Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51 (Δεκέμβριος 2011)

Ελληνικό Μπονζάι. 48 Μικρά Διηγήματα Ελλήνων Συγγραφέων. [Πρώτο Μέρος (1/2)]

Η σύντομη πεζογραφική φόρμα του υπέρμικρου διηγήματος έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την πλοκή και τον μικρό αριθμό λέξεων. Το διηγηματικό αυτό υποείδος καθιερώθηκε με την ανθολογία Flash Fiction του 1992 και γνώρισε ταχύτατη διάδοση σε χώρες και γλώσσες, ανθίζοντας σε σχετικές ανθολογίες και ιστολόγια, διεκδικώντας συν τοις άλλοις και τους προγόνους του (από Μπόρχες και Κάφκα μέχρι Τσέχωφ και …Αίσωπο). Απέναντι σε όρους όπως Micro Fiction, Sudden Fiction, Nano Fiction, Short Short Story, Micro Story, Fast Fiction, Postcard Fiction, Relato Telefonico (= Τηλεφωνική ιστορία), Relato de taza de café (= Ιστορία φλιτζανιού του καφέ) κ.ά., το περιοδικό Πλανόδιον εισηγείται και εγκαινιάζει τον όρο  Μπονζάι, την τέχνη της αισθητικής σμίκρυνσης των δέντρων ή της ανάπτυξη ξυλωδών φυτών σε σχήμα δέντρου, εντός δοχείων, έναν όρο με πλήρη αναλογικότητα με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του είδους: συνοπτικότητα αφηγηματικών λειτουργιών, οργανικότητα μερών προς το σύνολο και ενσυνείδητο συγγραφικό αυτοπεριορισμό.

Η διπλή εισαγωγή του Γιάννη Πατίλη είναι πλήρως κατατοπιστική: Οι Ιστορίες Μπονζάι αποτελούν μυθοπλασίες των οποίων η μικρή ή και πολύ μικρή έκταση αποτελεί ουσιώδη σκοπό της καλλιτεχνικής βούλησης που τις παρήγαγε. Δεν αποτελούν δηλαδή απλώς και μόνο «μικρά» διηγήματα αλλά διηγήματα για τα οποία η συνειδητή επιδίωξης της βραχύτητάς τους αποτελεί τον πρώτο sine qua non παράγοντα του είδους τους. Ταυτόχρονα, και σε αντιστοιχία προς το υπαινισσόμενο είδος των φυτών μπονζάι, στο μικρό μέγεθος των οποίων εξεικονίζεται η φυτική ολότητα του δέντρου, τόσο η συγγραφική σύλληψη όσο και η αναγνωστική τους πρόσληψη (πρέπει να) υπηρετείται από την ιδέα ενός παρόντος ή εξυπακουόμενου αφηγηματικού όλου.

Στο κείμενό του αναπτύσσονται τα επιμέρους στοιχεία του είδους, από την  «καταγωγή» του ως και το περιεχόμενό του: η διάδοση του καθημερινού τύπου και ιδίως των λογοτεχνικών περιοδικών κατά τον 19ο αι. (με κλασικό παράδειγμα τον Α. Παπαδιαμάντη), η αναγωγή από τον Ε.Α. Πόου του ποσοτικού κριτηρίου σε ποιοτικό, η προσθήκη από τον ίδιο του κριτηρίου της ισχυρής εντύπωσης (effect) στην ψυχή του αναγνώστη, η συντομία για την εξασφάλιση του αισθήματος της ολότητας και της ενότητας κ.ά. Ο Πόου επιχείρησε να ορίσει και το μέγεθος της συντομίας: στην εντυπωσιακή του μεταφορά το σχετικό κείμενο πρέπει να μπορεί να διαβαστεί in one sitting – σε μια μόνο ανάγνωση, μονορούφι, σε μια καθισιά.

Σήμερα, εδώ και δυο δεκαετίες, το είδος αυτό τείνει να γίνει ο κανόνας της σύγχρονης πεζογραφικής λογοτεχνικής έκφρασης, αυτή τη φορά μέσω του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου τύπου (του Διαδικτύου) που ανοίγει διάπλατα το δρόμο και για ένα δεύτερο και προς μια εντονότερη ανάδυση της ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που ταιριάζει στην πολιτιστική πολυείδεια των ημερών μας και προϋποθέτει συγγραφέα και αναγνώστη εκτός κυρίαρχης ομάδας, γλώσσας, κουλτούρας, λογοτεχνικού κανόνα, αγοράς.

