Στο αίθριο του Πανδοχείου, 62. Ελένη Λαδιά

1. ‘Αγαπημένοι  σας παλαιότεροι καί σύγχρονοι  συγγραφεῖς. 

Ἀπό τούς παλαιότερους ἀγάπη ἀξεπέραστη εἶναι  ὁ Ντοστογιέφσκι. Μετά ἀκολουθοῦν οἱ Νίτσε, Κάφκα, Προύστ. Φυσικά δέν συμπεριλαμβάνω τούς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, τούς ὁποίους ἀγαπῶ καί διαβάζω μέ ἰδιαίτερο πάθος. Ἀπό τούς πολύ συγχρόνους μέ γοήτευσε τό βιβλίο τοῦ Πιέρ Μισσόν,» Βίοι Ἐλάσσονες.» Ἔχει ἔναν καταπληκτικό τρόπο γραφῆς. Μοῦ ἄρεσαν ἐπίσης τά «ἑκατό χρόνια μοναξιᾶς» τοῦ Μάρκες καί οἱ πρωτότυπες συλλήψεις τῶν βιβλίων τοῦ Μπόρχες.

2. Ἀγαπημένα σας παλαιότερα καί σύγχρονα βιβλία; 

Πάνω  ἀπό ὅλα ἀγαπῶ τό βιβλίο τοῦ  Ἰώβ γιά τό ζοφερό θέμα τῆς θεοδικίας. Ἀπό αὐτό τό βιβλίο ἀντλοῦνται ὅλα  τά ἠθικά παράδοξα.  Ὕστερα ξεχωρίζω τό «Ὑπόγειο» τοῦ Ντοστογιέφσκι, τήν »Χαρούμενη γνώση»‘ τοῦ Νίτσε, πού σέ μαθαίνει νά ἀγαπᾶς τό πεπρωμένο σου, καί τό «Μόμπι Ντίκ, ἡ φάλαινα, τοῦ Χέρμαν Μέλβιλ. Μοναδικό τό θέμα του: νά κυνηγᾶς τόν θεό καί μαζί τόν θάνατό σου, μέ ἄλλους νόμους ὅμως, ὄχι μέ τήν λογική τῶν ἀνθρώπων ἀλλά μέ τήν αἵρεση τῆς τρέλας.

3. Ἀγαπημένα  σας διηγήματα;

Μολονότι  ἀγαπῶ πολύ τό διήγημα καί τό θεωρῶ τό δυσκολότερο τμῆμα τῆς  πεζογραφίας, γιατί μοιάζει μέ μαθηματικό θεώρημα, θυμᾶμαι τήν ἀτμόσφαιρα καί τήν θεματολογία τῶν διηγημάτων πού διάβασα, ἀλλά δυστυχῶς ὄχι  τόν τίτλο. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἀδυναμία τοῦ διηγήματος: νά μήν θυμᾶσαι εὔκολα τόν τίτλο. Ὡστόσο διήγημα καρφωμένο στήν μνήμη, βαθιά ἀνθρώπινο, πέρα ἀπό φυλές, θρησκεῖες καί τάξεις, εἶναι «Ἡ Πλύστρα» τοῦ Ἰσαάκ Μπάγιεβιτς Σίνγκερ, ἄλλου μεγάλου συγγραφέως. Ἐπίσης μέ μαγεύει ἡ ἀτμόσφαιρα τῶν διηγημάτων τοῦ θρησκειολόγου καί λογοτέχνη Μίρτσεα Ἐλιάντε.

4. Σᾶς  ἔχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος  νέος Ἕλληνας λογοτέχνης;

Ἔχουμε  ὡραία σύγχρονη πεζογραφία ἀλλά δέν  μπορῶ νά πῶ ὅτι μοῦ ἄρεσε  κάτι ἰδιαιτέρως. Ὅμως μέ γοήτευσαν ἀρκετά τμήματα ἀπό βιβλία πολλῶν συναδέλφων μου, ἀποσπασματικῶς θά ἔλεγα. Δυστυχῶς ὁλόκληρη ἡ λογοτεχνία, παγκόσμια καί ἑλληνική εἶναι σήμερα ἀποσπασματική. Οἱ παλαιοί συγγραφεῖς λόγω κοινωνικῶν καί ψυχολογικῶν συνθηκῶν, μποροῦσαν νά συλλάβουν τήν ἔννοια τοῦ ὅλου, νά γίνουν ὁραματιστές. Ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ζῶντας σέ μιά κοινωνία ταχύτητος, μεγάλης ἐξειδίκευσης καί ἐπιμερισμοῦ εἴμαστε ὄντα ἀποσπασματικά, βλέπουμε τά ἐπί μέρους κι αὐτά «ὡς δι’ ἐσόπτρου.»

5. Σᾶς  ἀκολούθησε ποτέ κανένας ἀπό  τούς ἥρωες τῶν βιβλίων σας; μαθαίνετε τά νέα τους;

