά, για να το ξεκαθαρίσω: αναφέρομαι μόνο στην πεζογραφία. Η ποίηση είναι άλλο ζήτημα. Κι αυτό έχει να κάνει, νομίζω, με το ρυθμό. Άλλο να μεταφράσεις ένα πεζογράφημα από μέτρο 4/4 σε 6/8 λόγω του διαφορετικού ρυθμού της γλώσσας, κι άλλο ν’ αλλάξεις το τέμπο ενός ποιήματος…

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θα έλεγα ότι δυσκολεύτηκα (ηδονικά, όμως!) περισσότερο στο βιβλίο της Melanie Wallace, «Blue Horse Dreaming»: ήταν τόσο δαντελωτά γραμμένο, διανθισμένο μ’ ένα λεξιλόγιο λεπτών αποχρώσεων κι εντόνων συγκινήσεων. Είναι γενικά δύσκολο ν’ αποφύγεις τους συναισθηματισμούς στην ελληνική γλώσσα: οι λέξεις βρίθουν «βάρους». Ενώ το βιβλίο της Wallace ήταν ένα καταπληκτικό δείγμα αγγλικής ακριβολογίας και συναισθηματικής αποστασιοποίησης, παρ’ όλο που περιέγραφε έναν βούρκο βιαιότητας, ανηθικότητας και τρέλας.
Όσο για τη μετάφραση που ευχαριστήθηκα περισσότερο, αυτή βρίσκεται στον αντίποδα όσων συνήθως κάνω: μου ζητήθηκε να μεταφράσω δυο διηγήματα συγγραφέων των εκδ. Πόλις στ’ Αγγλικά, ώστε να σταλούν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Η χαρά και μόνο ότι καλούμουν να πλάσω εγώ την λεπτεπίλεπτη και κοφτερή Αγγλική γλώσσα, ήταν από μόνη της υπεραρκετή.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εν τη απουσία (για την ώρα) σχεδίου έκδοσης του βιβλίου της Γουάλας, θα πρότεινα με μεγάλη μου χαρά το «Some kind of Grace» («Χάρις κι Εξιλέωσις») του Ρόμπιν Τζένκινς, που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο από τις εκδόσεις Πόλις. Ο Τζένκινς ― ένας γίγαντας της σκοτσέζικης λογοτεχνίας ― είναι ένας πραγματικός μάστορας της γλώσσας: ελπίζω να μην έχω φανεί κατώτερη των προσδοκιών μεταφέροντας το βιβλίο του στα Ελληνικά, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του, αγγλική έκδοση. Πρόκειται για την ιστορία ενός πρώην Βρετανού διπλωμάτη που επιστρέφει στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ’50 για ν’ ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση δύο φίλων του, χριστιανών ιεραποστόλων, και βρίσκεται στη δίνη πανταχόθεν φυσάμενων ραδιουργιών και δογματισμών, εταιρικών συμφερόντων και  πνευματικής πενίας.  Αυτό που μ’ έθελξε περισσότερο είναι το πόσο εύστοχος παραμένει ακόμα και σήμερα ο σχολιασμός των σχέσεων του δυτικού κόσμου με τη Μέση Ανατολή: από τις χλιδάτες δεξιώσεις της Βρετανικής Πρεσβείας μέχρι την πανταχού παρούσα φτώχεια και την επικρατούσα δεισιδαιμονία, τίποτα δε μοιάζει να έχει αλλάξει τα τελευταία εξήντα χρόνια στο Αφγανιστάν, πλην της πυρπόλησης των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμυάν (που τόσο έξοχα περιγράφει ο Τζένκινς) από τους Ταλιμπάν και της αντικατάστασης των βρετανικών αποχρώσεων της αποικιοκρατικής υπεροψίας από αμερικανικές. Θεωρώ ότι είναι ένα μικρό διαμάντι «κατασκοπευτικής» μυθιστορίας, γλωσσοπλασίας και ιστορικού σχολιασμού.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Σαφώς και υπάρχουν! Από ποιητές, οι προαναφερθέντες Φρανκ Ο’ Χάρα και Αντριέν Ριτς. Ίσως κι ο Ρίτσαρν Σάικεν (αν θαυμάζω υπερβολικά τη μουσικότητά του ώστε να την αμαυρώσω μεταφράζοντάς τον). Θα ήθελα να μπορώ να μεταφράσω τον Πέτερ Χόε, ειδικά το πρώτο του βιβλίο, την «Αντίληψη του εικοστού αιώνα» (Forestilling om det tyvende århundrede)• αλλά δε μιλάω Δανέζικα… Ίσως από τα –παραπλήσια- Νορβηγικά μια μέρα… Αντί για συγκεκριμένους συγγραφείς, θ’ αναφέρω τρία βιβλία που αγάπησα: Τα προσφατα «Lamb» της Bonnie Nadzam και «Open City» του Αμερικανο-Νιγηριανού Teju Cole, και τη (θρυλική στη Νορβηγία) τριλογία του Gunnar Staalesen «1900/1950/1999» όπου, με πρόσχημα την ιστορία ενός φόνου (που συμβαίνει την 1/1/1900 κι εξιχνιάζεται την 31/12/1999) παρελαύνει όλη η ιστορία του 20ου αιώνα μέσα από τα μάτια διαφορετικών κατοίκων στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Θα το θεωρούσα μεγάλη τιμή, επίσης, να μεταφέρω το σύνολο του έργου του Κνουτ Χάμσουν στα Ελληνικά, όπως και να μεταφράσω εκ νέου τα δοκίμια του Πωλ Βαλερύ για την ποίηση. Δε χορταίνω να τα διαβάζω…. Αλλά αυτά στο (πολύ) μέλλον. Τέλος, καιρός κάποια στιγμή ν’ ασχοληθώ και με την αντίθετη εργασία: τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα Αγγλικά: τους διεθνώς παραμελημένους Ηλία Βενέζη και Κοσμά Πολίτη• την ποίηση του Ουράνη.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σωστά στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα. Όσο ονειρεμένη και να είναι μια μετάφραση του Σαίξπηρ, δεν παύει να είναι Σαίξπηρ: η σύλληψη, η ιδιοφυΐα είναι όλη δική του. Φυσικά κι ένας «άψογος» μεταφραστής του Σαίξπηρ πρέπει να χαίρει μιας κάποιας αναγνώρισης (όπως, επίσης, και οι εσκεμμένες επιλογές που έκανε), αλλά σπάνια ξεπερνά ο μεταφραστής το συγγραφέα. Δύο εξαιρέσεις γνωρίζω σ’ αυτόν του κανόνα: τις μεταφράσεις (αποδόσεις) των ποιημάτων του Nazim Hikmet από το Γιάννη Ρίτσο και τις αγγλικές μεταφράσεις του Orhan Pamuk από την Maureen Freely. Ο πρώτος δεν μιλούσε τουρκικά κι ουσιαστικά «γέννησε» εκ νέου ποιήματα παραπλήσια με του Χικμέτ ― καλύτερα, δε, από τα αρχικά. Η δεύτερη είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνη για το Νόμπελ του Παμούκ: όταν ο πρόεδρος της Σουηδικής ακαδημίας κατηγορήθηκε για πολιτική μεροληψία υπέρ του Τούρκου συγγραφέα, κατέστησε σαφές ότι η επιλογή έγινε καθαρά με λογοτεχνικά κριτήρια. Η σύγκριση της εξαιρετικής μετάφρασης της Freely μα τα ασθμαίνοντα κείμενα στο πρωτότυπο δείχνει την πραγματική πηγή της λογοτεχνικής τους αξίας.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Βαργκ Βέουμ με ακολουθεί συνεχώς! Τώρα τελευταία, δε, κάνει τη μία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη μετά την άλλη. Αν κι εγώ τον είχα φανταστεί λίγο διαφορετικά, λίγο περισσότερο σαν τον ίδιο τον Στόλεσεν κι όχι σαν το γοητευτικό Trond Espen Seim… Ο Άξελ Βίντινγκ επίσης. Είναι το alter ego του πολύ αγαπητού μου μουσικού Ketil Bjørnstad: μεγάλωσε κι έγινε ένας εξαιρετικός συνθέτης κι ερμηνευτής της jazz. Συν τοις άλλοις, υπάρχει κι ένα τρίτο και τελευταίο μέρος των περιπετειών του, που παραμένει για την ώρα αμετάφραστο. Οψόμεθα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον «Δρυ», το εφηβικό alter ego του καλού μου, πια, φίλου Ιζζέτ Τζελάσιν: εγκατέλειψε την Κων/πολη και ζει μια όμορφη και ήσυχη ζωή στο Όσλο.

