Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. (…) Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. (…) Αν δεν γελούσα τόσο εύκολα μπροστά στο παράλογο του κόσμου, ίσως να πετύχαινα περισσότερο στην τέχνη της μυθοπλασίας: αλλά, όπως και τότε, έτσι και τώρα δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά. (σ. 228, 229)

Violently happy
Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε εκστατικά ευτυχισμένη. Η χαρά της ήταν προσβλητική, η φιλαρέσκεια της άσεμνη. Αγαπούσε την καλή ζωή, τη ζωή. Θυμάται τον εαυτό της να χορεύει με το τρανζίστορ στο αυτί, να τραγουδάει και να πέφτει από τα γέλια στο πάτωμα. Και είναι γνωστό τι αντιδράσεις προκαλούν η ευτυχία, η αυτάρκεια και ο ενθουσιασμός. Τι επικίνδυνο ζώο: χορεύει. Ο όρος καλοπέραση προφέρεται με ειρωνεία, με απόχρωση υποτιμητική. Οφείλεις να υποφέρεις όπως οι άγιοι της ιουδαϊκοχριστιανικής θρησκείας. Παρότι απαγορευόταν η ευτυχία, η αποτυχία ήταν εξίσου απαράδεκτη: η διαφορά ανάμεσα στον ονειρεμένο και στον πραγματοποιημένο στόχο όφειλε να ισούται με μηδέν.

Φυσικά το «σπίτι» αποτελεί τον πρώτο αντιδραστήρα μιας τέτοιας ξεδιάντροπης αυτάρκειας. Η δική της οικογένειά της στην καλύτερη περίπτωση υπήρξε «κοσμοβριθές τρελοκομείο», το οικογενειακό τραπέζι μια πολεμική ζώνη (μάζωξη φυλής, παράταξη στρατευμάτων), η ζωή στο σπίτι ένα είδος στρατιωτικής θητείας που τελείωνε με λιποταξία ή τρελόχαρτο. Η μητέρα ανησυχούσε για το σώμα της και το στόμα της, ο πατέρας (που «η ολοκληρωτική και χωρίς όρους ένταξη στο ΚΚΕ τον είχε μετατρέψει σε γελοιογραφία») αγόραζε ανατολικοευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλών προδιαγραφών (κατά καιρούς όλα στο σπίτι ήταν χαλασμένα) και στο τέλος πέθανε λυπημένος και γεμάτος αμφιβολίες χωρίς φίλους, μόνο με συντρόφους, και δη πρώην.

Sex, books and rock’n’roll
Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα· θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδήγησης. Πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσσα· το ροκ εντ ρολ· (…) δε μπορώ να τα αραδιάσω όλα· δεν φτάνει το χαρτί και ο χρόνος. Η πατρίδα, όπως γίνεται αντιληπτή από άλλους, συνεπάγεται αίσθημα εγκλωβισμού· η ξενιτειά αίσθημα απεραντοσύνης.

Ο Κίγκεργκαρντ όμως είχε ήδη ονομάσει το συναίσθημά της, είχε ήδη εξηγήσει την ατομιστική της τάση στην οποία επέμενε κι ας την έκανε και την κάνει αντιπαθητική: δεν θα γίνω μέλος ενός είδους, δεν θα «ανήκω» πουθενά. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι «ελεύθερη μέσα στον κόσμο» και να ζήσει μια μικρή ζωή φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Η βιβλιοθήκη ενός κομμουνιστή ο οποίος ευτυχώς μπέρδευε την σοβιετοφιλία με την ρωσοφιλία ήταν μια καλή αρχή. Η αγάπη για τα βιβλία υπερέβαινε τα σύνορα των πολιτικών ιδεών και στον Αστερίξ βρίσκονταν οι απαντήσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής.

Για τι άλλο να ζει κανείς; Για τη θρησκεία; Μα η θρησκεία, φρονούν οι άθεοι σαν εμένα, είναι σαν τις πυγολαμπίδες: για να λάμψει χρειάζεται το σκοτάδι. Και μπορεί να της άρεσαν τα παραληρηματικά, πολυαίμακτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, άρα και τα βιβλικά, αλλά πάντα απορούσε πώς κάποιος μπορεί να τα αγιοποιεί, να τα ανάγει σε ηθικό κώδικα. Οι κομμουνιστές πάλι προτιμούσαν την προσωπολατρία. Κινεζόφιλοι, σοβιετόφιλοι, ρουμανόφιλοι, τροτσκιστές της φαίνονταν εν δυνάμει πολιτικοί εγκληματίες: ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εναντίον των τυράννων τα μέσα των τυράννων.