Ναί, ἀρκετοί μέ ἀκολουθοῦν ἀλλά πιό ἐπίμονοι εἶναι ἡ ἡρωίδα τῆς »Ἀποσπασματικῆς σχέσης» μέ τά ποικίλα ὀνόματα, πού καθένα φανερώνει καί μία πτυχή τῆς προσωπικότητάς της. Στό παρελθόν εἶχα σκεφτεῖ νά ἐντάξω ὅλα τά μυθιστορήματα πού θά ἔγραφα στόν γενικό τίτλο «Ἀποσπασματική σχέση.» Ἡ δομή θά ἦταν ἡ ἑξῆς: ἡ συγγραφεύς-ἀφηγήτρια θά ἔγραφε τά βιβλία της πρός τέρψιν τῆς ἡρωίδας της. Ὅμως τά θέματα τὼν ἑπόμενων μυθιστορημάτων ἦταν τόσο ἀνεξάρτητα καί αὐτόνομα, ὥστε παραιτήθηκα τῆς ἀρχικῆς ἰδέας. Ἐπίσης ἐπιμόνως μέ ἀκολουθεῖ καί ἡ ἡρωίδα ἑνός μεγάλου, ὁμότιτλου διηγήματος, ἡ Βαρλαάμ. Αὐτή συνεχῶς μέ διδάσκει γιά τήν σχέση ζωῆς καί τέχνης, δημιουργοῦ καί δημιουργήματος. Ἀπό τήν ἡρωίδα τῆς Ἀποσπασματικῆς σχέσης δέν ἔχω σταθερά νέα, γιατί εἶναι ἀπρόβλεπτη καί εὐέλικτη. Τήν Βαρλαάμ ὅμως τήν ἄφησα σέ ἕνα νοικιασμένο σπίτι τῆς νεότητός μου, στατική ἐκεῖ καί ἀόρατη. Καί μένει πάντα νέα, ἔχει τήν ἀλλοτινή ἡλικία τῆς συγγραφέως της.

6. Ἀγαπημένος  ἤ καί ζηλευτός λογοτεχνικός  χαρακτήρας; 

Ὁ ἀνώνυμος ἥρωας τοῦ «‘Ὑπογείου» ἀπασχολεῖ διαρκῶς τήν σκέψη μου. Τόν λατρεύω, καί ἄς εἶναι νευρασθενικός, μυγιάγγιχτος, κακότροπος ἀλλά καί ἀνατρεπτικός. Μοιάζει μέ κοχύλι. Ἔχει σκληρό περίβλημα ἀλλά μαλακή ψυχή. Τό πιό σπουδαῖο εἶναι πώς τολμᾶ νά τά βάζει μέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα κι ἄς νοιάζεται τόσο πολύ γι’αὐτή. Ὀ ἀφορισμός του «εἶμαι ὁ ἕνας καί εἴσαστε ἡ ὁλότητα» μέ συναρπάζει.

7.Ἔχετε  γράψει σέ τόπους ἐκτός τοῦ  γραφείου σας/σπιτιοῦ σας; 

Ὄχι ἀκριβῶς. Σέ τόπους ἐκτός σπιτιοῦ, ὅπως σέ ξενοδοχεῖα, ταξίδια  κ.α κρατῶ μόνον σημειώσεις. Ἀλλά γιά τό σοβαρό μέρος τῆς ἐργασίας θέλω τόν χῶρο μου, τόν καταδικό μου χῶρο.

8.Ποιός εἶναι ὁ προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφῆς; πῶς καί ποῦ παγιδεύετε τίς ἰδέες σας; 

Πολύ  ἔξυπνη ἐρώτηση: σᾶς ἀπαντῶ πώς  τό πιό ἀνελεύθερο πλάσμα στόν κόσμο  εἶναι ὁ συγγραφεύς. Ἔτσι νιώθω. Δέν παγιδεύω τίς ἰδέες ἀλλά παγιδεύομαι ἀπό αὐτές. Ἐγώ πιστεύω στήν πλατωνική ἀντίληψη τῆς ἔμπνευσης, ὅπως περιγράφεται στόν διάλογό του ‘Ἰων.» Ἡ ἔμπνευση εἶναι μανική, σέ κατακλύζει. Ἔτσι ὅλα αὐτά περί διδασκαλίας καί δημιουργικῆς γραφῆς δέν τά παραδέχομαι. Ὁ συγγραφεύς γεννιέται. δέν γίνεται. Ὅ,τι καί νά πάθει στήν ζωή του, θά βρεῖ τρόπο νά ἐκφρασθεῖ. Ὅπως τό κομμένο κεφάλι τοῦ Ὀρφέως πού ἐξακολουθοῦσε νά τραγουδᾶ καί μετά τόν θάνατο. Πηγή ἔμπνευσής μου εἶναι ἐπίσης καί τά ὄνειρα, γιατί στόν ὕπνο μου μοῦ δίνουν ἰδέες καί ἐναύσματα θεμάτων. Κάποτε εἶχα τήν πολυτέλεια νά ἀπομονώνω τό τηλέφωνο, τώρα δέν μπορῶ γιατί ἔχω ἀνθρώπους νά φροντίζω. Ὅταν μοῦ διακόπτουν τόν ὕπνο, μοῦ καταστρέφουν κάτι δημιουργικό.

9. Ἐργάζεσθε  μέ συγκεκριμένο τρόπο; ἀκολουθεῖτε κάποια εἰδική διαδικασία ἤ τελετουργία; ἐπιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τήν γραφή ἤ τήν ἀνάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γιά νά ἐργασθῶ θέλω ἀπόλυτη μοναξιά. Πίνω καφέδες, δέν βλέπω τά ρολόγια  καί ἔχω καθαρό τό γραφεῖο. Νεώτερη ἄκουγα πολλή μουσική κατά τήν διάρκεια τῆς συγγραφῆς ἤ τῆς ἀνάγνωσης. Τώρα ὄχι. Δέν ἀντέχω κανέναν ἐξωτερικό ἦχο, ὅσο ὑπέροχος καί νά εἶναι. Εἶμαι γεμάτη ἀπό δικές μου ἐσωτερικές φωνές. Ἔτσι κάθε θόρυβος διαταράζει τήν ψυχική μου ἰσορροπία. Μουσικές προτιμήσεις: Βάγνερ, Μάλερ, Ριχάρδο Στράους (τό τάδε ἔφη Ζαρατούστρα) Μπροῦκνερ. Βλέπετε ὅλοι τους κοινωνοῦν ἀπό τήν ἴδια πηγή.