Ο χαρακτήρας που αγάπησα περισσότερο, όμως, (και τη ζωή του οποίου ζήλεψα και λίγο) ήταν ο Τζων Μικλάουντ, του Ρόμπιν Τζένκινς: πάντα είχα αδυναμία στους ατρόμητους λάτρεις του κοσμοπολιτισμού, των ταξιδιών και της περιπέτειας. Ο Τζων με «συνόδευσε» για αρκετούς μήνες μετά το τέλος του βιβλίου, καθώς μου έδωσε την αφορμή να μελετήσω αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «Το Μεγάλο Παιχνίδι»: τις αποικιοκρατικές συγκρούσεις μεταξύ Βρετανών και Ρώσων για τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας. Είναι μια πτυχή της ιστορίας για την οποία γνώριζα ελάχιστα πράγματα και η οποία ― λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπλοκή της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πράγματα ― μ’ έκανε να δω τον 1ο Π.Π. μ’ ένα εντελώς νέο μάτι.

Περί αδιακρισίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά (εκδ. Πόλις). Την τριλογία Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ (εκδ. Μέδουσα). Ξαναδιαβάζω, για δεύτερη φορά (back to back, που λένε) το «Οpen City» του Teju Cole. Ανάλογα το κέφι μου!
Γράφω ποίηση, με σκοπό την έκδοση μιας δεύτερης ποιητικής συλλογής στα Ελληνικά. Μερικά ποιήματα είναι έτοιμα και θα «φύγουν» για δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Στα υπόλοιπα κάτι λείπει, όπως λέμε χαριτολογώντας με το Γιάννη Δούκα: ένα χέρι εδώ, ένα πόδι εκεί• μερικά έχουν δυο μύτες, δυο αυτιά, κ.ο.κ. Χρήζουν εγχείρισης. Συνεχίζω να γράφω και στ’ Αγγλικά. Αυτό δε σταματάει ποτέ.

Ακονίζω τις δυνάμεις μου μ’ ένα πεζό κείμενο που ξεκίνησε από διήγημα, έγινε νουβέλα και ξανακόπηκε σε διήγημα. Επίσης μη-έτοιμο. Δε μου προκαλεί το ίδιο άγχος όσο τα ποιήματα όμως. Θέλει χρόνο για να ωριμάσει.

Μεταφράζω τη συνέχεια της «Λέσχης των Νέων Πιανιστών» του Ketil Bjørnstad για τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο «Το Ποτάμι». Επίσης, τα «21 τραγούδια αγάπης» της Adrienne Rich, από την ποιητική της συλλογή «The dream of a common language». Ξανά…Τις προάλλες, έσβησα άθελά μου το file με την υπάρχουσα μετάφραση κι έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Μεγαλεία…

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είδα πρόσφατα το Λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι κι ενθουσιάστηκα με την αισθητική και τον ανθρωπισμό του. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Α Single Man» του Τομ Φορντ: ήταν μια υπενθύμιση ότι στην άρτια εκτελεσμένη τέχνη δε χωράει τίποτα το περιττό.

Στο σινεμά έχω ορισμένους σύγχρονους σκηνοθέτες που αγαπώ και παρακολουθώ, ασχέτως εάν ορισμένες ταινίες τους μ’ έχουν απογοητεύσει. Ποιος καλλιτέχνης είναι, εξάλλου, μονίμως καλός; Είναι συνήθως σκοτεινοί και λίγο καφκικοί: David Lynch, Darren Aronovksy, David Fincher, Christopher Nolan, Nuri Bilge Ceylan, Christopher Boe, Lars Von Trier. Στέκονται όλοι πάνω στους ώμους των γιγάντων Ingmar Bergman και Akira Kurosawa. Με το θέατρο τα πήγαινα πολύ καλύτερα όσο ζούσα στην Αγγλία… Αγαπούσα ιδιαίτερα τα ευφυέστατα θεατρικά έργα του David Hare και της Yasmina Reza.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την αιώνια νιότη, όχι. Την εκτενή νιότη, ίσως. Τη μεταφραστική μου ιδιότητα, γιατί όχι; Την αναγνωστική, ασφαλώς και όχι. Τη συγγραφική, δε, με τίποτα.

