Στο αίθριο του Πανδοχείου, 58. Κώστας Αρκουδέας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αγαπημένοι συγγραφείς βρίσκονται σε πολλά και διαφορετικά λογοτεχνικά ρεύματα (όπου κολυμπούν σαν πέστροφες). Από τους Λατίνους μ’ αρέσει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και παλαιότερα ο Μάρκες. Από τους Αμερικανούς του μεσοπολέμου προτιμώ τον Σκοτ Φιτζέραλντ. Από τη αστυνομική λογοτεχνία, τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, για το υπόγειο και διαβρωτικό χιούμορ του. Από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας ξεχωρίζω τον Φιλιπ Ντικ, ενώ από το global novel, τον Φρανκ Σέτσινγκ. Θα μπορούσα να συνεχίσω απ’ άπειρον – τρόπος του λέγειν…

Από τους Έλληνες πεζογράφους ξεχωρίζω τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Μ. Καραγάτση και την Ιωάννα Καρυστιάνη, ενώ από τους ποιητές τον Καβάφη και τον Καββαδία. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά αξιόλογα παιδιά της νέας γενιάς…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Έκανα πρόσφατα τη short list με τα βιβλία που έχω σταθερά στην κορυφή των προτιμήσεών μου… 1. Μαργκρίτ Γιουρσενάρ: Αδριανού απομνημονεύματα 2. Τζακ Κέρουακ: Στο δρόμο 3. Τζον Μπάνβιλ: Η θάλασσα 4. Τζόναθαν Λίτελ: Ευμενίδες 5. Νίκος Παναγιωτόπουλος: Το γονίδιο της αμφιβολίας

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Τσέχωφ, πρωτίστως, ως του μέγα τεχνίτη της μικρής φόρμας. «Των κεκοιμημένων» του Δημήτρη Μίγγα. «Η φλέβα του λαιμού» του Σωτήρη Δημητρίου. «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζυράνα Ζατέλη. Τα περισσότερα του Σκαμπαρδώνη. Βρήκα ενδιαφέροντα στοιχεία στη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θεωρώ αξιοπρόσεκτη περίπτωση τον Γιάννη Μακριδάκη. Το γεγονός ότι μεταπήδησε από τα μαθηματικά στη λογοτεχνία, το γεγονός ότι ζει μακριά από τη μητρόπολη και ασχολείται με ό,τι τον ενδιαφέρει… Αν έχω σιχαθεί ένα είδος τα τελευταία χρόνια, είναι οι συγγραφείς – δημοσιοσχεσίτες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο βιβλίο μου «Τα κατά Αιγαίον πάθη» περιγράφω τους καημούς και τα πάθη μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων που έλαμψε κάποτε στην Οία. Τους περισσότερους συνεχίζω να τους βλέπω και να μαθαίνω νέα τους.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αλλόκοτος ήρωας του Ντοστογιέφσκι, ο πρίγκιπας Μίσκιν, από την κλασική λογοτεχνία. Από τη σύγχρονη, σχετικά πρόσφατα, η Λίζμπετ Σαλάντερ, η αυτιστική και ιδιοφυής ηρωίδα του Στιγκ Λάρσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν είμαι έξω, γράφω παντού, ή, για να είμαι πιο ακριβής, κρατάω σημειώσεις παντού… σε χαρτοπετσέτες, σε περιοδικά, σε πακέτα τσιγάρων, ακόμα και στην πλάτη μιας γυναίκας, κάποια στιγμή, καθώς δεν έβρισκα πουθενά αλλού να γράψω. Δεν την ήξερα και με πέρασε για τρελό…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως γίνομαι αιχμάλωτος μιας ιδέας που με συγκλονίζει, με τριβελίζει και δεν με αφήνει να ησυχάσω. Την έχω στον κήπο μου και τη φροντίζω, την κανακεύω και την καλλιεργώ επισταμένα.

