Σπύρος Γιανναράς – Ζωή χαρισάμενη

Οι λογικότατοι τρελοί

Όσο πιο πολύ μοιάζουν οι μέρες μεταξύ τους τόσο πιο αμυδρές και οι εντυπώσεις που αφήνουν στην φωτοευαίσθητη επιφάνεια της ψυχής μας  (σ. 25)

Οι χαρακτήρες της Χαρισάμενης Ζωής προσπαθούν να ζήσουν εν μέσω κωμικοτραγικών δράσεων, υπαρξιστικών παρωδιών και φιλοσοφημένων ακροτήτων, πάντα σε απόλυτα ρεαλιστικά πλαίσια. Κάθε ιστορία εδώ είναι και μια τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου (για να θυμηθούμε την φερώνυμη κινηματογραφική οπτική) αρκεί να παραδεχτούμε πως ετούτοι εδώ δεν είναι γελοιωδέστεροι από εμάς τους ίδιους. Σ’ ετούτον τον σύγχρονο ρεαλισμό το παράλογο και το γκροτέσκο δεν αποτελούν διεσπαρμένες ειδολογικές εξαιρέσεις αλλά αναπόσπαστα στοιχεία του: οι «αληθινά» σύγχρονοι ρεαλιστικοί χαρακτήρες δεν μπορούν παρά να παραλογίζονται και να παραφρονούν. Κι όλα αυτά επειδή επιθυμούν την απόδοση δικαιοσύνης, την επιβολή στους άλλους αν όχι ως επίθεση σίγουρα ως άμυνα, την εκδίκηση για μύριες ταπεινώσεις, την ψυχική απολύτρωση.

Η ακριβοδίκαιη τιμωρία τυπικών απεχθών νεοελληνικών χαρακτήρων αποτελεί την κινητήρια δύναμη δυο αφηγητών. Ο ένας τούς μετατρέπει σε άλογα ζώα χωρίς συνείδηση, καθώς διαπιστώνει πως τα πεπερασμένα ανθρώπινα καλούπια αντιστοιχούν σε μια πολυποίκιλη πανίδα με πληθώρα επιλογών («Άνθρωποι και κτήνη»). Η πλήρης μεταμορφωτική του μανία φαίνεται να τον διασκεδάζει, από την αυθόρμητη επιλογή του θύματος ως την αναζήτηση της κατάλληλης αντιστοιχίας. Η λίστα των υποψηφίων προς απανθρωποποίηση είναι ατέλειωτη κι είναι ζήτημα χρόνου να φτάσει στους πολιτικούς. Αλλά εκεί χωλαίνει η ζωοπλαστική του παιδιά: οι πολιτικοί, ενίοτε «ολωσδιόλου ζωντόβολα και πραγματικά ανδράποδα», είναι εκ φύσεως αδύνατο να επαναμεταμορφωθούν σε ζώα. Αλλά και το τελολογικό αντίκρισμα μοιάζει μετέωρο: ποιος αποφάσισε πως η αποκτήνωση αποτελεί εξ ορισμού ευτελισμό και απαξίωση; Αν τα ζώα έχουν κερδίσει την ευτυχία με μοναδικό τίμημα ότι δεν το συνειδητοποιούν;

Ο έτερος τιμωρός, ο υπό αποκλειστική προθεσμία αυτόχειρας Ανδρέας Τιτθόν («Βίος και πολιτεία του …») βιώνει ως εφιάλτη κάθε ανθρώπινο συγχρωτισμό στην καθημερινή Αθήνα. Η ανθρωπότητα είναι μια ανεπιθύμητη αποικία σκαθαριών και κάθε αδιάκριτος, επιδειξιομανής, αγενής ή φασαριόζος ένοικός της τίθεται αυτόματα υποψήφιος στην λίστα των σειριακών του φόνων. Σε ποιο σημείο καταλήγει μια τέτοια δραστηριότητα; «Πιο δύσκολο πράγμα από το να στοιχίσεις σε μια γραμμή βάζοντας επικεφαλής τον πιο απεχθή και κατόπιν βαθμηδόν να παρατάξεις όσους μισείς, βδελύσσεσαι ή απλώς αντιπαθείς τα μούτρα τους, δεν υπάρχει. Ιδίως όταν γνωρίζεις πως έχεις τη δύναμη να εκτελέσεις την όποια επιθυμία σου, όταν ο φόνος φαντάζει τόσο εύκολος και θελκτικός όσο το άναμμα του τσιγάρου. Γιατί όταν νιώθεις πως έχεις δυνητικά εξουσία ζωής και θανάτου επί των πάντων, δυσκολεύεσαι να εξαιρέσεις οποιονδήποτε». (σ. 78)