Στις φωτογραφίες: Frank O’ Hara, John Gray, Adrienne Rich, Jens Christian Grøndahl, Patrick Modiano, Teju Cole, Gunnar Staalesen, Ketil Bjørnstad, David Hare, Kaurismaki/Havre.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 75. Νίκη Τρουλλινού

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σας τους λέω χωρίς σειρά αξιολόγησης, όπως μου ’ρχονται, (σωστό και δίκαιο κατά κανόνα το πρώτο φλας στο μυαλό) Ντοστογιέφσκι και Τολστόι, Τσέχωφ και άλλοι κλασσικοί, θυμάστε τα δερματόδετα ΑΠΑΝΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ; Ασήκωτα στο χέρι, ήταν για το σπίτι αυτά, για το σχολείο, στο τελευταίο θρανίο διάβασα για χρόνια ένα αξιόλογο μέρος της μεταφρασμένης παγκόσμιας και ελληνικής λογοτεχνίας, ας είναι καλά οι εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ. Στην δικτατορία έπιασα τις εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ και τα ΚΕΙΜΕΝΑ του αείμνηστου Βλάχου, είχα το χούι να τα κάνω σειρές, το ’74 πέρασα στο ΘΕΜΕΛΙΟ, αργότερα στον ΟΔΥΣΣΕΑ,  τι θυμάμαι πολύ; Βιρτζίνια Γουλφ, Χεμινγουέη, Στάιμπεκ, Χάσεκ, Κούντερα, Πούσκιν, Λέρμοντοφ,  Τρουαγιά, Αραγκόν, Έρεμπουργκ, Μπρεχτ, ύστερα  Γιόζεφ Ροτ και Φίλιπ Ροθ, Χάινριχ Μπελ, να πω εδώ για μια ‘’περίεργη ’’ αδυναμία μου:  όλοι, ή, όσους ξέρω, οι γερμανόφωνοι εβραίοι συγγραφείς του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από αυτούς των χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης…

…αλλά και μεταγενέστεροι, ακόμη και σύγχρονοι, π.χ. Ντανιέλ Κέλμαν, οι αδελφοί Μαν, ο Κανέττι, ο Ντέμπλιν, ο Μούζιλ, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα, κι άλλοι που γράφουν στα τσέχικα, Ίβαν Κλίμα και Κόχουτ, Εβραίοι της διασποράς όλοι τους, Άαρον  Άπελφελντ,  κάτι γίνεται μ΄ αυτούς, έχουν μια τρομακτική οξυδέρκεια ( δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να το ορίσω), και στην πιο απλή ιστορία ‘’σκάβουν’’ σε βάθος,  και μια ιδιαίτερη αίσθηση  της ιστορικότητας της ανθρώπινης περιπέτειας, βλέπε, ας πούμε Γ. Ροτ και το έργο του ‘’Hotel Savoy’’, Ερνέστο Σαμπάτο και Μπόρχες, Χουάν Ρούλφο, Πεσόα, από τους νέους Λατίνους ο Λ. Παδούρα, πιάνουμε τους Ιταλούς, πάει να πει, τον διηγηματογράφο Πιραντέλλο, τον Λεονάρντο Σάσα, Ίταλο Καλβίνο, Ίταλο Σβέβο, Τσέζαρε Παβέζε, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Κλάουντιο Μάγκρις, άλλη παραξενιά μου ήταν στο διάβασμα να τους παίρνω κατά χώρα, και τον συγγραφέα που με μάγευε να τον διαβάζω όλον. (ή, ότι έβρισκα).

Κάποτε κόλλησα πολύ με τον Αλμπέρ Καμύ, θέλω να τον ξαναδιαβάσω,(όταν φυσάει νοτιάς στο νησί, τον Ξένο του Καμύ θυμάμαι), τον Αντρέ Ζιντ, τον Ανρί Τρουαγιά, τον Αραγκόν, τον Έρενμπουργκ (μπορεί να τη γλίτωσε από τον Στάλιν, αλλά η ‘’Πτώση του Παρισιού’’ είναι σπουδαίο βιβλίο), Νεντίμ Γκιουρσέλ και Γιασάρ Κεμάλ (κι ας πήρε άλλος το Νόμπελ στη γείτονα Τουρκία), Θέρκας, Κιουρέισι, Μακ Γιούαν, Μπέρχαρντ Σλινκ και Χ.Μ. Ενζενσμπέργκερ, και σίγουρα ξεχνάω πολλούς, τα τελευταία χρόνια άλλωστε επιστρέφω συνεχώς σε παλιά διαβάσματα. Ενδιαφέρουσα εμπειρία: δεν είναι απλώς τεστ αντοχής του συγγραφέα, αλλά κυρίως ένα μικρό μονοπάτι στην αυτογνωσία, τα σημειωμένα με το μολύβι μου βιβλία και τα γραψίματα στο περιθώριο μού υποβάλλουν ερωτήματα για την προηγούμενη ζωή, μου δίνουν εξηγήσεις γι’ αρκετά ‘’ως εδώ…’’.

