Στο αίθριο του Πανδοχείου, 42. Κοσμάς Ι. Χαρπαντίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Ξεκίνησα την αναγνωστική μου καριέρα με Α. Παπαδιαμάντη, Ν. Καζαντζάκη και γενιά του ’30 (Σεφέρης – Ελύτης). Δέσμιος του Δημήτρη Χατζή. Μάριος Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Μένης Κουμανταρέας προσκυνητές του άδικα σπαταλημένου. Κοντά τους ο Μανώλης Αναγνωστάκης και ο Τάκης Σινόπουλος. Μέσω του  Γ. Ιωάννου και του Ν. Χριστιανόπουλου αναγνώρισα τη διαχρονική γοητεία του Κ.Π. Καβάφη, για να καταλήξω στη μοναξιά του Ν.Α. Ασλάνογλου. Ο Βασίλης Βασιλικός και ο Γιώργος Χειμωνάς αξεπέραστα αναστήματα της γενέτειρας προκαλούν συχνές επιστροφές. Νίκος Καρούζος, Μίμης Σουλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Ηλίας Λάγιος στην ποίηση. Παύλος Μάτεσις, Σωτήρης Δημητρίου, Ρέα Γαλανάκη στην πεζογραφία. Δεν διακινδυνεύω ξένους. Λατρεμένοι και διαβασμένοι πολλοί, συχνά κολλημένοι στην κακή μετάφραση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία. 

Ο ηλίθιος του Ντοστογιέφκσι, Ο μαίτρ και η Μαργαρίτα  του Μπουλγκάκοφ, Ταξίδι στα βάθη της νύχτας του Σελίν, Η ζωή του Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι, μερικά από  τα βιβλία του Στέλιου Ράμφου, η τριλογία του Κούντερα, οι μικρές πρόζες του Παβέζε, τα ποιήματα του Πάουλ Τσέλαν, Στοιχεία από την δεκαετία του 1960 του Βαλτινού, τα Ημερολόγια του Φράντς Κάφκα, Οι ξεριζωμένοι του Β.Γκ. Ζέμπαλντ, Η πόλη και τα σκυλιά του Λιόσα, Μπαλκόνι στο Δάσος του Ζυλιέν Γκράκ, οι Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.  

Του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Κάρβερ, της Πρου και του Καπότε. Των προπατόρων Βιζυηνού, Παπαδιαμάντη, Θεοτόκη, Παπαντωνίου, Μυριβήλη, Καραγάτση.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο ποιητής Δημήτρης Λεοντζάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ένας γέροντας, θαμμένος στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών,  με παρακαλά τακτικά  να τον μεταφέρω στην ανοιχτωσιά των μακεδονίτικων βουνών για να αναπαυθεί η ψυχή του ανάμεσα στο θυμάρι και τη μέντα.

Ένας θρυμματισμένος καπετάνιος τσέπης με ικετεύει να του σερβίρω λίγη αναγνώριση (δεν του την έδωσε η ιστορία) για να μην θυμώνει με τον εαυτό του πως  μάτωσε άδικα τα χέρια του.