Το Πλανόδιον έχει ξεκινήσει μια συστηματική διερεύνηση του μικρού διηγήματος, πρώτα με τη δημιουργία (Απρίλιος 2010) μιας ιστοσελίδας αποκλειστικά αφιερωμένης στο είδος, πρωτότυπο ή μεταφρασμένο [Ιστορίες Μπονζάι, κατόπιν με το αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι 50ό τεύχος (Ιούνιος 2011) και τώρα με το πρώτο μέρος της ελληνικής ανθολογίας, που περιλαμβάνει τόσο ανέκδοτα κείμενα γνωστών λογοτεχνών όσο και πληθώρα κειμένων νέων λογοτεχνικών φωνών, που επιλέχθηκαν από έναν μεγάλο αριθμό συμμετοχών στο κέλευσμα του περιοδικού, πάντα στο όριο των 750 λέξεων. Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις όσον αφορά την συχνότερη θεματολογία και μορφή των κειμένων με εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Τα συγκινησιακότερα κείμενα, προσφέρουν κατά τη γνώμη μου ο Κώστας Μαυρουδής [[Έχουν περάσει δεκαετίες…]], για το άτυπο μάτι της αφής, που μπορεί να περιγράψει ένα μαγικό τοπίο μέχρι να διακρίνει την ράτσα και το χρώμα ενός σκύλου, προς μέγιστη, σχεδόν στα όρια της ύβρεως, έκπληξη των μη τυφλών – τουλάχιστον όσον αφορά τα ορατά τους μάτια, και ο Αργύρης Χιόνης. Στο απομεσήμερο ενός φαύνου του τελευταίου ένας εξηντάρης άντρας, αφού απολαύσει το σώμα της εικοσιτριάχρονης φίλης του, συντρίβεται από τη σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος και βιαιοπραγεί πάνω της υπό την απεγνωσμένη επωδό Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τοσ’ ωραία;! Η σύνθεση του Ντεμπισί και το ποίημα του Μαλαρμέ για το Απομεσήμερο θα ενίσχυαν για άλλη μια φορά την ελλιπή του στύση.

 Στην ξένη του Μάνθου Αγγέλη η υπάλληλος απογραφής που επισκέπτεται μια εξηντάχρονη γυναίκα δεν είναι παρά η εγκαταλειμμένη της κόρη και η απογραφή είναι η μόνη περίσταση όπου μπορεί να θέσει τις καίουσες ερωτήσεις και «να την κάνει να μιλήσει, να σπάσει, να τα παραδεχτεί», σε μια δίκη που η κατηγορούμενη σε μια δίκη που αγνοούσε.

Άρις Αλεβίζος, Διαμαντής Αξιώτης, Τάσος Γουδέλης, Φίλιππος Δρακονταειδής, Αντώνης Ζέρβας, Κατερίνα Ζούπα, Σπύρος Θεριανός, Τάσος Καλούτσας, Μάνος Καλπαδάκης, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ηλίας Κεφάλας, Μάνος Κοντολέων, Ζέτα Κουντούρη, Νάγια Κουτρουμάνη, Μαρία Κώτσια, Ελένη Λαδιά, Γιώργης Μανουσάκης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Μίγγας, Σοφία Μούτση, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Θάνος Ξηρός, Γιάννης Παλαβός, Παυλίνα Παμπούδη, Ξένια Παπαδημητρίου, Άκης Παπαντώνης, Μανώλης Πρατικάκης, Πάνος Πρωτοπαπάς, Ανδρέας Ρούσσης, Γιώργος Ρωμανός, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Περικλής Σφυρίδης, Λεωνίδας Τούρλας, Νίκη Τρουλλινού, Θοδωρής Τσάκωνας, Ελένη Φακάλου, Φίλιππος Φιλίππου (σε μια σαδομαζοχιστική στιγμιότυπο βρόμικου ρεαλισμού), Όλγα Φουντέα, Πέτρος Φούρναρης, Νάνσυ Χαριτωνίδου, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Νατάσα Χατζιδάκι και Α.Κ. Χριστοδούλου συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Η ίδια δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι η μητέρα προστάτευε το γιό της. Φοβάμαι πως νόμιζε, αλλά δεν τον προστάτευε. Ξεχνά, όμως, κάτι ώρες που ενώ ήταν μαζί του στο σπίτι, ο νους της ήταν στα υλικά που δούλευε στο εργαστήρι της, γιατί επειγόταν να τους δώσει μορφή. Έκανε μάλιστα το λάθος, παραβλέποντας την ευφυΐα και την ήσυχη φύση του, να νομίσει πως το παιδάκι είχε ήδη τη μορφή που του έδωσε με το νου της, μια παραλλαγή της δικής της, που της πήρε ελάχιστο χρόνο να την συλλάβει. [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ο μικρός Ορέστης ή Φυγή που σκοτώνει, σ. 634]