10. Θά  μπορούσαμε νά ἔχουμε μιά μικρή παρουσίαση-εἰσαγωγή στό κάθε σας βιβλίο χωριστά ἤ γιά ὅσα κρίνετε, εἴτε ἐπιγραμματικά, εἴτε γράφοντας γιά τό πότε, πῶς, ὑπό ποιές συνθῆκες καί ποιούς πόθους συνεγράφησαν; 

Τά βιβλία εἶναι πολλά καί μέ ἐπίσης πολλά θέματα, προϊόντα μιᾶς σαραντάχρονης πορείας. Γι’ αὐτό ὅμως πού μπορῶ νά πῶ εἶναι τό ψυχογραφικό μου βιογραφικό, ἄς τό χαρακτηρίσουμε ἔτσι. Πρόκειται γιά τό βιβλίο «Φρειδερῖκος καί ‘Ιωάννης.» Ὅσα περιγράφονται ἐκεῖ, τά ἔζησα σέ ἕνα ἀπομακρυσμένο τότε νοικιασμένο σπιτάκι. Ἔζησα μέ τόν Νίτσε 10 ὁλόκληρα χρόνια, οἱ δυό μας πρῶτα, στήν μοναξιά καί στήν σκέψη. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἦρθε ἀργότερα, ὄχι γιά νά ἀνατρέψει τήν σχέση μου μέ τόν Φρειδερῖκο ἀλλά γιά νά τήν συμπληρώσει, νά ἀποδείξει πώς δύο ξεχωριστοί δρόμοι μπορεῖ νά ἔχουν τήν ἰδια ἀφετηρία καί τό ἴδιο τέρμα. »Ἐπί τά ὄρη» κήρυτταν καί οἱ δύο. Ποτέ δέν θά ξεχάσω τήν μοναχική ἀλλά γόνιμη πνευματική μου ζωή. συντροφιά μέ αὐτούς τούς «ἄνδρες.»

Δέν θά λησμονήσω ἐπίσης τήν ἐποχή πού ἔγραφα τό μυθιστόρημα «Χί ὁ Λεντόμορφος.» Ὁ ἥρωάς μου, ἕνας νεαρός ζωγράφος προσπαθεῖ μέ μανία νά φτιάξει πίνακες μέ τό ἴδιο πάντα θέμα, συνομιλώντας διαρκῶς μέ τήν ἔμπνευσή του, ἡ ὁποία λειτουργοῦσε ἀνεξάρτητα ἀπό τή  θέληση του. Ὁ Χί ὁ Λεοντόμορφος (ὀνομάσθηκε Χί ὅπως ὁ ἄγνωστος Χ στίς μαθηματικές ἐξισώσεις καί Λεοντόμορφος, διότι ἦταν ἕνας μονήρης καί συνεσταλμένος ἄνθρωπος) ἀναζητᾶ τόν Θεό προσπαθώντας νά συνδυάσει τήν πνευματική του ἐλευθερία μέ τήν ἀπόλυτη πίστη. Νοῦς ὅμως ἀνεξάρτητος ὁδηγεῖται στό δάσος καί ἐξαφανίζεται, ὅπως ἕνα ἀγρίμι. Δέν ξανάμαθα νέα του ἀλλά ἡ ἐπιθυμία του γιά τόν συνδυασμό πίστης καί ἐλευθέρας βούλησης βαραίνει ἀκόμη ἐμένα. Ἀπό τήν συγγραφή αὐτοῦ τοῦ μυθιστορήματος θυμᾶμαι τούς μοναχικές μου ἐπισκέψεις (ὁδηγώντας τό αὐτοκίνητό μου καί καπνίζοντας πάμπολλα τσιγάρα) στό Πεντελικό ὄρος τῶν Ἀμώμων, ἐκεῖ πού ἔστελνα καί τόν ἥρωά μου κουβαλώντας τον μέσα στό μυαλό μου.

Ἀκόμη μία ἐμπειρία θά πῶ (εἶναι ἀμέτρητες ἄλλωστε) γιά τήν συγγραφή τῆς νουβέλας «Ἡ Γυναίκα μέ τό πλοῖο στό κεφάλι.» Βρισκόμουν στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, τήν ὁποία θεωρῶ δεύτερη πατρίδα μου. Ὄχι, δέν εἶναι τόπος καταγωγῆς μου, ἀλλά ἄν ὑπάρχει προβίωση ἐγώ ἔζησα ἐκεῖ τόν δεύτερο ἤ τρίτο μεταχριστιανικό αἰώνα. Αὐτή ἡ πόλη ἐπιδρᾶ παράξενα ἐπάνω μου κάθε φορά πού τήν ἐπισκέπτομαι. Ἔμενα στό ξενοδοχεῖο Μετροπόλ, καί ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού μπῆκα στήν αἴθουσα μοῦ μύρισε ἔντονα Ἐλλάδα. Πολύ ἀργότερα ἔμαθα πώς αὐτός ὁ τόπος φιλοξενοῦσε τούς τραυματισμένους Ἕλληνες ἀξιωματούχους τῆς μάχης τοῦ Ἐλ Ἀλαμέιν καί πώς ὑπῆρξε ἀκόμη τό κτήριο, ὅπου στεγαζόταν ἡ ἑταιρεία ὕδρευσης στήν ὁποία ἐργαζόταν ὁ μέγαλος μας ποιητής Καβάφης. Τό σπίτι του βρίσκεται κοντά στό Μετροπόλ. Κάποιο ἀπόγευμα πού ἔπινα τό τσάι μου στό ἀρχοντικό σαλονάκι τοῦ ξενοδοχείου, μέ κυρίευσε μιά πρωτόγνωρη αἴσθηση. Εἶχα ξαναζήσει στό παρελθόν αὐτή τήν στιγμή, μιά στιγμή πού κυοφοροῦσε τήν αἰωνιότητα, ὅπως ἔγραφε ὁ Κίρκεγκωρ, καί ἔτσι πετοῦσα μές στούς αἰῶνες, ἄκουγα φωνές τῆς ἑλληνιστικῆς Ἀλεξάνδρειας, γινόμουν ἀγόρι, κορίτσι, ἄνδρας, καί γυναίκα τέτοια ὅπως ἀπεικονίζεται σέ μωσαϊκό ἡ Ἀλεξάνδρεια μέ τό πλοῖο στό κεφάλι, γιά νά δηλώσει τήν ναυτική της ὑπεροχή. Ζοῦσα παντοῦ μέ πολλές ψυχές. Ὅταν ἐπέστρεψα στήν Ἀθήνα, ἄρχισα νά γράφω πυρετωδῶς καί μέσα σέ δύο μῆνες τελείωσε τό βιβλίο.