Συχνά στον ίδιο χαρακτήρα ενυπάρχει ο μηδενιστής κι ο ηδονιστής  – μπαίνω εδώ στον πειρασμό να συμμετάσχω στο απολαυστικό λεξιπλαστικό παιχνίδι του συγγραφέα και να τον χαρακτηρίσω μηδονιστή – όπως ο  «οιηματίας» που σαν ευσυνείδητος λογιστής εγγράφει σε διαδικτυακό ημερολόγιο τις παντοειδείς ερωτικές κατακτήσεις του απολαμβάνοντας μέχρι κορεσμού την ανερυθρίαστη ελευθεριότητα του λαμπρού μέσου όπου εκτίθεται σε κοινή θέα κάθε ερωτική επιδεξιοσύνη, ενός σύμπαντος όπου «σύνευνοι κι όμευνοι, σύζυγοι κι εραστές αφήνουν την κοινή κλίνη για την μπλογκόσφαιρα» («To τεφτέρι και το μαχαίρι»). Ο «επισκέπτης» που αναγνωρίζει το συσπασμένο πρόσωπο της γυναίκας του δίπλα στον σαρκοχαρή εραστή αποκρούει την ιδέα της εκδίκησης ως στερητική της ελευθερίας και δοκιμάζει με τα ίδια όπλα. Αλλά η αναζήτηση του ποθεινού σώματος αποβαίνει μάταιη: άλλοτε η τριβή των ανέραστων κορμιών του προκαλεί αναλίγωμα, άλλοτε οι διανυκτερεύουσες παρτενέρ κρίνονται ανάξιες. Σε κάθε περίπτωση κάτω από την κοινή άβυσσο χαίνει μια νέα. Ποιες επιλογές τους απομένουν; Η μεταστροφή στην αναπόληση της μιας και αυθεντικής αγάπης; Η εξαφάνιση και ενσωμάτωση στο ανθρώπινο και διαδικτυακό πλήθος; Τι μένει στον ιερέα που φαντασιώνεται την πανηγυρική του αγιοποίηση αλλά βιώνει την υπ’ ευθύνη του φωτοστεφή ματαίωσή της («Ζωή χαρισάμενη»);

«Ο Δημητράκης» έχει ριχτεί σε μια διαρκή αναζήτηση του κερδισμένου χρόνου. Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε κατευθυνόμενη από έναν μητρικό προγραμματισμό που επένδυσε κάθε δευτερόλεπτο στο σχεδιασμό ενός επιτυχημένου μέλλοντος. Άσκοπο διάβασμα, χαμένος χρόνος, πολύωρες αθλοπαιδιές ο Δημητράκης δεν χάρηκε ούτε στον ύπνο του, παραφορτωμένος με πάσης φύσεως εκλεκτά εδέσματα και λούσα, αμέτοχος στην ίδια του τη ζωή. Μόνο που με τέτοιες κεκτημένες ταχύτητες είναι αδύνατο να μην αποκτηθεί η αίσθηση μιας σιδηροτροχιάς που επιταχύνει προς ένα τέρμα. Και μια παρατιμονιά στη διαδρομή θα τον στρέψει στην παλίνδρομη, κυριολεκτική επιστροφή στην παιδική ηλικία, στον μοναδικό τόπο όπου όλα είναι άγραφα κι ανέφελα.

Ύστερα από τόσα άλγη και μανίες η αναγνωστική λύτρωση έρχεται «Γύρω από το τραπέζι» που κυκλώνεται «όπως τα δέντρα ευήλιο μικρό αλσύλλιο» από την οικογένεια και αποτελεί για τον αναθυμώμενο αφηγητή πεδίο ιχνογραφίας, μνημόνιο σχολικών εργασιών, τράπεζα μελετών, δοκιμαστήριο μαγειρικών – ζαχαροπλαστικών πειραματισμών. Παρά το βίαιο σπάσιμο του κύκλου (που σαν καθισμένος χορός έκλεινε την παυσίλυπη οικογενειακή θαλπωρή) από την αναπόφευκτη απομάκρυνση των μελών αλλά και τον «φρεναπάτη» θεΐσκο που ενοικεί στο πλαστικά τηλεοπτικά και ψηφιακά κουτιά, παραμένει η ενθύμηση πως μια αρχετυπική συναισθηματική κοινότητα κάποτε όντως υπήρξε.