Τις ιδέες δεν τις παγιδεύω, όχι τουλάχιστον με τη θέλησή μου. Απλώς έχω ανοιχτή την πόρτα της έμπνευσης, έρχονται και τρυπώνουν μόνες τους σε ανύποπτη στιγμή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Την εποχή που γράφω γίνομαι παράξενος, λίγο αντικοινωνικός. Χρειάζομαι τέσσερις τοίχους, υπολογιστή και απόλυτη ησυχία. Κιχ δε θέλω να ακούγεται… Από ό,τι μου λένε, τη συγκεκριμένη εποχή κυκλοφορώ παραμιλώντας στο δρόμο, είμαι μόνιμα αφηρημένος και όταν με ρωτάνε κάτι, ξεχνάω να απαντήσω – ή, μάλλον, ξεχνάω πως με έχουν ρωτήσει κάτι. Ο κόσμος στο κεφάλι μου είναι πολύβουος, απαιτητικός και μου απορροφά πολλή ενέργεια.

H μουσική που ακούω είναι η μουσική της γενιάς μου, η ροκ. Μου αρέσουν,  ωστόσο, τραγούδια που ανήκουν στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Αντίθετα, δεν μπορώ να ακούσω λαϊκά τραγούδια, ούτε φυσικά σκυλάδικα, έστω για πλάκα.

Μια μικρή παρουσίαση / εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Υποθέτω ότι αποτελώ τον πονοκέφαλο κάθε κριτικού ή φιλολόγου που επιχειρεί να κατατάξει έναν συγγραφέα σε λογοτεχνικό είδος. Και αυτό γιατί σε κάθε βιβλίο ασχολούμαι και με διαφορετικό είδος, το οποίο συνήθως απέχει παρασάγγες από το προηγούμενο. Δείτε τα δυο τελευταία μου μυθιστορήματα. Το προηγούμενο ήταν ιστορικό μυθιστόρημα, το επόμενο θεολογικό–επιστημονικό θρίλερ με μελλοντικές προεκτάσεις. Από τον 3ο π.Χ. αιώνα στον 21ο. Η απόσταση και μόνο ζαλίζει… μ’ αρέσει, όμως. Αν αντιπαθώ κάποιους συγγραφείς, είναι οι μανιεριστές, εκείνοι που αν έχεις διαβάσει ένα βιβλίο τους, τα έχεις διαβάσει όλα. Δεν τους κουράζει κάτι τέτοιο; δεν τους φθείρει;