Ἡ ἐρώτησή σας αὐτή μοῦ ἄρεσε ἐξαιρετικά, διότι μοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία τῶν ἀναμνήσεων, πού ὑπολανθάνουν κάτω ἀπό τήν ρηχή καθημερινότητα. Σᾶς εὐχαριστῶ ἰδιαιτέρως.

11. Μεγάλο μέρος τοἔργου σας συνομιλεῖ μέ τήν ἀρχαιοελληνική σκέψη καί τόν ἀρχαῖο κόσμο γενικότερα. Ἀποτελεῖ συνειδητή ἐπιλογή ἀπλῶς προκύπτει ἀπό τήν ἐπιστημονική σας σκευή; Μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἀποτελέσει ὑλικό σύγχρονης λογοτεχνίας;

Ὑπάρχουν  ξεχωριστά ἀρχαιογνωστικά βιβλία πού ἔγραψα ἀλλά καί ἀρχαιοελληνικές ἀναφορές στήν καθαρή λογοτεχνία. Φυσικά αὐτό σχετίζεται καί μέ τίς σπουδές μου (ἀρχαιολογία καί θεολογία) καί μέ τήν πολύχρονη μελέτη. Ὅταν γράφω πεζογραφία δέν μπορῶ νά διαβάσω λογοτεχνία. Οἱ ἀναγνώσεις μου ἀφοροῦν ἀρχαιοελληνικά καί θεολογικά κείμενα. Λογοτεχνία διαβάζω μόνον, ὅταν δέν γράφω. Τά ἀρχαιογνωστικά μου θέματα προκύπτουν καί αὐτά, μέ καθοδηγοῦν. Εἶναι ἡ ἴδια λειτουργία τῆς ἔμπνευσης. Φυσικά καί μπορεῖ αὐτός ὁ ἀρχαιογνωστικός τρόπος νά ἀποτελέσει ὑλικό τῆς σύγχρονης λογοτεχνίας. Ἡ λογοτεχνία εἶναι περιέχουσα ἔννοια, πέλαγος ἀπέραντο κι ἄν εἶναι καλή ὅλα τά μεταμορφώνει καί τά ἐνσωματώνει.

12. Θά  μᾶς συνοδεύσετε ὥς τήν θύρα  τοῦ τελευταίου σας βιβλίου;

Φυσικά. ‘Υπάρχουν δύο βιβλία μου ἕτοιμα στίς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας. Εἶναι γνωστό πώς αὐτός ὁ ἐκδοτικός οἶκος ἐξέδωσε τά περισσότερα ἀπό τά βιβλία μου. Εἶμαι ἀπό τό 1979 ἐκεῖ καί γιά τό ἱστορικό τοῦ θέματος ἤμουν ὁ πρῶτος νεαρός λογοτέχνης πού ἐξέλεξε ἡ κ. Μάνια Καραϊτίδη, γιά νά ἀνοίξει τήν σειρά τῆς σύγχρονηςς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας. Καί ἐπειδή τότε δέν μποροῦσε νά δημιουργηθεῖ σειρά, τό βιβλίο μου «Χάλκινος ὕπνος»  μπῆκε στήν κλασική σειρά τῆς Ἑστίας. Τά ὑπό ἔκδοση λοιπόν βιβλία μου εἶναι ἡ συλλογή διηγημάτων «Ὁ ὀνειρόσακος» καί ἕνα ἀρχαιογνωστικό βιβλίο ἡ «Δαιμονολογία ἤ λόγοι περί δαιμόνων.» Τό βιβλίο πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἔννοια καί τήν μορφή τοῦ δαίμονος ἀπό τούς προϊστορικούς χρόνους μέχρι καί τόν ὕστερο νεοπλατωνισμό. Εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ ἔννοια τοῦ δαίμονος, ἡ ἐξέλιξή του καί ἡ ἀλλαγή του στόν Χριστιανισμό. Αὐτή ἡ ἄς τήν ποῦμε πραγματεία στηρίζεται σέ ἀρχαιοελληνικά κείμενα καί πηγές, καί ὑποστηρίζεται ἀπό πλούσια βιβλιογραφία. Αὐτά εἶναι τά τελευταῖα μου βιβλία, τά ὁποῖα θά ἐκδοθοῦν ἀπό τήν Ἑστία.