Μια ζωή γεμάτη λογοτεχνία, μια ζωή λογοτεχνία. Το Μόντοκ του Μαξ Φρις της φαίνεται πως μιλάει για την ίδια και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την ιδιωτική ζωή, ενώ διαβάζοντας τις Οικείες απιστίες (Intimacy) του Χανίφ Κιουρέισι αναφωνεί πόσο σε ξέρω Χανίφ, χωρίς να σε ξέρω. Φτιάχνει στιγμιαίες λίστες με τις δικές της λογοτεχνικές κορυφές: Μπόουλς, Χάρντυ, Ντάρρελ, Λόουρυ, αλλάζουν λίγο μετά με Πεσσόα, Μπέρνχαρντ, ΝτεΛίλλο, Βόννεγκατ, Έιμις. Μέσα η Ατίμωση του Κούτσι για την οποία γράφτηκαν πολλά αλλά όχι αρκετά, ο υποτιμημένος Μπελ, οι Γκριν και Μοράβια που θεωρούνται «ελαφροί» αλλά δεν είναι, οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου: Γιουντόρα Γουέλτυ, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, Κάρσον ΜακΚάλλερς. Δεν ξεχνάει κορυφαίους ξεχασμένους: τον Βαρλάμ Σαλαμόφ, τον Αλέξανδρο Κερένσκυ.
Η πλουσιότερη πηγή έμπνευσης είναι το ατέρμονο χρονικό της ανθρώπινης απώλειας αυτό που ο Τόμας Γουλφ ονόμαζε «πικρή μαγεία της ζωής» . Αδιάφορη την αφήνουν οι υπερτιμημένες Ντιράς και Μέρντοχ, οι Μαν και Σαρτρ που ίσως δεν αντέξουν στο χρόνο και αρκετά με το λογοτεχνικό ψιλολόι, τη γαλλική μικρολογία, τις φράσεις – σαρανταποδαρούσες του Χένρι Τζέιμς, την χωρίς γυναίκες καβάφεια ποίηση, τα λιόδεντρα του Σεφέρη!

H ιστορία της ζωής μου είναι μισός αιώνας ροκ εντ ρολ. Αν δεν υπήρχε το ροκ εντ ρολ θα ήμουν μια άλλη. Δε ξέρω ποια άλλη. Το ροκ εντ ρολ συμβόλιζε μια σκανδαλώδη προσωπική εξέγερση, μια σωτηρία χωρίς τίμημα. Ακόμα κι όταν το ’77 έφυγαν Έλβις και Μπόλαν, εκείνη κράτησε το Easy Rider σακάκι με τα κρόσια κι έμεινε πιστή στον ήχο του Σαν Φρανσίσκο. Αλλά η εμβληματική της χρονιά παρέμεινε το 1970: Moondance, Cosmo’s factory, Gasoline Alley, η θαμπή φωνή του Ρον Στούαρτ. Και το Goodbye Yellow Brick Road ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους της ποπ, και τα 96 tears (? and the Mysterians) και ESP Reader (Kim Fowley) από τα καλύτερα ροκ τραγούδια. Το θέμα ήταν να αποφευχθεί η σταδιακή ολίσθηση από τον Φρανκ Ζάππα στον Φρανκ Σινάτρα. Ζήσε τώρα· αύριο θα σε χτυπήσει ο κεραυνός.

To Cool, calm & collected των Stones περιέγραφε την ψεύτικη ταυτότητά της: εφόσον στην πραγματικότητα διατελούσε έμφοβη και πανικόβλητη, διαβάζοντας Σιοράν, Μισίμα, Παβέζε, Μαγιακόφσκυ, Κρέιν – εισχωρούσε δηλαδή στην λέσχη των αυτοχείρων. Η αυτοκτονία αναβαλλόταν για πρακτικούς λόγους και για λόγους αναμονής, εφόσον τα πράγματα θα μπορούσαν να χειροτερεύσουν κι άλλο. Αφιερώνει τη Φτωχή Μάργκο στους Los Lobos, αλληλογραφεί με τον Ντέιβιντ Κρόσμπυ που βρίσκεται σε τεξανική φυλακή. Και νομίζει πως έγραψε το Εργοστάσιο των μολυβιών για το πώς είναι να ζεις σε ασυμφωνία με όλους.