Η καταγραφή δεν έχει εύκολο τέλος, να σας πω για τους Έλληνες, γιατί πιστεύω ότι έχουμε καλή λογοτεχνία: Βαλτινός και Δούκα Μάρω, Νόλλας, Πανσέληνος, Κυριακίδης, Σκαμπαρδώνης, Κουμανταρέας, Σκάσσης, Φάις,  Τάσος Χατζητάτσης (έφυγε τόσο νωρίς), Βιζυηνός ο μέγας, Χατζής και Αξιώτη, Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, μια ιδιαίτερη αύρα έχει η λογοτεχνία των Ηπειρωτών,  δεν με ρωτάτε για ποίηση, γιατί; Εκεί είναι όλα, στον Καβάφη και τον Σεφέρη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Ά. Αλεξάνδρου, τον Καββαδία, τον Σαχτούρη, την Τζένη Μαστοράκη και τον Τσακνιά, τον Μέσκο, τον Γκανά, τον Λιοντάκη, τον Γκάτσο, τον Κώστα Ουράνη της νιότης μου, αρκετούς νεώτερους, η ποίηση είναι αραξοβόλι στα δύσκολα. Και τον Λόρκα, τον Φρανσουά Βιγιόν, τον Ζακ Πρεβέρ ( αγάπη της νιότης μου κι αυτός), την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Μαγιακόφσκι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα αγαπημένα βιβλία είναι πολλά, θα σας πω για κάποια που με τον τρόπο τους με ‘’βασάνισαν’’, επέστρεφαν για χρόνια και μου ‘’μιλούσαν’’: ‘’Αδελφοί Καραμαζώφ’’, ήμουνα στα έντεκα, μάλλον δεν κατάλαβα τίποτα σε κείνη την πρώτη ανάγνωση, πόσα όμως χρωστάω σ’ αυτό το βιβλίο, έπεσα στην πανέμορφη παγίδα της Λογοτεχνίας, (ναι, με το λ, κεφαλαίο), Ερνέστο Σαμπάτο: περί ηρώων και τάφων. Πεσόα, το βιβλίο της ανησυχίας, Μαρσέλ Προυστ ‘’Διαβάζοντας’’ ( ακόμα παλεύω τον Χαμένο του χρόνο), Χάινριχ Μπελ: οι απόψεις ενός κλόουν. Κάφκα: η μεταμόρφωση, μ’ αυτό το μικρό αριστούργημα παιδευόμουν χρόνια, τελικώς το έκανα κεφάλαιο ‘’στο καφάσι με τις μπίρες’’ και ξέμπλεξα. Στο ίδιο μυθιστόρημα η  ηρωίδα Εριέτα είναι η αδελφή του Χανς από τις απόψεις ενός κλόουν…, Κάθριν Μάνσφιλντ, τα διηγήματα της, κάθε φορά που βλέπω μύγα να τριγυρνά την Μάνσφιλντ σκέφτομαι, έκανε στα μάτια μου το ταπεινό πλάσμα αριστούργημα της λογοτεχνίας, Μπουλγκάκοφ, ‘’ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’ τι βιβλίο! Χατζής και το τέλος της μικρής μας πόλης, τριγυρνώ στα Χανιά – κι όχι στα Γιάννενα- στα παλιά Ταμπακαριά κι είμαστε παρέα, Βιζυηνός, όλος! Το αμάρτημα της μητρός μου λίγο περισσότερο, Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, όχι μόνο γιατί …ερωτεύτηκα  τον Μάνο, αλλά κυρίως γιατί έμαθα να ξεχωρίζω το Ανθρωπάκι από μακριά, ή αν θέλετε, από την είσοδο ακόμη των κομματικών γραφείων, μάθημα πολύτιμο για να μην σε καταπιούν οι μηχανισμοί της Αριστεράς…

Να σας πω μιαν ιστορία; Το 1988 επιστρέφοντας με κομμένα τα φτερά  από το Βερολίνο, (κι ας είχα πάει να ‘’ βρω’’  τα φτερά του  Βιμ Βέντερς), στην παραλία της Ιεράπετρας και στα σπιτάκια της κυρίας Έρσης για διακοπές, τέλη Αυγούστου πήρα μαζί μου τον Τσίρκα, ξανά, νόμιζα τότε …τυχαία! Κλεισμένη στο δωμάτιο διάβαζα, το βιβλίο με ρουφούσε ολάκερη, άπλωσα το χέρι, θέτε από αμηχανία, θέτε για μα ξεφύγω από το βάρος μέσα μου, παιδί της Αριστεράς ήμουνα από τότε που μικρούλα ο εργάτης μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε παρέα του στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ στη γενέθλια πόλη, τα Χανιά, με τον Μίκη στα μπαλκόνια, άλλα φτερά τα χέρια εκείνα, του πατέρα και του Μίκη,  το δάχτυλο πάτησε το κουμπί του φορητού ραδιοφώνου και βρρρ ο εκφωνητής έλεγε τις ειδήσεις, στα αραβικά, βεβαίως, τρόμαξα, κοίτα να δεις, λέω, στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας είμαι και δεν το ξέρω. Για όσους ξέρουν τον Κρητικό Νότο τους έκανα ήδη να γελάσουν: φυσικά ειδήσεις στην αραβική γλώσσα ακούν εκεί κάτω… μόνο που οι συμπτώσεις έχουν το λόγο τους, σε δυο  καλοκαίρια ακόμα, είχα κι εγώ την διαγραφή μου στο χέρι.

Τα ημερολόγια του Σεφέρη είναι αστείρευτη πηγή γνώσεων, κυρίως όσον αφορά την Μέση Ανατολή, Άρης Αλεξάνδρου, ‘’το κιβώτιο’’, Μ. Γκανάς, ‘’Μητριά πατρίδα’’  ο Κουμανταρέας λέει πολλά στο ‘’ το show είναι των Ελλήνων’’ , Μάρω Δούκα, ‘’ το δίκιο είναι ζόρικο πολύ’’ ( ο δοσιλογισμός δεν ήταν μονόχρωμος) αλλά και της ίδιας ‘’σκούφος από πορφύρα’’ ( η Ελλάδα αναστενάζει στο νοσοκομείο Χέρφιλντ και η καμαρίλα των… Κομνηνών),  Τ. Χατζητάτσης και όλοι οι εσπερινοί του, Θωμάς Σκάσσης και ‘’Το ρολόι της σκιάς’’( είμαι κι εγώ εκεί…) ,το τελευταίο αξιοζήλευτο του Βαλτινού, ‘’ο Τελευταίος Βαρλάμης’’, Χαβιέρ Θέρκας, ‘’ οι στρατιώτες της Σαλαμίνας’’, Κλάουντιο Μάγκρις, ‘’ Στα τυφλά’’ ( βιβλίο που αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος) , τα δυο τελευταία βιβλία νομίζω ότι θα μείνουν κλασσικά για την ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, Άλφρεντ Ντέμπλιν ‘’Δεν υπάρχει συγνώμη’’,  Μακ Γιούαν και ‘’Σάββατο’’, Χρήστος Τσιόλκας, ‘’Νεκρή Ευρώπη’’, ένα σημαντικό μέρος της σύγχρονης ‘’αστυνομικής’’  λογοτεχνίας – που αδικείται κατάφωρα έτσι αποκαλούμενη, σπουδαίο πολιτικό και κοινωνικό μυθηστόρημα είναι, από τον Κόκκινο θερισμό (τότε) του Ντάσιελ Χάμμετ ως τον Αττιά και τον Ιζζό, ‘’την νοσταλγία των δράκων’’ του Κούρτοβικ ως το ‘’Γιατί αυτοκτόνησε ο Τσε’’ του Π. Μάρκαρη με κορυφαία: ‘’η νύχτα της κουκουβάγιας’’ του Λ. Σάσα, ‘’ έγκλημα στην Κεντρική Επιτροπή’’ του Μονταλμπάν και ‘’ η κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου’’ του Ταμπούκι .