13. Μεταφράσατε  τήν Νέκυια, Ὁμηρικούς ὕμνους, Ὀρφικούς ὕμνους καί τίς «Σημειώσεις ἀπό τό ‘Υπόγειο» τοῦ Ντοστογιέφκι. ἐμπειρία σας ἀπό τίς συγκεκριμένες μεταφράσεις;

Τά ἀρχαιοελληνικά κείμενα τά μετέφρασα μέ τήν σημαντικότατη συνεργασία τοῦ μακαριστοῦ ποιητῆ Δ. Π. Παπαδίτσα. Εὐτυχῶς προτοῦ ν΄ἀρχίσουμε τίς μεταφράσεις δώσαμε λόγο πώς τό ἔργο θά εἶναι κοινό, δέν θά ξεχωρίζεται, θά εἶναι δημιούργημα ἑνός διπλοῦ μυαλοῦ. Εἴπαμε ἀκόμη πώς ὁποιαδήποτε ἐμπλοκή μεταξύ μας, ἐκνευρισμός ἤ διαφωνία, δέν θά ληφθεῖ στά σοβαρά. Εὐτυχῶς γιατί πολλές φορές συγκρουσθήκαμε ἀλλά μετά γελούσαμε. Στό Ὑπόγειο μέ βοήθησε γιά τήν πιστότητα τοῦ κειμένου ἡ Ρωσίδα φιλόλογος, φίλη καί κάποτε δασκάλα μου στά Ρωσικά ἡ κ. Τατιάνα Ντίκο. Ὅλες αὐτές οἱ μεταφράσεις ἦταν χρονοφάγες μέ πολύ πόνο καί κόπο. Δέν θά τό ἐπιχειροῦσα ξανά ποτέ, σέβομαι τά ξένα κείμενα ὑπερβολικά, τρέμω γιά τυχόν λάθος κι αὐτό μέ ἐξαντλεῖ ψυχολογικά.

14. Πῶς  βιοπορίζεσθε;

Κατά ἐποχές κέρδισα μερικά χρήματα ἀπό τά βιβλία μου (περισσότερο ἀπό τά ἀρχαιογνωστικά) καί τίς βραβεύσεις. Ἄν ὅμως δέν εἶχα τήν χρηματική βοήθεια καί τήν ἠθική συμπαράσταση τῶν γονέων μου, τώρα θά ἤμουν ἔξω ἀπό ἱδρύματα, ὅπου δίνουν συσσίτιο. Δέν θέλησα νά διορισθῶ ποτέ, γιατί θεωροῦσα πώς θά ἀδικοῦσα τά παιδιά στό σχολεῖο (θεωρῶ τό ἐπάγγελμα δασκάλου καί καθηγητοῦ λειτούργημα) ὅταν θά πήγαινα νά κάνω μάθημα μέ κεφάλι βαρύ καί κομμένα μάτια ἀπό τό νυκτερινό γράψιμο.

15. Ἀγαπημένο σας ἑλληνικό λογοτεχνικό περιοδικό «ἐνεργό» ἤ μή; Κάποιος λόγος γιά τόν λόγο τῆς προτίμησης; 

Πᾶνε πλέον πολλά χρόνια ἀπό τότε πού ἔκλεισε τό περιοδικό πού ἀγαποῦσα, ἀγόραζα ἀνελλιπῶς καί πλούτισε τήν ἐφηβεία μου. Ἐκδότης του ἦταν ὁ λόγιος Λουκῆς Ἀκρίτας, πατέρας τῆς σεναριογράφου Ἕλενας. Ὁ τίτλος του ἦταν «Κόσμος, ἐπιστήμη καί ζωή.» Ἕνα θαυμάσιο  περιοδικό ποικίλης ὕλης ἀλλά μέ κέντρο βάρους τήν λογοτεχνία. Δημοσίευε ἐπίσης σέ συνέχειες τό πιό γοητευτικό ἀρχαιογνωστικό βιβλίο. Ὀνομαζόταν «τό Ζωντανό παρελθόν» τοῦ συγγραφέως Ἴβαρ Λίσνερ. Ἔκτοτε διάβασα σπουδαῖα κείμενα σέ διάφορα περιοδικά, χωρίς νά ἔχω προτίμηση σέ κανένα.

16. Ἄν  εἴχατε σήμερα τήν πρόταση νά γράψετε μία μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου τῆς λογοτεχνίας ἤ γενικότερα ποιά θά ἐπιλέγατε; 

Ἀπό τόν  λογοτεχνικό χῶρο θά ἔγραφα μιά μονογραφία γιά τόν Ντοστογιέφσκι ἤ τόν Νίτσε καί ἀπό τόν γενικότερο χῶρο μιά μορφή μέ τήν ὁποία νιώθω βαθιά συγγένεια. Πρόκειται γιά τήν Περσεφόνη θυγατέρα τῆς θεᾶς Δήμητρας.

17. Παρακολουθεῖτε  σύγχρονο κινηματογράφο ἤ θέατρο; Σᾶς γοήτευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παλαιότερα πήγαινα συχνότατα, ίδίως στόν κινηματόγραφο. Τότε κάθε ταινία ἐξαιρετικοῦ σκηνοθέτη μέ βαθύτερες ἰδέες, ὅπως λόγου χάρη τοῦ Μπέργκμαν ἦταν μία μυσταγωγία. Τώρα μαζικοποιεῖται ἡ ποιότητα, τεμαχίζεται καί διανέμεται, χωρίς νά ἀφομοιώνεται. Ὁ σκηνοθέτης πού μέ γοητεύει εἶναι ὁ Ἀλαίν Ρενέ, πρῶτα μέ τήν μοναδική καί ἀξεπέραστη ταινία του »Χιροσίμα ἀγάπη μου» καί μετά μέ ὅλα του τά ἔργα, Μυριέλ, Πέρυσι στό Μαρίεμπαντ κα. Μία θεατρική παράσταση πού θυμὰμαι ἔντονα ἦταν στό θέατρο Κούν, ὁ «Ρινόκερος» τοῦ Ἰονέσκο.