Leftfield
Στο κείμενο «Η ανεπανόρθωτη ενοχής της αριστεράς» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί το 1990 και αναδημοσιεύεται εδώ, η συγγραφέας κατακρίνει το κομμουνιστικό κίνημα (ή, καλύτερα την κομμουνιστική ακινησία) που δυσφημεί την αριστερή ιδεολογία, κομματικούς ηγέτες – ομοιώματα σταλινοειδών, τα στελέχη που αναδείχτηκαν μέσα από τις πιο προσβλητικές διαδικασίας, αρχηγούς, μέλη και οπαδούς που είναι δεξιοί τόσο από πολιτική όσο και από πολιτιστική άποψη. Δεν συνδέσαμε ποτέ το πολιτικό μας όνειρο με το βαναυσούργημα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αληθινός σοσιαλισμός απλώς δεν υπήρξε ποτέ, αν και στο όνομά του τα καλύτερα παιδιά εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερο, με παράλληλη απαίτηση αυτοθυσίας και «παλληκαριάς». Αλλά πώς να συμφιλιωθείς με τόσες αυταπάτες; Αυτό είναι που (την) εξόργιζει περισσότερο: η εθελοτυφλία του κομμουνιστή, η παθητική συνέργεια, τα κλειστά μάτια. Κι ας αφιερώνει εδώ ένα γεμάτο κείμενο στον Πάμπλο Νερούντα.

Στην θλιβερή πραγματικότητα των ελληνικών 70s όταν κάποιος δεν έπινε ή δεν κάπνιζε, όπως εκείνη, θεωρούνταν χάρτινος μικροαστός. Το 1975 ζούσαμε πάλι σε κλίμα εμφυλίου: ήταν απαραίτητο να «ανήκεις» κάπου, οπουδήποτε. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες – άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Στη Φυσικομαθηματική δεν γίνονταν μαθήματα αλλά στήνονταν καβγάδες, δήθεν πολιτικοί – στις καταλήψεις δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις (δεν ήξεραν τι είναι δημοκρατία, ούτε σκόπευαν να μάθουν). Οι έλληνες φοιτητές, μια φυλή απολίτιστη, όταν δεν καθυβρίζονταν για θέματα διεθνούς πολιτικής και απώτερης Ιστορίας ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία με φραπέ και τάβλι, δεν μάθαιναν τίποτα και μετά το πτυχίο προσδοκούσαν μια ήσυχη δουλίτσα. Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν η συμμόρφωση: η οριστική προσχώρηση στον πουριτανισμό. Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Μη μου λες για τι είσαι έτοιμος να πεθάνεις, πες μου για τι είσαι έτοιμος να ζήσεις.

Η Σώτη Στις Πόλεις
Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις πόλεις, βιωμένες και μη. Στη Νέα Υόρκη του 1982 οι φίλες της ψάχνουν για σύζυγο, εκείνη κάποιον για να χορεύει μαζί της. Μένει στο Άλφαμπετ Σίτυ, δυο τετράγωνα πιο πέρα από τον Θέρστον Μουρ (Sonic Youth) – άρα βλέπουν το ίδιο Κακό Φεγγάρι ν’ Ανατέλλει από το ίδιο παγκάκι του πάρκου. Στο Ντιτρόιτ ακούει «Σειρήνες που ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία» από άλλον αγαπημένο δίσκο, το Aladdin Sane. Στο Μπρονξ βλέπει πως ο ρομαντικός καθηγητής που τιθασεύει την απείθαρχη τάξη δεν υπάρχει – όμως το προσπαθεί για τρία χρόνια. Νωρίτερα στο Παρίσι κατοικοεδρεύει στις βιβλιοθήκες και ζει ένα Χρονικό των φτωχών εραστών. Αλλά πώς να αγνοηθούν η αγγλική εξοχή, οι κοιλάδες του Σερ Γουόλτερ Σκοτ, τα κάστρα του Σέφφιλντ, οι τυχοδιώκτες του Θάκερεϋ, ο Μπάρρυ Λύντον, Μπλέικ, Γέιτς, Λόρενς, Χιουζ, οι γκρίζες βιομηχανικές πόλεις;