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Χάκκας και Χατζής, σύσσωμοι, (στα νεοπλουτίστικα σπίτια του πασοκικού πάρτυ, άκουγες, αν ήθελες, το καζανάκι του Μάριου Χάκκα), Ζιζέλ Πράσινος, Θράσος Καστανάκης, Παπαδημητρακόπουλος, Ιωάννου, Καρκαβίτσας, Π. Μάρκογλου, Τόλης Καζαντζής, Σκαμπαρδώνης, Νόλλας, Τσιαμπούσης, Παπαμόσχος, Οικονόμου, δεν είναι κρυφό δα, πως στο διήγημα ‘’κατοικεί’’ το μεδούλι της ελληνικής λογοτεχνίας, επαρχιώτες οι συγγραφείς του, σχεδόν όλοι, κάτι γίνεται εδώ. Και Κάθρην Μάνσφηλντ, σταθερά, το ‘’γιούσουρι’’ του Α. Καρκαβίτσα δίπλα στο ‘’ ο γέρος και η θάλασσα ‘’ του Χεμινγουέη, Αντόνιο Ταμπούκι, ’’μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας’’, όλα τα μικρής φόρμας κείμενα του Ταμπούκι .

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, ο Οικονόμου, στο ‘’ κάτι θα γίνει, θα δεις’’ , πολύ καλό βιβλίο πραγματικά, και ο Μακριδάκης στην ‘’δεξιά τσέπη του ράσου’’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ναι, πολλές φορές. Ίσως γιατί σχεδόν όλοι οι ήρωες ακουμπούν στην πραγματικότητα, φεύγουν μετά, παίρνουν το δικό τους δρόμο στις ατραπούς της φαντασίας μου, αλλά ξέρω τα νέα τους, πολλοί έχουν πεθάνει, άλλοι είναι μακριά, ξέρουν αυτοί, γι’ άλλους μαντεύω ή κάνω ευχές, λέω πως οι λέξεις είναι ένας τρόπος να τους φέρνουν κοντά και πίσω με το Νοτιά τα φρεσκοβαμμένα λατίνια – Ο Γκάτσος το λέει στην Αμοργό του, όχι εγώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μάλλον για τον Τσίρκα θα σας πω πάλι, κι ο καπετάνιος Άχαμπ στο Μόμπι Ντικ ζηλευτός, ο Ισμαήλ της Γαλανάκη, άντε σήμερα με δεδομένες τις συγγραφικές ευκολίες να ‘’ορθώσεις’’ τέτοιους χαρακτήρες και σε τόσες σελίδες. Δεν ξέρω, νομίζω κάποιες φορές, πως ο σωματικός κόπος ή και πόνος ακόμη, αυτό το μάτωμα των χεριών που περιέγραψε κάποιος κλασσικός, Γάλλος νομίζω, μην με ρωτήσετε όνομα τώρα, αντανακλούσε στο βάθος των χαρακτήρων που στόχευαν και πετύχαιναν. Κι αυτό είναι διαχρονικά το ΄΄κέρδος΄΄  των κλασσικών: η φόρμα τους συχνά μας κουράζει σήμερα, η λειτουργία του χρόνου τελείως διαφορετική στις μέρες μας, αλλά οι χαρακτήρες τους, ε;

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Χαρτάκια, σελίδες σκόρπιες, σελίδες ημερολογίου, ναι. Βρήκαν τη θέση τους μετά σε διηγήματα και άλλα πονήματα. Περιέργως πως γράφω αρκετά όταν είμαι μακριά από το σπίτι, πρόχειρα, και δεν βγάζω τα γράμματά μου μετά, καημός μεγάλος…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Για τρόπο δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω, ούτε αν παγιδεύονται οι ιδέες, ξέρω μόνο πως, ξαφνικά, από το πουθενά, εκεί που οδηγώ ένα παράξενο σύννεφο περνάει πάνω από το τζάμι του αυτοκινήτου, μια διαφήμιση σκισμένη και βρεγμένη σ’ έναν τοίχο, μια ματιά ασυνήθιστη σε κάποιο αεροδρόμιο, εικόνες περισσότερο παγιδεύω, αυτές κάποτε θα μου πουν την ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο, ή: δεν ξέρω πως συνέβη. Κοιτάξτε, δεν ονειρεύτηκα να γίνω συγγραφέας, ούτε το κυνήγησα, στο σχολείο η φιλόλογος μ’ έβαζε να διαβάζω κάποιες εκθέσεις μου φωναχτά στην τάξη, ντρεπόμουν, μια φορά μας πήραν και τα κλάματα, η τελευταία έκθεση πριν το απολυτήριο, 1971, – βραβείο πάντως για την αποταμίευση δεν πήρα ποτέ,- με το βιβλίο στο χέρι με ήξεραν όλοι,  κάτι κείμενα είχα, σε μια δύσκολη περίοδο, τα έδειξα, με έπεισαν φίλοι ότι αξίζουν και πήγα στο τυπογραφείο: ΕΝΑ ΜΟΛΥΒΙ ΣΤΟ ΚΟΜΟΔΙΝΟ. (1995) Διηγήματα. Ιδίοις εξόδοις, φυσικά, είχα κερδίσει καλά λεφτά από δικαστική υπόθεση, πλήρωσα. Ούτε πήγε το μυαλό μου να ψάξω εκδότη. Το αγαπώ αυτό το βιβλίο. Μου φάνηκε περίεργο που άρεσε, βρέθηκα από το πουθενά στην εκπομπή του Β. Βασιλικού, δεν το γλέντησα, το έβαλα στα πόδια, εγώ συγγραφέας, έλα καλέ τώρα, συγγραφείς είναι αυτά τα τέρατα που διαβάζω, εγώ τι δουλειά έχω δίπλα τους. Επανακυκλοφορεί από τον ΚΕΔΡΟ. Οι άνθρωποι που μ’ έσπρωξαν έχουν και οι δύο πεθάνει, κι εγώ έμεινα με το χρέος.