Σε παλαιότερη διαδικτυακή μας συζήτηση ο συγγραφέας (επι)κοινώνησε τις ποικιλότροπες, ενίοτε δύσβατες αναγνώσεις του (από Καμύ, Αιμέ, Σίνγκερ, Μάλαμουντ και Αρανίτση μέχρι σειρά ελασσόνων πλην σημαντικών κειμένων της λογοτεχνίας). Ο διαχωρισμός ανάγνωσης και συγγραφής είναι βέβαια δεδομένος, όμως είναι αδύνατο να μην σκεφτεί κανείς πως η πληθωρική αυτή σκευή τον προμηθεύει, αν και όποτε παραστεί ανάγκη, με ποικίλες ενδεχόμενες εναλλακτικές φαρέτρες ιδεών περί γραφής. Σε κάθε περίπτωση ετούτοι οι λελογισμένοι παράφρονες αποτελούν καφκικές, ντοστογεφσκικές και καμυ-ικές αλλά απόλυτα νεοελληνικές εκδοχές μιας εγχώριας πινακοθήκης όχι ηλιθίων αλλά πανέξυπνων ανθρώπων που κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, «γλίστρησαν».

Εκδ. Πόλις, 2011, σ. 158.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011. Εικονιζόμενο έργο: John Reilly – The healing of the lunatic boy.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 63. Μιχάλης Γεννάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μαξίμ Γκόρκι, Στρίντμπεργκ, Μπρετόν, Έσσε, Μπάροουζ, Ούγκο φον Χόφμανσταλ, Πάουντ, Ντιντερό, Αντρέγιεφ, Ρίτσος, Καρυωτάκης, Ρεμπώ, Νατάσα Χατζιδάκι,  Ζενέ, Θωμάς Μανν, Μπέρνχαρντ, Μέλβιλ, Καβάφης, Σολωμός, Χρονάς, Ιβάν Γκολ, Καρούζος, Πεντζίκης, Κακναβάτος, Σαχτούρης, Γκομπρόβιτς, Χοσέ Θέλα, Ντύλαν Τόμας

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Γιάννης Ρίτσος: Άπαντα. Συγγενής.

Γιώργος Χρονάς: Άπαντα. Στις Συμπλοκές της Νύχτας (Το ωραιότερο ελληνικό ποίημα από συστάσεως Ελληνικού Κράτους, μαζί με τις καβαφικές Μέρες του 1908)

Νατάσα Χατζιδάκι: Άπαντα. Ενσαρκωμένη ιδιοφυία.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: Άπαντα. Τεράστια ποιήτρια.

Βαλεντίνη Ποταμιάνου: Ποιήματα Ωμόφυλα. Θεά βεβακχευμένη.

Μαρία Σερβάκη: Άπαντα

Καραπάνου: Υπνοβάτης

Λυμπεράκη: Άπαντα

Ζατέλη: Το Πάθος χιλιάδες φορές. Αριστούργημα.

Δημητριάδης: Insenso.

Κοροβίνης: Άπαντα.

Μάρω Δούκα: Σκούφος από πορφύρα.

Πεντζίκης: Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

του Μαντιάργκ, του Ροΐδη, του Ρένου Αποστολίδη, του Μητσάκη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Γιάννης Λειβαδάς.

Σας ακολουθεί μέχρι σήμερα κανένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου σας (ή άλλων αδημοσίευτων γραπτών σας); Μαθαίνετε τα νέα τους;

Είμαι νεορεαλιστής μυθιστοριογράφος. Τα αγόρια των Πριγκίπων είναι υπαρκτά. Ακόμα και η γίδα Κλημεντίνη που συμπρωταγωνιστεί στο βιβλίο. (παραθέτω σχετική παιδοφωτογραφία, φορώ στρουμφομπλούζα και έμπροσθεν συγχαμογελά η νυν παιδοψυχολόγος αδελφιδή μου. Η Κλημεντίνη βρώσκει στα δεξιά.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ορέστης, Αισχύλος. Πάρζιφαλ, Βάγκνερ. Ραγκόζιν, Ντοστογιέφσκι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μικρές τελετουργίες που παρακαλώ να συγχωρεθούν. Αταξίες μη βλαπτικές ως προς τα εκθέματα. Το έκανα για να ενδυναμώσω. Στη Στοκχόλμη, στο μουσείο ιστορίας, έγραψα πάνω σε πέτρινο ρούνο. Στην Πάρο, πάνω στο Πάριο Χρονικό (ελλιπής φύλαξη εκθεμάτων, καλοκαιράκι γαρ). Στη Λυβέκη κοιμήθηκα δύο βραδιές στο σπίτι των Μανν. Στον Άγιο Φλωριανό σωριάστηκα πάνω στην επιτύμβια πλάκα του Μπρούκνερ. Κανονικό πικ-νικ. Άπλωσα χαρτί και μελάνι. Με κουβάλησαν σηκωτό οι αυγουστίνοι μοναχοί. Στο Βάνφριντ ανακάτεψα τον Αισχύλο της βαγκνερικής βιβλιοθήκης. Στην Κοπεγχάγη έγραψα πολύ, μπροστά στον Ιησού Απόλλωνα του Θόρβαλντσεν.