Στα εκτός αφιερώματος πεζά οι Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Σταμάτης Πολενάκης, Άνθεια Βέρνη και Ηλίας Αλεβίζος και στην ποίηση οι Γιώργος Βέης, Λάμπρος Καψετάκης, Αθηνά Παπαδάκη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Θεοδόσης Κοντάκης,  Μάρκος Καλεώδης, Ιωσήφ Βεντούρας, κ.ά. πολλά. Μεταξύ των δοκιμίων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δια χειρός Κώστα Βραχνού σύσταση του Alberto Caraco, του ιδιοφυή στοχαστή και στυλίστα, αταξινόμητου «καταραμένου», μελετητή και πολέμιου των θρησκειών, κατήγορου του έρωτα και αμοραλιστή μισάνθρωπου κοσμοκαλόγερου που κραύγαζε για την παράνοια της τεκνοποιΐας και παραμένει σήμερα εντελώς άγνωστος εκτός Γαλλίας. Έγραφε ο Caraco στη Σύνοψη του χάους, ένα δείγμα φιλοσοφικής λιβελογραφίας κατά της ζωής και των ανθρώπων, στη γραμμή των de Maistre, Bloy, Lautréamont, Nietzsche, Pessoa, Lovecraft, Céline, Bataille, Cioran:

Τείνουμε προς τον θάνατο όπως το βέλος στο στόχο και δεν αστοχούμε ποτέ, ο θάνατος είναι η μόνη μας βεβαιότητα και πάντα ξέρουμε ότι πρόκειται να πεθάνουμε, δεν έχει σημασία πότε και πού, δεν έχει σημασία ο τρόπος. Γιατί η αιώνια ζωή είναι ένας παραλογισμός, η αιωνιότητα δεν είναι η ζωή, ο θάνατος είναι η ανάπαυση που επιδιώκουμε…Εμείς, που δεν ικανοποιούμαστε με λόγια, συναινούμε στον αφανισμό μας και επιδοκιμάζουμε αυτή μας τη συναίνεση, δεν επιλέξαμε  να γεννηθούμε και δεν θεωρούμε εαυτούς τυχερούς που δεν θα επιβιώσουμε πουθενά απ’ αυτή τη ζωή, η οποία μας επιβλήθηκε μάλλον παρά μας δόθηκε, ζωή γεμάτη ανησυχίες και οδύνες, προβληματικές ή κακές χαρές. Το να είναι ένας άνθρωπος ευτυχής τι αποδεικνύει; Η ευτυχία είναι μεμονωμένη περίπτωση…

Επιμέλεια: Γιάννης Πατίλης, Ηρώ Νικοπούλου, Βασίλης Μανουσάκης. Η Ηρώ Νικοπούλου φιλοτέχνησε και το υπέροχο έργο του εξώφυλλου. [287 σελ.] / Στις φωτογραφίες, ιδανικοί αναγνώστες για να διαβάσουν τις ιστορίες μπονζάι, ακριβώς σε μια καθισιά, κατά την διατύπωση του Πόου. / Στην αυριανή ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Πλανόδιου, αφιερωμένο στο αμερικανικό μπονζάι.

Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.