Ακολούθησε πολύ αργά, εφτά χρόνια μετά, το ΜΑΡΑΛ ΟΠΩΣ ΜΑΡΙΑ, (2002) πάλι διηγήματα – οι έρωτες δεν κρύβονται – έγινε πολλή κουβέντα γι’ αυτό το βιβλίο, εγκωμιαστικές κριτικές από αγνώστους (κι αυτό είχε την αξία του), βρέθηκε σε λίστα βραβείου, έχει κάνει δεύτερη έκδοση από το ΡΟΔΑΚΙΟ. Και να σκεφτείτε ότι δεν το έβγαζε κανείς, το είχαν απορρίψει  7-8 εκδότες, πήρα πολλή πίκρα, τώρα έμπαινα στο χορό! Και τώρα – νέο φρούτο – ένιωθα ευθύνη, και η συλλογή ΚΑΙ ΦΥΣΗΞΕ ΝΟΤΙΑΣ…(2006) δεν άργησε πολύ. Πάνω κει είχα τον πειρασμό και την περιέργεια, ‘’μπορώ να κινηθώ σε μεγαλύτερη φόρμα, θα τα καταφέρω;’’ Κι ήρθε το μυθιστόρημα Μ’ ΕΝΑ ΚΑΦΑΣΙ ΜΠΙΡΕΣ (2009) από τον ΚΕΔΡΟ. Είναι κάτι πολύ δικό μου κι ας μην είναι αυτοβιογραφικό, είναι ό,τι χρόνια ρουφούσα από γύρω μου, ό,τι θα ήθελα να πω ή και να φωνάξω για την ματαιωμένη μου γενιά, για τις ευθύνες της, είναι ένα βιβλίο που θα διαβάζεται ίσως και στο μέλλον – όχι, δεν είμαι καβαλημένη, μα έτσι μου φαίνεται. Ενδιάμεσα έκανα και κάνω διάφορες τρέλες, μια δουλειά για τον Ν. Καζαντζάκη, τον ταξιδιωτικό Καζαντζάκη, αυτός με μαγεύει, για ποιητές, ψάχνω αρχεία: έτσι προέκυψε το βιβλίο ‘’ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΪΖΗ, Πόσο πολύ σ’ αγάπησα’’ η ζωή της, ανθολόγιο, η αλληλογραφία της. Ξεχασμένη ποιήτρια του ’30, Κρητικιά, την τραγουδούν εδώ και χρόνια οι νέοι κι όχι μόνο.

Μπα, δεν έχω πόθους ξεκινώντας ένα βιβλίο, πίεση νιώθω, κάτι με τρώει, μπαίνω σ΄ έναν κόσμο που νομίζω ότι με περιμένει, σιγά σιγά νιώθω καλά, γράφω αν μου βγαίνει, δεν πιέζομαι, δεν έχω υποχρέωση να γράφω, ούτε να κάνω καριέρα συγγραφέα, υπάρχουν τόσα και τόσο σπουδαία βιβλία για τους αναγνώστες, αυτό είμαι πρωτίστως, αναγνώστρια, επαρκής, θέλω να ελπίζω. Ίσως γι’ αυτό – ανάποδα τις πήρα τις ερωτήσεις σας – δεν υπάρχουν τελετουργίες, ούτε ακούω μουσική όταν γράφω, όταν η πίεση δεν πάει άλλο, απλώς στρώνομαι στο χαρτί, κυρίως στο χαρτί, λιγότερο στον υπολογιστή, μου τρώει πολύ χρόνο έτσι, αλλά με βοηθάει να πετάω, και πετάω πολύ. Βεβαίως, κάπου έχετε δίκιο: υπάρχει ένα λάκτισμα για να ξεκινήσω, κάτι ιδιαίτερο, ξεχωριστό – κι αυτό αφορά κυρίως στα διηγήματα- κάτι που νομίζω πως βλέπω μόνο εγώ, μιλώντας για την τέχνη της φωτογραφίας ο Ρ. Μπαρτ το λέει punctum, το κέντρισμα να το μεταφράσουμε; Τότε γράφω όπου βρω, σε χαρτάκια και σημειωματάρια, έχω βουνό από τέτοια, περιμένουν. Περιμένουν; Υποψιάζομαι ότι έχω χάσει ουκ ολίγα.