Το όχι που δεν εμπόδισε τον Τσολάχ Κορυφίδη να αυτοκτονήσει.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Άντριαν Λέβερκυν στον Δόκτωρ Φάουστους του Τόμας Μαν. Η συμπύκνωση της πνευματικής Ευρώπης του 20ου  σε έναν χαρακτήρα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Θα ήθελα να γράφω όπως ο Νίκος Μπακόλας σε καφενεία, μπαρ και πιεστήρια εφημερίδων, όπως ο Μαρκές σε μπορντέλα, όταν ησυχάζουν οι πόρνες τα πρωινά, ή έστω σε βουνά σε δροσερά, απομονωμένα εξοχικά. Ατυχώς πια γράφω μόνο στο γραφείο, όταν είμαι μόνος.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Πρώτα στον υπολογιστή κι αν δεν βγαίνει επιστρέφω χειροκίνητα για μεγαλύτερο παιδεμό, ξαναγυρίζοντας τον μίτο από την αρχή. Οι ιδέες παγιδεύονται φτάνοντας στον πάτο και κάνοντας σύντροφο τον πόνο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Εργάζομαι όταν με συντρίβει ο βιοπορισμός και σαν ένα όχι διαμαρτυρίας «δεν πάει άλλο» ή «δεν θέλω άλλο». Το καλλίτερό μου είναι να δουλεύω ξεκούραστος  σε απόλυτη ησυχία με την μουσική να παίζει στο νου μου και όχι στον χώρο. Μουσική ακούω όταν διαβάζω έντυπα – στο χέρι ή στην οθόνη, ποτέ όταν γράφω. Μικρές εταιρίες (γερμανικές και γαλλικές κυρίως, με φίνο ήχο) στην διαδικτυακή μουσική  βιβλιοθήκη της Naxos.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Γυρνώντας χειμώνες με κρύο σε πόλεις μακεδονικές και θρακικές, με φύλλα ιθαγενή  και ξένα, με νεκρούς σε εξοχές, ζωντανούς σε ερημιές, ασφυκτιώντας στον χώρο, παθαίνεις μανία πόλεως και αναζητάς  στο έκτο  δάχτυλο, ιδιότητες μαγικές για να επιβιώσεις. Και επιβιώνεις αν διαθέτεις κρυφές αντοχές πια κι αν δεν πάθεις κρίσεις πανικού ή κατάθλιψη στο δρόμο για να βρεις και να αποκαλύψεις τον τύραννο της ψυχής σου. Τότε τα δώρα είναι σίγουρα.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κρυφές αντοχές (έτσι λέγεται η συλλογή διηγημάτων, που τελείωσα ) σε ένα κόσμο, που δεν μας θέλει και μας πετά έξω. Αντοχές  για να επιζήσουμε όχι για να βγούμε νικητές (σχεδόν ποτέ δεν συμβαίνει), αλλά για να κάνουμε τους άλλους λιγότερο δυστυχισμένους ή αλλιώς για να περιορίσουμε το μαύρο.

Μας έχετε ξεναγήσει με πολλούς τρόπους στον τόπο όπου ζείτε, την Καβάλα αλλά και την ευρύτερη περιοχή (Θάσος, Παγγαίο κ.λπ.). Ανεξάντλητος τόπος έμπνευσης, μήτρα της ζωής σας ή απλώς προσωπική πατρίδα; 

Μην δίνετε σημασία στην εικονογραφία. Δεν είναι αυτή το έργο. Το έργο είναι αλλού. Δεν είμαι βουκόλος της ερημιάς και της σιωπής και  δεν είναι οι τόποι μου  η μήτρα της έμπνευσης, όπως λανθασμένα εξέλαβαν ορισμένοι. Μόνο στην Ελλάδα οι συγγραφείς εκτός λεκανοπεδίου στιγματίζονται με την ρετσινιά του επαρχιακού και του ηθογραφικού κι απομονώνονται μέσα στο ζουμί του  περιορισμού μέχρι να τους φάει η αφάνεια. Τους στερούν έτσι το οξυγόνο και την ενθάρρυνση να απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό, που θα μπορούσε να τους διαβάσει με ενδιαφέρον.

Η προαναφερθείσα «ξενάγηση» γίνεται με έναν ιδιαίτερο λογοτεχνικό τρόπο. Στην ουσία τα όποια «ταξιδιωτικά» ή «περιγραφικά» κλπ. κείμενα εφοδιάζονται με ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα. Αποτελεί αυτό προϊόν μιας συνειδητής προσπάθειας; Γνωρίζετε άλλους συγγραφείς ή έργα που ακολουθούν την ίδια «οπτική»; 