Έχω γράψει πάνω στην ωμοπλάτη κοριτσιού. Θέλησα να την πυρώσω με καύτρα τσιγάρου για να μείνουν. Γέλασε, νόμισε πως το είπα αστειευόμενος.

Ήμουν όμως απόλυτα σοβαρός και μεθυσμένος.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ορθόδοξος σαμανισμός με υπόκρουση Μπρούκνερ, Βάγκνερ και Χάινριχ Σουτς.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρίγκιπες και Δολοφόνοι. Εκδόσεις της αγίας Ινδίκτου. Τρία ερωτοδοσμένα αγόρια, καλλιμάρτυρες άρνες Θεού στην απειλητική Αθήνα τού Σήμερα, αποδίδονται σταδιακώς, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της ομηρικής Τροφού αυτών, προς σφαγιασμόν ηδονοβλεπτικό και τελετουργική αφάνιση.

Πώς βιοπορίζεστε;

Σαν τον Μπάροουζ, μ’ ένα γλίσχρο επίδομα. Η σεπτή Οικογένεια λαμβάνει μισθώματα από ακίνητα και μου παραχωρεί ένα μικρότατο μερίδιο ώστε να χασομερώ καλλιτεχνικώς. Κοινώς, τεμπελόσκυλο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μανδραγόρας: γυαλιστερό χαρτί και big size μέγεθος

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Πίνδαρος

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θα γυρίσω τουλάχιστον μία ταινία. Με ερασιτέχνες ηθοποιούς που θα παιδαγωγήσω αυστηρά, δικά μου σκηνικά και μουσική. Κι ύστερα Βενετία, Κάννες, Βερολίνο. Τέρμα τα γραπτά. Κλακέτα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Καθημερινά γράφω δύο-τρία ποιήματα, είναι ενόργανη γυμναστική και δείκτης προθέσεων της Μούσας. Αν δεν πάνε καλά τα ποιήματα, δεν προχωρώ σε μυθιστορηματικές εργασίες. Επιστρέφω άλλη μέρα που θα βρέχει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία που μου στέλνουν. Ωραίο έθιμο. Σήμερα πρωτοδιαβάζω ποιήματα δεκαετίας 1960 που μου χάρισε ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, για ακούστε:

ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ

Παράξενο καλοκαίρι το φετινό.

Χωρίς θάλασσα χωρίς υπομονή

με μια βροχή σαν μέσα

σε όνειρο ασταμάτητη

κι ένα χέρι που απομακρύνεται –

το δικό σου χέρι.

Αγάπη μου μας ρήμαξαν

δεν έχω πια όνειρα

μας πήραν τα πουλιά

τα μικρά μας στηρίγματα.

Παντού σημαίες μεσίστιες.

Τι γράφετε τώρα;

Το Μεγάλο Ακατόρθωτο.

Θα χρειαστώ μία δεκαετία αλλά πρέπει να το κάνω τώρα που είμαι τριάντα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπημένος ζωγράφος;

Πάουλ Κλέε ο φωτοπύκνωρ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Όχι. Δεν θα ρισκάρω υπεσχημένες ενσαρκώσεις γενέθλιου Αυτοδαίμονος. Με αλεξίμορους καθαρμούς πάνω στον ερυθρό ίασπι πέπρωται να επανέλθω ως λυγξ πτερωτός, Ιππόγρυψ μυκηναίος. Γάλα αγριοσυκιάς θα στάξει πάνω στη βασιλική σφενδόνη και τα σφιχτοδεσίδια της Ειμαρμένης θα λυθούν. Με ιερή αμώμητη παρθένο θα σμίξει ο πρίγκηψ του δαχτυλιδιού και φωτοβίαιος θ’ αναδυθώ ξανά. Χίλια πρόβατα θα διοικώ, φαλκόνια πολλά, βόδια χρυσοκερατισμένα και μαύρους μυώδεις σκύλους της Ανάγκης.

Στις φωτογραφίες, αναφερόμενοι συνομιλητές του συγγραφέα: André Pieyre de Mandiargues, Camilo José Cela, Denis Diderot.