18. Γράψατε  ποτέ ποίηση, κι ἄν ὄχι, γιά  ποιό λόγο; 

Ναί, ἔγραψα κάτω ἀπό μιά δυνατή συγκίνηση ἕνα μακρύ ποίημα μέ τόν τίτλο «‘Φάθι Ζαρατούστρα». Κατόπιν μιά ἄλλη μικρή συλλογή μέ τόν τίτλο «‘Δισχιλιετής μονόλογος.»» Καί οἱ δύο ἦταν ἐκτός ἐμπορίου καί σέ λίγα ἀντίτυπα. Δέν ξέρω γιατί γράφτηκαν. Ἔμοιαζε σάν κάποιος νά μοῦ τά ὑπαγόρευε. Ἔχω μεγάλο σεβασμό πρός τήν ποίηση καί δεν εἶναι οἴηση νά πῶ πώς άναγνωρίζω ἀμέσως τόν καλό ποιητή.

19.Τί  διαβάζετε αὐτόν τόν καιρό; 

Τό βιβλίο τοῦ Λέο Πέρουτζ ὁ Μαίτρ  τῆς Δευτέρας  παρουσίας.

20. Τί  γράφετε;

Ὅταν διαβάζω λογοτεχνία, δέν γράφω λογοτεχνία.

21. Οἱ  ἐμπειρίες σας ἀπό τό διαδικτυώνεσθαι; 

Συναρπαστικές, ὅπως εἶναι κι αὐτή ἡ ἠλεκτρονική «συνέντευξη.» ‘Αλήθεια εἶναι  μεγάλη ἐλευθερία ἡ γραπτἠ συνέντευξη, χωρίς τό βάρος τοῦ χρόνου, τοῦ δημοσιογράφου ἤ τοῦ ἀπέναντι προσώπου. Αἰσθάνομαι πώς μές στό διαδίκτυο ἀπογειώνομαι, πετῶ τίς ἀπαντήσεις μποτίλιες στό πέλαγος, ἀνεξαρτοποιοῦμαι καί ἡ ὅλη διαδικασία εἶναι θαυμάσια γιά ἕναν ἐσωστρεφῆ καί ντροπαλό συγγραφέα, ὅπως ἐγώ, κι ἄς ἔχω μακριά πορεία στά ἑλληνικά γράμματα.

22. Ἄν  κάποιος σᾶς χάριζε τήν αἰώνια νεότη μέ ἀντίτιμο τήν ἀπώλεια τῆς συγγραφικῆς ἰδιότητας, θά δεχόσασταν αὐτή τήν συναλλαγή; 

Ὁ κάποιος  ἄς κρατοῦσε τήν αἰώνια νεότητα γιά τόν ἑαυτό του. Γιά τίποτε στόν κόσμο δέν θά ἤθελα νά χάσω τήν συγγραφική μου ἰδιότητα, ὅποια κι ἄν εἶναι. Μέ ὅλους τούς κόπους, τά βάσανα, τίς ἀγρύπνιες, τίς ἀνασφάλειες, μέ ὅλα τά ἄσχημα ἤ τά καλά, σέ ὅλες τίς ζωές θά ἤθελα πάλι νά εἶμαι συγγραφεύς. Πιστεύω πώς γεννήθηκα συγγραφεύς.

Ἑλένη Λαδιᾶ Ὀκτώβριος 2011

Σημ. Πανδοχείου: Και ένα εξαιρετικό ιστολόγιο για την Ελένη Λαδιά [«Σελίδες για την Ελένη Λαδιά»], δια χειρός Ελένης Λιντζαροπούλου,  εδώ.  Εργογραφία της συγγραφέως εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 60. Χρήστος Χαρτοματσίδης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς

Έχω μεγαλώσει με την κλασική Ρωσική λογοτεχνία. Αγαπημένοι είναι οι περισσότεροι μεγάλοι Ρώσοι – ο Γκόγκολ – προπομπός της  σουρεαλιστικής γραφής – με το διήγημα «Η μύτη», όπου ένας κουρέας κατά λάθος κόβει την μύτη του πελάτη και η μύτη του αρχίζει την δική της αυτόνομη ζωή, σαν κανονικός κύριος!!! Ο Λεβ Τολστόι, ο μεγάλος Ντοστογιέφσκι, μετά  ο Τσέχοφ, ο Γκόρκι, ο Σόλοχοβ, κι ο Βασίλη Σούκσιν. Υπάρχουν και ποιητές που έχουν γράψει σπουδαία πεζογραφία – ο Πούσκιν (διηγήματα του Μπέλκιν) και το μυθιστόρημα του σε στίχους Ευγένιος Ονέγκιν κι ο Λέρμοντοβ –  με  τον «Ηρωας της εποχής μας».