Τα κείμενά μου (ακόμη και στο πρώτο μου βιβλίο) δεν είναι κείμενα γνωριμίας ή ξενάγησης – περιγραφής κανενός  τόπου. Είναι αφηγήσεις λογοτεχνικές. Και σαν τέτοιες πρέπει να κριθούν. Και συνειδητά παραμένω εδώ και γράφω στην κόψη της μεθορίου για πράγματα, που γνωρίζω. Και βεβαίως γνωρίζω κι άλλους σαν εμένα. Να μερικά ονόματα σε ελεύθερο συνειρμό. Λευτέρης Μαυρόπουλος, Βασίλης Τσιαμπούσης, Γιάννης Καισαρίδης, Βασίλης Παππάς, Διαμαντής Αξιώτης, Νίκος Βασιλειάδης κ.α. Κυρίως βορειοελλαδική η εμμονή σε όλους μας. Παράγεται λογοτεχνία στα κείμενά μας;  Αυτό θα πρέπει να απαντηθεί.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δικηγορώντας μάχιμα και στα ακροατήρια σε σύνολο είκοσι επτά ετών.

Η ενασχόλησή σας με τη νομική επιστήμη σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Μου απορροφά πολύτιμο χρόνο και με εξαντλεί. Δεν θα είχα  μείνει στα πέντε βιβλία διαφορετικά. Όσο για την συγγραφική εξαργύρωση ανιχνεύεται στις παρυφές της, αλλά με γερό τίμημα.

Συνεργαστήκατε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Υπόστεγο. Τι θυμάστε από εκείνες τις μέρες, τι σας μένει από την σκιά του Υποστέγου σήμερα;

Τα δάκρυα για την παρέα που δεν υπάρχει πια. Κι οι χαμένες ώρες για να στηθεί. Όλα περνούσαν από τα χέρια δυο ατόμων δυστυχώς.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη, το Πλανόδιον του Γιάννη Πατίλη, η Παρέμβαση  της Κοζάνης, η Εξώπολις  της  Αλεξανδρούπολης, η Δίοδος  των Δραμινών φίλων (μακάρι να συνεχίσει). Τα αγαπώ  όλα σαν εργόχειρα χειροποίητα από χέρι προσφιλών προσώπων.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα ήθελα να εξιστορήσω τον βίο του ποιητή Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Ξεκίνησα με ποιήματα και με παίδεψαν μέχρι το 1993, που εκδόθηκε το πρώτο μου πεζό. Η πλακέτα με ορισμένα από αυτά παραμένει ανέκδοτη οριστικά πια.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία; 

Ναι. Βρίσκω ενδιαφέρον στους συγκαιρινούς μας σκηνοθέτες Μάικλ Χάινεκε, Αλεξάντρ  Σοκούροφ, Γουόνγκ Καρ Γουάι.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Robin Corey – O φόβος: H ιστορία μιας πολιτικής ιδέας.

Lyall Watson – Σκοτεινή φύση: Φυσική ιστορία του κακού.

Τι γράφετε τώρα αυτόν τον  καιρό;

Ένα μυθιστόρημα, που πρωτοάρχισα το  2002 και το έχω αλλάξει μέχρι τώρα τρεις φορές. Ελπίζω η τωρινή να είναι η τελευταία.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Πόσα ψέματα μας  είπατε μέχρι τώρα;

Και η απάντηση; 

Πορτρέτο φιλοτεχνώ, αγνώστου σχετικώς ανδρός. Πόσες αλήθειες λέτε να χωρούν;

Σημ.: Φωτογραφία του συγγραφέα: Θεόδωρος Παπαδόπουλος.