Κοιτώντας πίσω, στο συγγραφικό παρελθόν μου, βλέπω: Το «Πρόσεχε να μην πετρώσεις» είναι μια μαρτυρία για το σύγχρονο διχασμό κάποιας που είναι από τη μια πλευρά θεοσεβούμενη και από την άλλη κομμουνίστρια. Το «Παλιό δέρμα του φιδιού» και η μετεξέλιξή του στο «Ποτέ τον ίδιο δρόμο» είναι ταξιδιωτικό αφήγημα και συγχρόνως κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. «Τα κατά Αιγαίον πάθη» είναι ένα σχόλιο πάνω στις ακραίες μορφές του έρωτα και ταυτόχρονα η πορεία μιας κοινότητας ανθρώπων, των «σαμάνων του Αιγαίου»,  που έζησαν κάποτε και έδρασαν στην Οία της Σαντορίνης. «Ο πειρατής» είναι η μυθιστορηματική διασκευή ενός σεναρίου, το ανάποδο δηλαδή από αυτό που συνηθίζεται, με θέμα το εθιμικό δίκαιο και τον εξοβελισμό του από το σύγχρονο κόσμο. «Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του» είναι ένα κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα, με τους κανόνες και τις συμβάσεις του είδους, ενώ «Ο αριθμός του Θεού» ένα θεολογικό – επιστημονικό θρίλερ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο κυκλοφόρησε το χειμώνα του 2010 από τις εκδόσεις Απόπειρα. Είναι μια ανθολογία με τίτλο «Τα σιγκλάκια». Καθώς πρόκειται για όρο που χρησιμοποιείται κυρίως στη μουσική από τα ροκ συγκροτήματα, υποδηλώνει μια διάθεση περιπετειώδη και ανατρεπτική.  «Τα σιγκλάκια» δεν είναι ακριβώς διηγήματα. Είναι μικρά σε έκταση αυτοτελή κείμενα που δίνουν το στίγμα μιας περιπλάνησης που ξεκίνησε από το 1986 και συνεχίζεται έως σήμερα. Η επιλογή τους έγινε με σκοπό να διακρίνει ο αναγνώστης τα χνάρια της διαδρομής μου. Στην πραγματικότητα, είναι ένας χάρτης πορείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι στο υπουργείο Πολιτισμού. Μέχρι πρότινος ήμουν στο ΕΚΕΒΙ και τη Στοά Βιβλίου, ενώ τώρα βρίσκομαι στη Διεύθυνση Γραμμάτων. Είναι νομίζω απαραίτητο για τον λογοτέχνη να βιοπορίζεται, ούτως ώστε να ελευθερώνει την τέχνη του από επιρροές και εξαρτήσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσοι γράφουμε στην Ελλάδα έχουμε, νομίζω, ιδιαίτερη σχέση με το περιοδικό Διαβάζω. Είναι η ζωντανή ιστορία της γραφής και της ανάγνωσης στον τόπο μας. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, και ξεκίναγα την περιπέτεια της γραφής, εκεί ανέτρεχα για να πληροφορούμαι τα καθέκαστα. Επίσης, ιδιαίτερη θέση κατείχε μέχρι πρόσφατα, που απεβίωσε η ψυχή του, ο Κώστας Βουκελάτος, το περιοδικό Ιχνευτής. Επίσης, ξεχωρίζω Το Δέντρο, τη Λέξη, το εκ Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη και τα (δε) κατα του Ντίνου Σιώτη που έφεραν φρέσκο αέρα στο τοπίο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Οι συγγραφείς διακατέχονται από εμμονές, είναι γνωστό αυτό. Παλαιότερη εμμονή μου ήταν ο Ινδός Κάλανος που συνάντησε τον Μέγα Αλέξανδρο στα Τάξιλα και τον ακολούθησε ως το τέλος της εκστρατείας. Η τωρινή εμμονή μου είναι ο Νίκος Καζαντζάκης και το χαμένο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1957. Στήθηκε αδιανόητη ίντριγκα από την εγχώρια συντήρηση για να μην το πάρει. Όσο περισσότερα μαθαίνω γι’ αυτή την υπόθεση, τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον μου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο σκηνοθέτης που θαύμαζα ήταν ο Στάνλεϋ Κιούμπρικ ενώ από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Αλεχάντρο Γκονζάλεθ Ιναρίτου. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλές ταινίες που αγαπώ, μα στην κορυφή της λίστας θα τοποθετούσα αβίαστα την ταινία Don’t look now του Νίκολας Ρεγκ, με το ανεπανάληπτο δίδυμο Ντόναλντ Σάντερλαντ – Τζούλι Κρίστι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Επιχείρησα κάποτε, μα το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Ποίηση γράφει η αδελφή μου Κατερίνα Ραζέλου, που κατέχει την τέχνη της κωδικοποίησης του απείρου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Κοντεύω να ολοκληρώσω τη βιβλιογραφία του Ίαν ΜακΓιούαν. Ξεκίνησα από τα βραβευμένα έργα του και τώρα έχω περάσει στα λιγότερο γνωστά. Με γοητεύει αφάνταστα η κομψότητα και η διαύγεια του ύφους του.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια αμιγώς ερωτική ιστορία. Η πλοκή είναι υποτυπώδης. Με ενδιαφέρουν οι ψυχικές μεταπτώσεις, οι εναλλαγές συναισθημάτων, οι προθέσεις που κρύβονται πίσω από τις πράξεις, τα βαθύτερα κίνητρα, η αποδοχή ή όχι των σφαλμάτων…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Είναι ικανή η ελληνική λογοτεχνία να σταθεί επάξια στον ευρωπαϊκό χώρο; Νομίζω πως είναι. Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν βγει πολλά και καλά βιβλία που θα μπορούσαν να διαβαστούν στο εξωτερικό, αν υπήρχε τρόπος να ξεπεραστεί ο σκόπελος της γλώσσας. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολυποίκιλες, όπως φαντάζομαι των περισσοτέρων. Οι ώρες που περνάω μπρος στον υπολογιστή είναι τόσες, που δεν τις μετράω για να μην τρομάξω.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Μα… η αιώνια νιότη είναι η ίδια η συγγραφή!