Η άλλη μεγάλη σχολή του 19του αιώνα είναι η Γαλλική – βεβαίως, με τον Μπαλζάκ, Στενδάλ, Ουγκό, Φλομπέρ, Ζολά, Μοπασάν («Ο Φιλαράκος»!!!) Κι ο κάπως παρεξηγημένος Αλέξανδρος Ντουμά – που όλοι τον θυμούνται μοναχά με τους «Τρεις σωματοφύλακες» και τον «Κόμη Μοντεχρίστο», που όμως έχει κάνει μια από τις καλύτερες περιγραφές της Γαλλικής Επανάστασης με το πολύτομο μυθιστόρημά του «Ο Ιππότης του Μεζόν Ρουζ» Βέβαια, πάντα παραμένει εκπρόσωπος του ρομαντισμού, οι χαρακτήρες του είναι συνήθως σε άσπρο/μαύρο και ποτέ δεν θα πει πως η βασίλισσα είχε εραστή! Θα τον ονομάσει «αφοσιωμένο θαυμαστή» και την σχέση τους – «σχέση αμοιβαίου σεβασμού». Άλλωστε, έχει καταφέρει μια υπόθεση μοιχείας (της βασίλισσας) κι εσχάτης προδοσίας – που ουσιαστικά διαπράττουν οι τρεις σωματοφύλακες, να την παρουσιάσει σαν προσπάθεια υπονόμευσης του θρόνου από τον καρδινάλιο  Ρισελιέ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το μπάνιο του Αλιόσα Μπεζκονβόϊνη» του Βασίλη Σούκσιν, που το μετέφρασα στα ελληνικά για το «Δέντρο».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Φάλσταφ, με όλες του τις αντιθέσεις. που ίσως είναι από τους πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες του Σαίξπηρ. Νομίζω, όπως στους ηθοποιούς αρέσει να υποδύονται τους πολύπλοκους κι αρνητικούς χαρακτήρες, τους «κακούς», έτσι και στους συγγραφείς αρέσει να τους πλάθουν. Εκεί, μπορούν να μεγαλουργήσουν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι συγγραφείς αναγκαστικά «αντιγράφουν» από την ζωή. Π.χ. πρότυπο του χαρακτήρα του γέρου κόμη Μπεζουχόβ, που αναγνωρίζει το νόθο γιο του Πιέρ, στο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι,  ήταν ο Μέγας Καγκελάριος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο κόμης Μπεζμπορόντκο!!! Η μικρότερη αδερφή της γυναίκας του Τολστόι η Τατιάνα Αντρέεβνα Μπερς, ήταν το πρότυπο για την Νατάσσα  Ροστόβα. Συνήθως οι αντιδράσεις των πραγματικών ηρώων για τον τρόπο που τους έχουν απεικονίσει είναι αρνητικές. Θυμάμαι μια αφήγηση του Χάσεκ για το πρότυπο του στρατιωτικού ιερέα – μεθύστακα Ότο Κατς, που όταν αναγνώρισε τον εαυτό του, πήγε οργισμένος στο σπίτι του συγγραφέα, απειλώντας να τον  σύρει στα δικαστήρια.  Ο Χάσεκ κατάφερε να τον μεθύσει κι έτσι  λύθηκε η παρεξήγηση. Ναι, έχω δει πως μεγαλώνουν ή γερνάνε κάποιοι «ήρωές» μου. Πάντα υπάρχει ενδιαφέρον, όταν ξεφεύγουν από τα αρχικά χαρακτηριστικά τους, προσφέροντας εκπλήξεις – γι’ αυτό και τα πιο απίθανα σενάρια τα δημιουργεί η ίδια η ζωή.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έτυχε,  δεν με πειράζει αρκεί εκείνη τη στιγμή να είμαι απομονωμένος.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις

Την ώρα του γραψίματος η μουσική με αποδιοργανώνει. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, ακριβώς επειδή ακούω την μουσική. Συνήθως η μουσική με αναστατώνει. Π.χ. αν οδηγώ κι ακούω το Speed king ή το  Highway star των  Deep purple, ασυνήθιστα πατάω περισσότερο γκάζι.  Η μουσική δεν είναι ηχητική ταπετσαρία, ώστε σε αυτό τον φόντο να κάνεις κάτι άλλο κι όμως, για πολλούς λειτουργεί ακριβώς έτσι. Μου φαίνεται περίεργο όταν ακούω, πως χειρουργούν ακούγοντας μουσική. Παραξενεύτηκα επίσης όταν διάβασα ότι υπάρχει σαν είδος η «μουσική των αεροδρομίων», ή των «σουπερμάρκετ», ή των «ασανσέρ». Οι μουσικές μου προτιμήσεις  είναι ανάλογα με την διάθεση μου – ποικίλουν από την κλασική μέχρι την ραπ ή την τσιγάνικη ή κάποια  δημοτικά – γενικά  όλα τα είδη.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων είναι: «Το παλιό κτίριο» από τις εκδόσεις «Νεφέλη». Στο πρώτο μέρος περιέχει ιστορίες με Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Βουλγαρία. Είναι ρεαλιστική αφήγηση, χωρίς ηρωισμούς και εγκώμια. Η πραγματική ζωή, στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Ακολουθεί το μυθιστόρημα «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» που είχε βραβευθεί στον διαγωνισμό διηγήματος του Δήμου της Φιλιππούπολης και του εκδοτικού οίκου «Χ.Γ. Δάνοβ» το 1990 στην Φιλιππούπολη. Το βιβλίο έπρεπε να εκδοθεί τον επόμενο χρόνο, κάτι που δεν έγινε για οικονομικούς λόγους. Εκδόθηκε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Πατάκη». Στην Βουλγαρία εκδόθηκε μόλις το 2007 από τις εκδόσεις «Balkani» Βρήκε θερμή υποδοχή από την κριτική στις δύο χώρες. Οι Βούλγαροι το θεωρούν Το βουλγάρικο μυθιστόρημα γραμμένο από Έλληνα. Πρόκειται για τα βιώματα  ενός νεαρού κιθαρίστα στην Σόφια την δεκαετία του 70, τα χρόνια δηλαδή που αρχίζει η παρακμή του Συστήματος.