Η μουσική, μεγάλη ιστορία. Ακούω πολύ ραδιόφωνο, κρατικό, έχω αδυναμία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους είδη,  φτάνει να είναι στην ώρα τους: μουσικές της Μεσογείου, αμερικάνικο ροκ και μπαλάντες, γαλλικό chanson, πολύ λίγα κλασσικά κομμάτια που είμαι δεμένη συναισθηματικά μαζί τους, μεγάλωσα πάντως με Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Σαββόπουλο και τους μένω πιστή. Ισχυρίζομαι δε ότι μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την μουσική μας παράδοση και το τραγούδι, και τις φωνές αυτού του τόπου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα βιβλία γράφονται και ‘’φεύγουν’’. Οδεύουν προς τον αναγνώστη. Αυτός έχει τον λόγο πια. Και μ’ αρέσει να τον ακούσω, ίσως γιατί… δεν γράφω γι’ αυτόν, για μένα το κάνω, κι έχω την απορία να δω, συναντηθήκαμε κάπου αυτός κι η αφεντιά μου; Είχα κάτι να του πω; Μετά το μυθιστόρημα ‘’Μ’ ένα καφάσι μπίρες’’ , κτύπησε το τηλέφωνο, μια άγνωστη γυναίκα μου είπε πως ταυτίστηκε με την ηρωίδα, σύζυγο πανεπιστημιακού, πως αυτή ήταν η καλύτερη ψυχανάλυση που έχει κάνει, και μ’ ευχαριστεί πολύ γι’ αυτό. Ένιωσα ανακούφιση κι έκλεισα την πόρτα του βιβλίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πάντως όχι από τα βιβλία !  Από την δουλειά μου. Πτυχίο Νομικής Αθηνών, έκανε τον κύκλο της η μάχιμη δικηγορία, δίδαξα αρκετά χρόνια στο ΤΕΙ Ηρακλείου, τα τελευταία ένδεκα χρόνια συντηρώ την οικογενειακή μας επιχείρηση, ξενώνας στο βουνό, τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ. Κι ακούγεται ολίγον εξωτικόν αλλά είναι πολλή η κούραση. Τ΄ αγαπώ πάντως. Η ζωή στο χωριό – παιδί της πόλης ήμουνα – μου έδωσε πολύτιμα μαθήματα ζωής, μιαν ανάσα διαφορετική, το μέτρο των πραγμάτων και του ανθρώπου, η φύση σε μαθαίνει  ταπεινότητα και σε γαλουχεί ελπίδα, ξέρετε, ο κήπος είναι παντελώς κατεστραμμένος μετά το χιονιά, την πρώτη φορά έβαλα τα κλάματα, και σε δυο τρεις μήνες ολάνθιστος, κραταιός. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… Και για να είμαστε προσγειωμένοι,  στις  πόλεις δίπλα πια τα χωριά, με διαδίκτυο και τις βολές μας, μην μας βλέπετε ως ξωτικά, η επιστροφή στις επαρχίες μπορεί πια να γίνει με νέους όρους, άντε, τολμήστε!!! (μπορώ να γελάσω;). Φυσικά οι συγγραφικές καριέρες στην Αθήνα κτίζονται, αλλά… αλλά το καλό βιβλίο δεν θα χαθεί. Και, ξέρετε κάτι: διάσημοι και λιγότερο  γνωστοί, όλοι μαζί θα βρεθούμε στα ράφια των βιβλιοθηκών του μέλλοντος, και οπωσδήποτε σε 2 τ.μ γης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τα μέσα της δεκαετίας του ’80,  το σπίτι της πόλης, να το φτιάξουμε, να μεγαλώσουν τα παιδιά εκεί που μεγάλωσε και ο πατέρας τους, τι ωραίο δώρο. Τραβάμε ένα σαρακοφαγωμένο ερμάρι, πίσω του ένα κρυφό, κατάκλειστο, εντειχισμένο ντουλάπι, σωρός τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης – κλεισμένα, ξεχασμένα εκεί από τον σκληρό Απρίλη του ’67, πανηγύρι! Έλεγα κάθε πρωί πως επιβλέπω τους μαστόρους και την ‘’έκανα’’ από το γραφείο,  κι εγώ χάθηκα στα κιτρινισμένα φύλλα μιας εποχής, μιας ανάτασης, μιας ακόμη ματαιωμένης ευκαιρίας. Χάρηκα που ο Τσίρκας αγαπούσε τον Καβάφη, ανακάλυψα την Ζιζέλ Πράσινος και άλλους πολλούς. Καλά, υποψιάζεστε τι κακοτεχνίες μού άφησε η εργατική τάξη – για τα δίκια της οποίας πάλευα!  Σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά διαβάζω πολλά, και εδώ πάλι να πω ότι το πείσμα ανθρώπων μεγαλουργεί, όταν θέλει, σ’ αυτή τη χώρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;    

Αν η λέξη ‘’μονογραφία’’ δεν είναι βαρύγδουπη, έχει συμβεί ήδη,  μ’ αφορμή Συνέδρια  ή αφιερώματα σε έντυπα  κλπ. Ανταποκρίθηκα για αυτούς που αγαπώ την δουλειά, την προσφορά τους. Μιχάλη Γκανά, Χριστόφορο Λιοντάκη, Ν. Καββαδία, Λιλή Ζωγράφου, το βιβλίο για την Κατίνα Παΐζη επίσης.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ήμουν μανιακή με τον κινηματογράφο, η Άννα στο διήγημα ‘’Ιάσων από την Κολχίδα’’ τα λέει όλα, ξέρω απέξω σκηνές και σκηνές, οι εικόνες που μένουν ανεξίτηλες, ένα παράθυρο και η κουρτίνα στο άνεμο: ο ‘’Καθρέπτης’’ του Ταρκόφσκι, το κουρεμένο γυναικείο κεφάλι  στο ‘’Χιροσίμα, αγάπη μου’’, από τον Μπέργκμαν ως τους Ταβιάνι και φθάνουμε στον Καουρισμάκι και τον Φατίχ Ακίν, άστε καλύτερα, ξύνετε πληγές. Γιατί, τώρα  πια δεν βλέπω  τόσο όσο θέλω και έχω ανάγκη. Έκλεισαν τα παλιά σινεμά, αλλά έχουμε μια πολύ καλή κινηματογραφική λέσχη κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο .Θέατρο, ε; , κορίτσι στο υπόγειο του Κουν είδα πράματα και θάματα, τώρα Θέατρο βλέπω πάντα όταν ανεβαίνω στην Αθήνα κάμποσες φορές το χρόνο (τα καλοκαίρια μιλάμε κατά κανόνα για αρπαχτές στην επαρχία), έχω και τις προτιμήσεις μου: από χρόνια παρακολουθώ τον Μαυρίκιο, τον Λιβαθινό και τον Θεοδωρόπουλο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Σας γράφω την απάντηση και γελάω: όλοι με ποίηση ξεκινούμε, τέτοιο σαράκι, κάποιος θα πρέπει να σκύψει στο φαινόμενο και να το ερμηνεύσει, χώρα Ποιητών – ναι, κεφαλαίο το π – αλλά και γραφικών. Τα παράτησα πολύ νωρίς, η Ποίηση στέκεται πολύ ψηλά στην συνείδησή μου για να την ταλαιπωρήσω. Πάντως έχουν δημοσιευτεί αρκετά στην Ανθολογία του Παν/μίου Πατρών για τους Κρήτες του είδους, σε κρητικά έντυπα με ψευδώνυμο και μόνο πρόπερσι στο ΤΕΧΝΟΠΑΙΓΝΙΟΝ του Γ. Στεφανάκη κάτι μικρό με την υπογραφή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα για πολλοστή φορά ‘’το βιβλίο της ανησυχίας’’ του Πεσόα, το είχα ανάγκη,  το ‘’σύντομο αισθηματικό ταξίδι‘’ του Ίταλο Σβέβο, σπουδαίο βιβλίο, ‘’το ημερολόγιο της κρίσης του Π. Τσίμα’’,  τώρα κρατώ το τελευταίο του Πανσέληνου, ‘’σκοτεινές επιγραφές’’ μ’ αρέσει η γραφή του, δεν έχω γνώμη αν δεν το τελειώσω πρώτα. Μετά σειρά έχει η Σώτη Τριανταφύλλου και το τελευταίο της.