Ταξιδεύοντας χάνεις τις αυταπάτες σου. Δεν ξέρω τι κερδίζεις: ίσως ένα είδος ταπεινότητας· τη συναίσθηση ότι σφάλλεις διαρκώς, κι ότι όλα – οι πόλεις, οι αυτοκινητόδρομοι, τα ποτάμια, οι άνθρωποι· κυρίως οι άνθρωποι – σου διαφεύγουν. Ταξιδεύοντας κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από τον εαυτό του: η ήσυχη συνείδηση είναι συνήθως αποτέλεσμα αμνησίας («Ντιτρόιτ», σ. 175). Τριγύρισμα στη Βρώμικη Λεωφόρο του Λου Ριντ, στους χωματόδρομους όπου σκουριάζουν οι παλιές Ντοτζ των σερίφηδων, στη μαγική λατέρνα του Λος Άντζελες, στην Καλιφόρνια με τους αργοπορημένους χίππις και τους γερασμένους καουμπόυς. Κανείς δεν μας αναζητούσε, κι αν μας αναζητούσε δεν θα μας έβρισκε. Η Route 66 γίνεται το τελευταίο της μεγάλο ταξίδι: όχι επειδή κουράστηκε κουραστεί αλλά επειδή είχε ξεκουραστεί.

Γκράφιτι
Οι άλλοι θέλουν να βρισκόμαστε μαζί στην ίδια κατάσταση, να ισορροπούμε στο όριο της δυστυχίας. Οι περισσότεροι από μας δεν αξίζουμε την αφοσίωση κανενός. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας: γι’ αυτό, φροντίζουν οι άλλοι. Κανείς δεν μπορεί να μας καταστρέψει εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Άσκοπη περιπλάνηση [λένε] – αλλά κάθε τι μπορεί να θεωρηθεί άσκοπο. Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης, μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Στην Ελλάδα μπορείς να εκφράζεις τη γνώμη σου, αρκεί να είναι σωστή, αρκεί να συμφωνούμε μαζί σου. Όταν συμφωνείς είσαι στα καλά σου, όταν εναντιώνεσαι είσαι επικίνδυνη και για δέσιμο. Όταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν αιρετικό.

Auto – strada
Στο θεατρικό έργο της ζωής μας θα έπρεπε να δικαιούμαστε όχι μόνο μια δεύτερη πράξη, σαν εκείνη που σχολιάζει ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ μιλώντας για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά μια δεύτερη ζωή, ώστε να τα κάνουμε όλα διαφορετικά. Άλλωστε η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία. Ας πέσει το βάρος στον «αισθητικό» όχι στον «ηθικό» άνθρωπο: εκείνον που χρησιμοποιεί όλα τα δυνατά τεχνάσματα για να μετατρέψει την καθημερινή ανία σε ποίηση και τη βαθύτερη απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα.

Είμαι αποτυχημένη συγγραφέας αλλά επιτυχημένη αναγνώστρια. Άρα μπορεί να μιλήσει γι’ αυτό στο οποίο λέει πως αποτυγχάνει, για την τέχνη της μυθοπλασίας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η autofiction: το καταφύγιο του συγγραφέα – απατεώνα που ασχολείται με τον εαυτό του και πιστεύει πως ό,τι γράφει είναι βαρυσήμαντο, βαθυστόχαστο, μπαίνει δε σε πειρασμό να μεταδώσει όλη αυτή την πολύτιμη πείρα σε εργαστήριο δημιουργικής γραφής όπου συμμετέχουν αποκλειστικά γυναίκες. Το κλειδί της αποτυχίας είναι να θέλεις να αρέσεις σε όλους διαρκώς.

Και κάπως έτσι, με σύντομα ή μακρύτερα κομμάτια, ψήγματα και αποσπάσματα μιας ζωής (έξω ή μέσα στο κεφάλι) αποχωρούμε από μια «κουζίνα» που μας αφορά, ανεξάρτητα από την άποψή μας απέναντι στην μυθοπλασία της, παίρνοντας και 4 διηγήματα από παλαιότερες συλλογές. Και την αφήνουμε πιστή στο μπητνικό: Υπάρχει κι άλλο, υπάρχει παρακάτω…ο δρόμος δεν τελειώνει πουθενά…

Εκδ. Πατάκη, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 9], 2009, σελ. 382, με 24σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: (εκτός του κομματιού «Leftfield») εδώ. Στις «άλλες» φωτογραφίες ένας πιστός λογοτεχνικός και μουσικός σύντροφός της αντίστοιχα: Μαξ Φριτς, Βαν Μόρρισον.