Μετά είναι «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» – πάλι από τις εκδόσεις «Πατάκη» και πάλι για του Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, όμως της δεύτερης γενιάς, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί. Με χιούμορ και ρεαλισμό παρουσιάζονται τα γεγονότα που φέρανε την διάλυση του Ανατολικού μπλοκ. Το σπουδαίο είναι πως πρόκειται για προσωπικές μαρτυρίες  κι ίσως αυτή να είναι η ιδιαίτερη συμβολή του βιβλίου, είναι η ματιά από μέσα, οι εκτιμήσεις  Ελλήνων που μπόρεσαν να βιώσουν αυτές τις εμπειρίες. Προτάθηκε για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω»

Ακολουθούν η συλλογή με διηγήματα «Φώτο Βέριτας» εμπνευσμένη από την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα – που κι αυτή προτάθηκε για το βραβείο συλλογής διηγημάτων του «Διαβάζω»

Το θεατρικό «Οι εφιάλτες του δήμιου Σανσόν»  εκδόσεις «Μανδραγόρας» – θεατρικό – με θέμα τη σύγκρουση του ατόμου με την εξουσία.

Το τελευταίο μου βιβλίο «Μια εταίρα θυμάται» – από τα «Ελληνικά γράμματα» ένα μη ηρωικό μυθιστόρημα, για την στρατοκρατούμενη Σπάρτη και την Κρυπτεία  κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Η προσέγγιση του θέματος είναι εντελώς διαφορετική από την συνηθισμένη ηρωική ή μεγαλοπρεπή παρουσίαση στα σχολικά βιβλία και στα διάφορα ιστορικά μυθιστορήματα. Το βιβλίο διαβάζεται «με κομμένη την ανάσα», έχει αγωνία, χιούμορ και γρήγορο ρυθμό.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι ιατρός – μικροβιολόγος – Δ/ντης Μικροβιολογικού τμήματος στο Γ.Ν. Κομοτηνής.

Τι διαβάζετε;

Το περίεργο είναι ότι διαβάζω περισσότερο ιστορικά κείμενα, ή απομνημονεύματα, παρά λογοτεχνικά

Τι γράφετε τώρα;

Περιμένω, αν όλα πάνε καλά, το Νοέμβρη να βγει το  μυθιστόρημά μου «Κάπου αλλού είναι η γιορτή»  από τις εκδόσεις «Τόπος» με ήρωες -νέους από τα εργατικά προάστια της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του 80. Παιδιά που αναζητούν τον δρόμο τους στη ζωή, μα βλέπουν πως πάντα κάπου αλλού είναι η γιορτή, εκεί που δεν έτυχε να γεννηθούν οι ίδιοι.

Ετοιμάζω και μια συλλογή διηγημάτων τα περισσότερα από τα οποία έχουν εκδοθεί στο περιοδικό «Μανδραγόρας»

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο «Μανδραγόρας».  Με τον εκδότη του, τον Κώστα Κρεμμύδα εδώ και αρκετά  χρόνια είμαστε φίλοι κι έχω την τιμή να συνεργάζομαι με το περιοδικό του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Οι περισσότεροι γράφοντες αρχίζουν με ποίηση, μετά περνάνε στα άλλα είδη. Συνεχίζω που και που να γράφω ποίηση. Τώρα με την ραπ μουσική η ρυθμική ποίηση με ομοιοκαταληξία, πήρε επιτέλους την ρεβάνς της. Τόλμησα να γράψω ραπ και να το παρουσιάσω σε ποιητική εκδήλωση στο Ωδείο Αθηνών. Ο πιανίστας που συνόδευε τα ποιήματα των άλλων κατενθουσιάστηκε και ζήτησε να επαναλάβω το ποίημα  ενώ ο ίδιος αυτοσχεδίαζε. Αργότερα αυτό το  ποίημα – ραπ βγήκε στον «Μανδραγόρα», πρόκειται για το «Ραπ του Κόκκινου στρατού» και σχολιάστηκε αρκετά.  Έγραψα ραπ και στα βουλγάρικα το «Ραπ για το μούτρο και το πρωινό» Η λέξη «μούτρο» πρόσφατα απέκτησε νέα έννοια στην βουλγαρική. Χαρακτηρίζει τους πρώην παλαιστές, σωματοφυλακές κ. λπ.  με τις βαριές χρυσές καδένες στο λαιμό και τα τζιπ πολλών κυβικών, που έχουν εξελιχθεί  σε επιχειρηματίες, με τις γνωστές τους μεθόδους. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ορφέας» – του μεγαλύτερου εν ζωή Βούλγαρου ποιητή – Λιουμπομήρ Λέβτσεβ κι άρεσε πολύ.

Ναι, αν ήμουν τώρα δεκαοχτώ χρονών θα ήθελα να είμαι ράπερ!

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ευχαρίστως θα έγραφα για τον Νίκο Καζαντζάκη. Είναι πολύ μεγάλος συγγραφέας – παγκόσμιας κλάσης. Με την συνεχή αναζήτηση του θείου, μοιάζει με τους μεγάλους Ρώσους, έχει Δυτική κουλτούρα κι ανήσυχη Ελληνική ψυχή.

Πλήρης εργογραφία και κριτικογραφία εδώ.