Σημ. του Πανδοχείου: Η «επιθυμητή» ερώτηση εντάσσεται σε όλα τα επόμενα Αίθρια. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα και γι’ αυτήν. Τα πνευματικά δικαιώματα θα του καταβάλλονται στο τέλος κάθε χρόνου.

Χίλντα Παπαδημητρίου – Για μια χούφτα βινύλια

Η αδελφότητα των 33 στροφών

Σε κάθε σύγχρονη και παλαιότερη πραγματικότητα υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που ζει κι αναπνέει μέσα από τη μουσική. Δεν βρίσκεται πάνω στο επίκεντρο της σκηνής αλλά παραμένει αφανής στην απέναντι πλευρά, αποδέκτης κάθε ηχητικής καλλιτεχνίας, δέκτης των μουσικών έργων, τελικός και διαρκής αποτιμητής της αξίας τους. Αχανές υποσύνολό του αποτελούν οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές και συμμέτοχοι, εκείνοι που αγοράζουν, ανταλλάζουν και συμβιώνουν με τους δίσκους, ζούνε δίπλα τους και μέσα τους, επενδυτές και θυσιαστές πραγμάτων που είναι αδύνατο να οριστούν. Αν αυτός ο κόσμος συνεχίζει να αποτελεί την πλέον σημαντική φλέβα του συστήματος και το θεμέλιο όλου του οικοδομήματος της μουσικής βιομηχανίας ή την επόμενη παροπλισμένη «ειδικότητα», αυτό τού είναι αδιάφορο, γιατί, αντίστροφα, η μουσική είναι η αρτηρία της δικής του ζωής και ύπαρξης. Με μια διαφορά όμως: οι καταιγιστικές αλλαγές στην βιομηχανία αυτή δεν αποτελούν απλώς ένα νέο, άξενο περιβάλλον στο οποίο καλείται πλέον να επιβιώσει, αλλά και έχουν ανυψώσει τους δίσκους σε αποκτήματα μιας πρόσθετης υπεραξίας. Έτσι το ήδη καθιερωμένο φετίχ του βινυλίου καθαγιάζεται ακόμα περισσότερο κατά την αναζήτηση σπάνιας κόπιας ή τη διαφύλαξη αντιτύπων ανέγγιχτων μέσα στο περιτύλιγμά τους, σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί αλώβητος ένας παλιός ειδωλολατρικός κόσμος μπροστά στην επέλαση του ενός και μόνου Ψηφιακού Θεού.