Τι γράφετε τώρα;  

Άνοιξα συρτάρια και τσάντες και τετράδια και τελειώνω κάτι παλαβό: μπορεί να το βαφτίσω ‘’η νοσταλγία των ταξιδιών‘’, ταξίδια στο τέλος μιας εποχής, όχι, καθόλου εξωτικά πράγματα, ούτε περιγραφές ντε και καλά, σκέψεις και ανθρώπινα πορτρέτα: ένας ράφτης παπλωμάτων στη Σιδώνα του εμφυλιοπολεμικού Λιβάνου, ένας χαμαμτζής στο Ουργκούπ, μια τυφλή στον καθεδρικό του Μονρεάλε, μια γυναίκα στο Σηάτλ που ψιθυρίζει στο αυτί μου τη βροχή από την Τζοκόντα του Μάνου, μια πόρνη στην Κούνταμ στράσσε, Βερολίνο του Τείχους… Θα δούμε…

Με ποιο τρόπο ασχολείστε με τον αγροτουρισμό; Η ενασχόλησή σας αυτή σας «κλέβει» συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Ο ξενώνας είναι μικρός. Σε ανθρώπινα μέτρα, με την κρίση όμως, χρειάζεται το κυνήγι του, κι ύστερα περνούν σχεδόν όλα από τα χέρια μου. Ο χρόνος είναι πρόβλημα, και κυρίως η ποιότητα του χρόνου, αν έχει κυλήσει η μέρα με συζητήσεις, επισκέψεις, πελάτες, ζημιές, ουρά στην Τράπεζα ή στην Εφορία,  το μυαλό δύσκολα μαζεύεται… Πάντως  ‘’το ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ αγαπά την λογοτεχνία’’ και από φέτος θα  κάνουμε πράγματα για την λογοτεχνία εδώ, κάτω από την πέργκολα ή και τ’ άστρα χαζεύοντας τον Ψηλορείτη, διαβάσματα, συζητήσεις, μαθήματα γραφής με καλούς συναδέλφους… στα προσεχώς οι λεπτομέρειες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σας ευχαριστώ, ήταν ήδη πολλές (μιλώ καλοπροαίρετα, φυσικά – το διαδίκτυο προσφέρεται για παρεξηγήσεις).

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύτιμο εργαλείο στο χώρο μας: ο πελάτης μου με βρήκε στο Πόρτλαντ της Δυτικής Ακτής, του άρεσε η τιμή, τύπωσε τον χάρτη από την ιστοσελίδα μου και βρέθηκε στην πόρτα! Ξέρετε, είμαστε θαυμάσια λεία στα χέρια των tour operators, και το δίκτυο μπορεί να μας  βοηθήσει. Σπουδαίο μέσο αστραπιαίας μεταφοράς της πληροφορίας, αλλά την πληροφορία εμείς με το μυαλό μας και την παιδεία μας θα την αξιολογήσουμε, χαρά πολλές φορές, μιλώ με τ’ ανίψια μου στην άλλη άκρη της Αμερικής και της Κρήτης, ‘’σαλιαρίζω’’ με τις κόρες μου,  τους στέλνω μουσικές στο FB. Φυσικά όλα τα εργαλεία θέλουν τη σωστή χρήση, είναι ακριβώς αυτό : εργαλεία. Το λέω γιατί νομίζω ότι πολύς κόσμος εγκλωβίζεται σε μια εικονική πραγματικότητα που μάλιστα την θεωρεί πραγματική. Σε μια επαφή που κατ’ επιφάσιν  είναι επαφή –κρύβει πολλή μοναξιά το μαραφέτι και η χρήση του, μπορεί να λειτουργήσει και σαν παγίδα. Κάνω κι άλλες σκέψεις όμως: η υψηλή τεχνολογία αλλάζει δραματικά τη ζωή μας χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε πολλά πράγματα, αίφνης, η οικονομική κρίση που ζούμε, η ένταση και το βάθος της, είναι άσχετα από τις ταχύτητες της τεχνολογίας; Ποιος μπορεί να ελέγξει πραγματικά τα χρηματιστήρια; Η ταχύτητα που κινείται η πληροφορία τι επιπτώσεις έχει, θετικές και αρνητικές – στη ζωή μας; Ο Δημιουργός και το δημιούργημα του, το best seller προσεχώς στις οθόνες σας! Όσο για τους κοινωνιολόγους και του ψυχαναλυτές του παρόντος, ω! χαράς ευαγγέλιο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Θα ήθελα να βλέπατε τη φάτσα μου τώρα που σας γράφω την απάντηση, δηλαδή, κοιτάξτε, ούτε τα μαλιά μου έχω βάψει , ούτε με το μέικαπ έχω πολλά πάρε δώσε, και δηλώνω ευθαρσώς τα  χρόνια μου, τα αγαπώ, όπως και τις ρυτίδες μου, είμαι το …αποτέλεσμά τους, οπότε η αιώνια νιότη μάλλον δεν ανήκει στο μενού μου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αιώνια νιότη είναι η δύναμη για δημιουργία, αλλά χωρίς συγγραφική ιδιότητα τι να το κάνω το δώρο; Αντίφαση δεν είναι;
Να ‘μαστε καλά, λοιπόν, να μεγαλώνουμε…

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ, http://www.agioklima.gr

Σημ.: Στις υπόλοιπες φωτογραφίες: Ναταλία Γκίνζμπουργκ, Αλμπέρ Καμύ, Έμιλυ Ντίκινσον, Φραντς Κάφκα, Στρατής Τσίρκας, Λεονάρντο Σάσα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζιζέλ Πράσινος, Ζακ Πρεβέρ, Αντόνιο Ταμπούκι, Φερνάντο Πεσσόα, μια σκηνή από την Άκρη του Ουρανου του Φατίχ Ακίν, το Διαβατήριο του Ποιητή, Ίταλο Σβέβο, Κλαούντιο Μάγκρις και μια είσοδος στον κόσμο του Αγιοκλήματος.