Κώστας Μαυρουδής – Η ζωή με εχθρούς και άλλα κείμενα

Τα στάσιμα μιας ανεξάντλητης πνευματικής περιπλάνησης

Αν ο συγγραφέας οφείλει να φωτίζει τις πλευρές εκείνες του καθημερινού, που είναι λιγότερο προφανείς και με τη μεταφορά τους να τις ανάγει σε λογοτεχνική αντίληψη όπως γράφει ο ίδιος ο Μαυρουδής (εδώ με αφορμή μια μυστική γλώσσα εντός της Μπαλζακικής Ευγενίας Γκραντέ), τότε ο εν λόγω τόμος αποτελεί έναν πλήρη φωτεινό θάλαμο εμφάνισης (στη μνήμη), προβολής (στην πραγματωμένη λογοτεχνία και τέχνη) και εκτύπωσης (στην σύγχρονη πραγματικότητα) όλων αυτών των πλευρών, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα προγενέστερα πεζόμορφα έργα του ποιητή. Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα στις πίσω σελίδες του Δέντρου (1985 – 1995), και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες, ορισμένα από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε παλαιότερη έκδοση (Δελφίνι, 1988). Η αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοσή τους πιστώνεται στην πεποίθηση του συγγραφέα πως κάθε κείμενο τελικά επιδέχεται ποικίλες αναψηλαφήσεις και πως κάθε ανάγνωση απειλεί να συμπληρώνει εσαεί το «ολοκληρωμένο» αλλά πάντα δεκτικό σε «βελτιώσεις» κείμενο, πόσο μάλλον όταν η μεταγενέστερη στάθμιση αλλά και φυσική ωρίμανσή του το καθιστά φρέσκο και επαναναγνώσιμο.

Η θέση σε λειτουργία όλων των μνημονικών, συνειρμικών και συγκινησιακών τροχών της ύπαρξης, που περιπλανώνται τόσο πάνω σε ένα περίτεχνα ανθολογημένο παρελθόν όσο και ένα ζοφερότερο παρόν, μπορεί να έχει ως αφετηρία της οποιαδήποτε καθημερινή εικόνα, τυχαία πρόταση, κινηματογραφική σκηνή, λογοτεχνημένη σελίδα, μουσική φράση, ταξιδευτική ανάμνηση. Και να σκεφτεί κανείς πως αυτό ακριβώς το μνημονικό φορτίο – και κυρίως η απουσία του – είναι που καθιστά την παιδική ηλικία ως μια αναπότρεπτη πατρίδα κι έναν συνεχή τόπο επιστροφής του Μαυρουδή. Ο λόγος του ούτως ή άλλως διαπερνά τις μεθορίους της αυτοβιογραφικής, κριτικής, ημερολογιακής, δοκιμιακής, αφοριστικής, αφηγηματικής, ρεαλιστικής, φιλοσοφικής και ταξιδιωτικής γραφής. Οι δύσβατες πορείες των λογοτεχνικών περιοδικών, οι ποιητές που πηγαίνουν να διαβάσουν τα ποιήματά τους σε απομακρυσμένους τόπους, τα συναισθήματα που προκαλούν σημειώσεις και αφιερώσεις πάνω στα μεταχειρισμένα βιβλία, οι υπογραμμίσεις φράσεων που μας αιφνιδίασαν τερπνά κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου (ένα κριτήριο για την αξία του;), μνήμες σιδηροδρομικών ταξιδιών και οδικών περιπλανήσεων, μια πινακίδα που δεν απλοποιεί έναν τύπο γραφής αλλά προσθέτει σε αυτόν, τα πάντα έχουν την διακεκριμένη θέση τους εδώ, μέχρι και μια γενναία γενεαλογία του εστετισμού, ισόποσα μοιρασμένη ανάμεσα στην αυτοσαρκαζόμενη αυτοβιογράφηση και την ευγενή αποποίηση.

Ιδιαίτερο στοιχείο στο κειμενικό πανόραμά του Μαυρουδή αποτελούν οι παλαιότερες και νέες αναγνώσεις της σπουδαίας λογοτεχνίας, στις οποίες ταξινομούνται, όπως αναφέρει ο ίδιος (αυτή τη φορά με αφορμή ένα κείμενο του Ρολάν Μπαρτ), συγγενή αισθήματα και επιβεβαιώνονται παραστάσεις του δικού του βλέμματος, με τις οποίες έχει συναντηθεί στο παρελθόν και τώρα τις βλέπει ως κρυσταλλώσεις ενός ξένου λόγου. Τα γραπτά αυτά μνημεία που ακτινοβολούν μια «εκθαμβωτική πνευματικότητα» επανέρχονται μέσω μιας σύγχρονης ανάγνωσης αλλά και των συναισθημάτων που προκάλεσαν και αναψηλαφώνται με νέες οπτικές και προβληματισμούς, είτε πρόκειται για την ανίχνευση των σκέψεων και των βλεμμάτων του Θανάτου στη Βενετία κατά την βισκοντική του μεταφορά, είτε για την διαπίστωση στον κατά Τσβάιχ Κόσμο του Χθες ενός υψηλού ευρωπαϊσμού (με την έννοια ενός κοινού αλφάβητου ανθρωπιστικού και αισθητικού πνεύματος) αλλά και ενός πνεύματος μιας πρώιμης παγκοσμιότητας