Σ’ αυτό το σύμπαν καλείται ακάλεστος (όπως άλλωστε είναι οποιοσδήποτε δεν γνωρίζει τις ηδονές αλλά και τους κανόνες αυτής της μέθεξης) ο αστυνομικός Χάρης Νικολόπουλος. Παρθένος ανιχνευτής εγκληματικών κινήτρων, δεν είναι, ευτυχώς, ούτε τετραπέρατος σούπερμαν αλλά ούτε και ξοφλημένος loser του επαγγέλματος (για να αναφερθώ σε δύο στερεότυπες φιγούρες του είδους). Αντίθετα αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πειστική μορφή, απολύτως συμβατή με την αχρωμία του αθηναϊκού τοπίου και την περιρρέουσα νεοελληνική πραγματικότητα. Αλλά όπως και μέσα στα ξεθωριασμένα χρώματα μιας αποκαρδιωτικής αστικής καθημερινότητας ο καθένας κρατά μια προσωπική παλέτα, έτσι κι αυτός αντλεί τα δικά του φευγαλέα πρότυπα ζωής στους συνάδελφους συνοδοιπόρους των αγαπημένων του αστυνομικών μυθιστορημάτων. Στο παράδοξο Μεταίχμιο της Συνοριακής Γραμμής Εξαρχείων και Κολωνακίου κινούνται και οι «απέναντι» βασικοί χαρακτήρες (Σόνια – Χάρης – Τατιάνα), ένα τρίγωνο που όταν δε Ζει στο Παρελθόν (όπως τραγουδούσαν οι Jethro Tull) αισθάνεται Σαν ένα Πουλί πάνω στο Σύρμα (όπως τραγουδούσε ο Leonard Cohen), πολεμώντας ο καθένας του ενάντια σε μια πλήρη τυπολογία εμμονών, αυταπατών και εσχάτων ελπίδων.

Τόσο στο μορφικό όσο και στο αφηγηματικό στροβίλισμα της ιστορίας η συγγραφέας αποφεύγει τις παγίδες της σύγχρονης αστυνομικής γραφής, γνωρίζοντας καλά τις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας, του απαραίτητου εναλλασσόμενου ρυθμού αλλά και του συνδυασμού ορισμένων διακριτικότατων προσκλήσεων αναγνωστικής συνενοχής κι ευγενών παγίδων στις δικές μας βεβαιότητες· μια ικανότητα που πιθανώς δεν είναι άσχετη με τις ιδιότητές της ως μεταφράστριας αλλά και μανιώδους αναγνώστριας της σύγχρονης λογοτεχνίας. Η ευγενής παράδοση των detective stories, η αμερικανική σχολή, η βρετανική φλεγματική, οι συγγραφείς που δεν διαχώρισαν ποτέ τη μουσική από τις ιστορίες τους (από τον Raymond Chandler και τον Chester Himes στον James Lee Burke, τον Martin Millar και τους George Pelecanos, Jean – Claude Izzo, Jean – Patrick Manchette) κι εκείνοι που δοκίμασαν να διασώσουν κάτι από τους χαρακτήρες που αρνούνται να πορευτούν χωρίς αυτή (Roddy Doyle, Jonathan Coe, Nick Hornby, Irving Welsh), η ρεαλιστική αμεσότητα με το γλυκόπικρο χιούμορ, όλα αποδεικνύονται ιδανικές πλατφόρμες για την καταγραφή της μεταλλαγής του συλλογικού «δισκογραφικού» υποσυνείδητου και της παραβατικής, πλέον, πλευράς της βινυλιακής ναρκομανίας.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως ετούτη η διευρυμένη γενιά των 33 στροφών δεν ζει απλώς στις παρυφές της σύγχρονης ηλεκτρονικής πραγματικότητας αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς έχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξοριστεί από κάθε συγγραφική μεταφορά. Θαρρείς και υπάρχει ασύμβατο και ασυμβίβαστο μεταξύ σύγχρονης εγχώριας συγγραφής και μουσικής ακρόασης με τέτοιους ακριβώς όρους. Για όλους όσους όμως τα μικρά δισκάδικα υπήρξαν προσωπικοί ναοί και οι δισκοθήκες λατρευτικές κόγχες, για όσους η τελετουργία του χώρου σφυρηλάτησε μυστικούς δεσμούς μεταξύ γνωστών και αγνώστων «πελατών» και η ιδιόλεκτος των πιστών του ροκ δημιούργησε μια αυτόνομη γλώσσα στίχων και τίτλων, ετούτο το μυθιστόρημα, στην αστυνομική του εκδοχή, είναι κάτι παραπάνω από επιστροφή σ’ εκείνες τις μήτρες. Κι αν υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους αυτή η μουσική κι αυτός ο τρόπος μέθεξης αποτελούν ένα λόγο να συνεχίσουν να ζουν, τότε αναπόφευκτα αποτελούν και λόγο να πεθάνουν – ή να σκοτώσουν.