Έλενα Χουζούρη – Πατρίδα από βαμβάκι

Ιστορίας Ιστόρημα

«Η Ιστορία δεν ενδιαφέρει τον μυθιστοριογράφο καθαυτήν, σαν αντικείμενο που μπορεί να το απεικονίσει, να το καταγγείλει, να το ερμηνεύσει· ο μυθιστοριογράφος δεν είναι υπηρέτης των ιστορικών· η Ιστορία τον μαγεύει επειδή είναι σαν προβολέας που περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φωτίζει, φωτίζει τις απρόσμενες δυνατότητές της, που σε ήρεμους καιρούς, όταν η Ιστορία είναι ακίνητη, δεν αξιοποιούνται, παραμένουν αθέατες και άγνωστες». (Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, μτφ. Γιάννης Χάρης, εκδ. Εστία, σ. 85-86)

Κάπως έτσι φωταγωγείται εδώ ένα υποφωτισμένο, από μυθιστορηματική άποψη, ιστορικό πεδίο, εφόσον η ζωή των μετεμφυλιακών πολιτικών μεταναστών, πλούσια «ιστορημένη» και εκ των έσω «αφηγημένη», παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθησαύριστη όσον αφορά μια περισσότερο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη μυθοπλαστική ανασκαφή. Μόνο πρόσφατα η έκδοση των μυθιστορημάτων του Γιώργου Πρασσά «…και έτσι έκλεισε ο κύκλος» και του Αλέξη Πάρνη «Η Οδύσσεια των διδύμων» (εκδ. Νεφέλη και Καστανιώτη αντίστοιχα) αλλά και η έντονη παρουσία του πολιτικού πρόσφυγα στην «Μνήμη της πολαρόιντ» της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο) πιθανώς σηματοδοτούν την ωρίμανση του σχετικού ενδιαφέροντος.

Η συγγραφέας εδώ δοκιμάζει κάθε μέσο προς τον προαναφερθέντα στο παράθεμα χειρισμό: διαβάζει το δίγλωσσο σημειωματάριο του κεντρικού χαρακτήρα Στέργιου Χ., επιστρατεύει διηγήσεις τρίτων και φωνές «που έχουν εισβάλλει μέσα της», απευθύνεται στον αναγνώστη ή στους ήρωές της, μαντεύει τι θα διαβάζαμε αν κατέγραφαν τις σκέψεις τους, τους τοποθετεί σε κάδρακαι καρέ, τοπογραφεί το περιβάλλον με τις λεωφορειακές τους διαδρομές, εισχωρεί στα ενύπνιά τους, περιγράφει φωτογραφίες που διαθέτει ή φαντάζεται άλλες, ανατρέχει στον Τύπο της εποχής και πάντοτε υποθέτει χωρίς ποτέ να είναι σίγουρη. Οι χρόνοι του ξεφυλλίσματος των σημειώσεων, της συγγραφής του μυθιστορήματος (που με κάθε ευκαιρία τονίζει πως γράφει) και του ταξιδιού του Στέργιου ταυτίζονται σε παράλληλη σιδηροδρομική και μυθοπλαστική τροχιά.

Ο Στέργιος ταξιδεύει με την σύζυγο και τις κόρες του «πολιτικός πρόσφυγας από θέληση και πεποίθηση, δεύτερη φορά σε δεκαοχτώ χρόνια», αντιστρέφοντας την διαδρομή που έκανε το 1949, με αφετηρία τώρα την Τασκένδη και προορισμό τα Σκόπια, τον πλησιέστερο στην δικτατορική Ελλάδα τόπο. Η εποχούμενη α-τοπία του τρένου αποτελεί πρόσφορη σχεδία αναδρομής και ανατομής της ζωής του σε μια από τις δεκατέσσερις «Ελληνικές Πολιτείες» του Ουζμπεκιστάν, από την αμήχανη άφιξη στην Εδέμ των δικών τους Γραφών και τους πρώτους ενθουσιασμούς στις συνεχείς υπενθυμίσεις του χρέους και της άμιλλας και στην προοπτική διάρκειας που συγκρουόταν με τον πόθο της επιστροφής.