Από την άλλη πλευρά, δεν θα μπορούσε ούτε τώρα να λείπει η αμείλικτη, απολαυστικά σαρκαστική παρατήρηση των σύγχρονων εθνικών ηθών. Με κάθε ευκαιρία οι ακλόνητες εθνικές, φυλετικές και προσωπικές βεβαιότητες και μύθοι που χαρακτηρίζουν την νεοελληνική συνθήκη, την εθνική Ιστορία και την «κοινή γνώμη» υφίστανται ανελέητες ρηγματώσεις, όπως άλλωστε και κάθε δόγμα που με τις τακτικές του μας εμποδίζει να δούμε κριτικά τον κόσμο (όπως λόγου χάρη η παραμυθία της θρησκευτικότητας). Και εδώ ο εντοπισμός παραλληλισμών, π.χ. στη σκέψη του Λαμπεντούζα όσον αφορά τον λαό που πιστεύει πως είναι τέλειος και η ματαιοδοξία του οποίου είναι ισχυρότερη από την εξαθλίωσή του, ενώ κάθε ξένη παρέμβαση διαταράσσει την φαντασίωση της κατεκτημένης τελειότητας, δεν μπορεί παρά να είναι ερεθιστική, όπως και, αλλού, η ευθύβολη απορία Ευρωπαίου ελληνιστή παραθεριστή: Είστε ένας καφκικός, ένας καταδιωκόμενος λαός ή μήπως μια ασήμαντη ζωή με εχθρούς αποκτά σοβαρότερο περιεχόμενο;

Πάντα επιφυλακτικός απέναντι στον άνευ ορίων μοντερνισμό, την αφαίρεση και την νεωτερικότητα, ο Μαυρουδής διατηρεί έναν λόγο πεντακάθαρο και σαφή, διαρκώς εμπλουτιζόμενο από ένα ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο λέξεων και εκφράσεων. Επιλέγοντας τη μορφή των μικρόσχημων λεκτικών αρχιτεκτονημάτων υπαινικτικού λόγου, διαβρωτικού χιούμορ και αφοριστικής διάθεσης μας οδηγεί άμεσα και ακαριαία στην επιφάνεια μιας ποιητικής ατμόσφαιρας και στον βυθό ενός αποσταγμένου νοήματος. Τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε «είδη μικρών πνευματικών περιπετειών», πολύ περισσότερο όταν μπορούν να οδηγήσουν στη συνομιλία αισθημάτων και αισθητικής, στον εντοπισμό της αναντίλεκτης ομορφιάς, σε αστείρευτους προβληματισμούς περί τέχνης και γραφής, σε εικαστικές αποδόσεις των υπαρξιακών βασάνων.

Αν ό,τι απομακρύνεται είναι ποίηση τότε ό,τι καταγράφεται αξίζει επανανάγνωση. Και αντιστρόφως θα προσθέσω: οτιδήποτε αξίζει να ειπωθεί και να ξαναδιαβαστεί, πρέπει και να καταγράφεται. Έτσι ο ποιητής, που γίνεται ικανός πεζογράφος, εξοφλεί το χρέος προς ό, τι παρήλθε, ασκούμενος συγχρόνως στην τέχνη του να θυμάται.

Εκδόσεις Μελάνι, 2008, σελ. 308.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 91, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010 (κυκλοφ. 21.2.2011). Στην τελευταία φωτογραφία ένας εκ των εκλεκτικών συγγενών – συνομιλητών του συγγραφέα (Στέφαν Τσβάιχ).