Ύστερόγραφο

Poor Old Johnny Ray δεν είσαι καθόλου Poor με τους βιόλινους ύμνους που σου σκάρωσαν κάποιοι μελλοντικοί σου αλήτες των δρόμων, ενώ άλλοι των παραδρόμων διασκεύαζαν το Suspicious Minds για να μας θυμίζουν αλλιώς τον δικό μας Έκπτωτο Βασιλιά. Και Who’ll stop the rain γι’ αυτούς, και γιατί πάντα βρέχει σε άλλους; Τουλάχιστο στο In the rain των Dramatics δε χρειαζόμαστε κανέναν Ταραντίνο να μας μελώσει εκ των υστέρων με κατάμαυρες ραψωδίες. Αλλά δεν είμαστε καθόλου στα μαύρα εδώ μέσα αλλά ασπρόμαυροι, εξ ου και το Caterpillar, και το θυμάμαι σαν τώρα, μέσα στο κιόσκι του κήπου ο Robert Smith έβγαινε οριστικά από τα σκοτάδια και μεταμορφωνόταν σε χαροχαρούμενη πεταλούδα. Κι εδώ ξαναβρίσκω δεκάδες ερωτισμούς, τον τρυφερό του Avalon (κι ας μην έβαλες συγγράφισα των ονείρων μας το κορυφαίο Take a chance on me), τον βρωμιάρικο του Ian Dury, τον απόκοσμο του Κοέν και τον υπερθηλυκό της Kate Bush.

Κι αν ξαναπαίρνει ζωή εδώ μέσα το Seventeen της Janis Ian κι αν τριγυρνάει ο Gordon Lightfoot, μού μένει ένα Libertango, κι ας το γνωρίσαμε μικροί από εκείνη τη Γλυπτή Εγχρωμίνα που μας φόβιζε πως Έχει Ξαναδεί Αυτό το Πρόσωπο. Γιατί τώρα στο αυθεντικό του θυμάμαι με κάθε γύρισμα του μπαντο/ακορντεόν του εκείνο το παίξιμο στον Παλιό Σταθμό της Θεσσαλονίκης, με τους μιλονγκάδες μπροστά σ’ ενα σταματημένο τρένο που αν έφευγε για το Μπουένος Άιρες θα πηδούσα μέσα αφήνοντας τα πάντα πίσω, ενώ αυτοί εδώ οι ήρωες δεν μπορούνε, κι ας θέλουν ή δεν θέλουν κι ας μπορούνε. Και πίσω από τις αναθυμιάσεις των Blood Sweat and Tears και τις εξατμίσεις του  Atlantic City του Bruce, αντικριστά οι Cash και Dylan στο One Too Many Mornings κι ανάμεσά τους κάποιοι από εμάς μαζί με τους χαρακτήρες, ευλογημένοι κι ευτυχείς που υπήρξαμε δυστυχείς.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 392.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011) – κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες.

Το Υστερόγραφο (με αναφορά σε τραγούδια και καλλιτέχνες που έχουν τη δική τους θέση στην πλοκή) δημοσιεύεται αποκλειστικά στο Πανδοχείο. Στις φωτογραφίες: ένα οπισθόφυλλο με τους λεκέδες μιας ζωής, μια πλήρης εγκληματολογική δισκογραφία, οι ιδανικοί μόνοι κι ένας άλλος φορητός κόσμος που υπόσχεται σε δυο χούφτες μια λιγότερο αφόρητη ζωή. Ακόμα, μια σπάνια περίπτωση συλλογικής παρουσίασης του βιβλίου εδώ.