Πιστός στην ιδεολογία του μέχρι το τέλος, παρόλο που το Κόμμα καθόρισε δις την συναισθηματική – προσωπική του ζωή (στον γάμο του με την Σταυρούλα, συναγωνίστρια στα βουνά, και στον χωρισμό με την ρωσίδα Όλγα) αλλά και την ιατρική του ειδίκευση, θα κλυδωνιστεί από αμφιβολίες για τους εφαρμοστές της. Η αποσταλινοποίηση του εικοστού συνεδρίου, η άγνοια και η συνενοχή, η ντιρεκτίβα της απαγόρευσης των «βλαβερών» βιβλίων, οι κομματικές επαναξιολογήσεις της «Ανακαταγραφής», η καχυποψία στους κόλπους της κοινότητας, το ενδεχόμενο της διαγραφής και του κενού της μετέπειτα ζωής που συντρίβει τους συντρόφους που ζητούν την στήριξή του, όλα σηματοδοτούν την οριστική απώλεια της παλιάς χαρούμενης ατμόσφαιρας και των κοινών αυλών. Ενδεικτικές είναι οι αδύναμες στιγμές του κάτω από τα κολοσσιαία αγάλματα των Λένιν – Στάλιν που με την πέτρινη αδιαφορία τους τον αφήνουν αδιαφώτιστο. Θερινός εθελοντής στις απέραντες ουζμπέκικες βαμβακοφυτείες αναρωτιέται «αν όλοι έγιναν καινούργιοι άνθρωποι, αν ο ίδιος είναι πια ένας καινούργιος άνθρωπος», πάντα βασανιζόμενος από την ανεκπλήρωτη επιθυμία να γράψει σε απαγορευμένα αγαπημένα πρόσωπα και γενικότερα την συναισθηματική ενοχή για την οικογένεια πίσω στην πατρίδα (η ζωή της οποίας παρουσιάζεται συγχρονικά κι ενίοτε αντιστικτικά όπως π.χ. ο εξαιτίας του τερματισμός της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του αδελφού του).

Η Σταυρούλα αντιπροσωπεύει μια διαφορετική, εξαρχής δύσπιστη στάση καθώς, ακόμα κι όταν το άλγος του νόστου καταλαγιάσει, αρνείται να διαβεί την κύρια θύρα προς τη νέα χώρα: την εκμάθηση της γλώσσας. Η εκφραστική της αισθητοποιείται μόνο όταν τραγουδάει «με αγνώριστη, βαθιά από τα έγκατα φωνή». Ο μύθος κυκλώνεται και ανακυκλώνεται από επαναλήψεις και υπενθυμίσεις, ενώ στο περιθώριό του αναπνέει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με τις ζωογόνες ανατάσεις της καθημερινότητας (όπως οι θεατρικές παραστάσεις της πολιτείας ή ο πρώτος περίπατος στην πόλη), το ζοφερό κλίμα της ημέρας του θανάτου του Στάλιν ή των «γεγονότων» της Τασκένδης αλλά και οι φευγαλέες εικόνες των ερήμων του Καζακστάν και των χρωμάτων της φθινοπωρινής Ανατολής ή οι αντηχήσεις της αρχαιότερης ιστορίας της περιοχής ως και των ποιημάτων της Αχμάτοβα.

Τελικά το βαμβάκι της Νέας Χώρας δεν αντικατέστησε την πέτρα της Παλαιάς κι εκείνοι που ταξίδεψαν ως εκεί καταγεγραμμένοι ως «κάρβουνο» στα αμπάρια του πλοίου, δεν συμμετείχαν μόνο «στην συμπαντική κίνηση προς τα εμπρός για ένα υπέροχο μεγαλόπρεπο αύριο» αλλά και, κατά μεγάλη ειρωνεία, αποτέλεσαν το ιδανικότερο πολιτικό καύσιμο. Ο Στέργιος παραμένει σταθερός στην εξαρχής επιλογή «της αβύσσου αντί της σωφροσύνης» και δεν μετανιώνει για τίποτα· συνειδητοποιεί όμως ότι αδυνατεί να εναντιωθεί στην Ιστορία. Τι μένει στις κατά Κούντερα «ήρεμες» εποχές; Ένα ερώτημα αν όλα έγιναν νομοτελειακά και αν κάθε άπιαστο όραμα «σκοντάφτει στην ίδια την άχαρη ανθρώπινη φύση». Τουλάχιστο τότε είναι, όπως καταλήγει η συγγραφέας, καιρός για μυθιστορήματα.

Εκδ. Κέδρος, 2009, σελ. 372.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 22 (καλοκαίρι 2010). Στις φωτογραφίες, κτίσματα από τις αλλοτινές γειτονιές των Ελλήνων της Τασκένδης.