Θεόδωρος Γρηγοριάδης – Χάρτες

Η ζωή μας είναι καταγραμμένη. Γι’ αυτό και διαβάζουμε σκόρπια, βιαστικά, γιατί ασυναίσθητα ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια μας, να την μαντέψουμε (σ. 233, Χάρτης αρ. 61: Σκορπισμένη βιβλιοθήκη).

Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η προσωπική μου βιο-γεωγραφία: ποια μέρη θα συμπεριελάμβανε, ποιοι τόποι θα μαρκάρονταν, ποια περάσματα θα υποδείκνυε το βέλος της γραφίδας, ποιο θα ήταν το τελικό της σχήμα της χώρας των χώρων μου. Ένα τέτοιο οικείο σε όλους μας ερώτημα χρησιμοποιεί ευφυώς ως εύρημα o Γρηγοριάδης στους Χάρτες του. Εβδομήντα στιγμιοτυπο-βιογραφήματα μοιρασμένα σε τέσσερες περιφέρειες (χωριά και κωμοπόλεις / πόλεις και συνοικίες / ξενιτιές και εξορίες / ουτοπίες και δυστοπίες) συναρμολογούν ένα τεράστιο α/Χαρτο-γράφητο κομμάτι της περιφέρειας, των κωμοπόλεων και των πόλεων. Δεν υπάρχουν δημόσια γεγονότα εδώ, ή καθοριστικές ιστορικές συγκυρίες, παρά προσωπικά γεγονότα (τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό) που άλλωστε φτιάχνουν τις βιογραφίες των γενιών που ανήκουμε, όσοι συναντιόμαστε εδώ μέσα, ένας πάνω μία κάτω.

Ένας συγγραφέας που έχει λογογραφήσει όσο λίγοι το σήμερα, την καθημερινότητα και το ανθρώπινο σώμα, τώρα ανυψώνεται και απομακρύνεται, και τα παρατηρεί – πάντοτε τρυφερά – από ψηλά ή από μεσαία απόσταση. Οι ιστορίες εναλλάσσονται από μια φιλική παρέα διηγητών, με γλώσσα απλούστατη και υπαινίσουσα και με ματιά ευθύβολη και τολμηρή. Αν ο καθένας μας έπρεπε να διηγηθεί μια καίρια στιγμή της ζωής του – όχι οπωσδήποτε καθοριστική αλλά μόνιμη κάτοικο της μνήμη – ποια θα επιλέγαμε; Τι θα ζυγίσει περισσότερο, μια πράξη ή κάποια σκέψη; Ή μήπως το αρνητικό τους, οι ερωτικές ιστορίες που δεν γεννήθηκαν αλλά τις πλησιάσαμε σύρριζα, η επιλογή του διλήμματος που δεν προκρίναμε, οι κινήσεις που έμειναν ανολοκλήρωτες;

Φαντάσου λοιπόν…πως είσαι ποιητής και δίνουν τ’ όνομά σου σ’ έναν ανηφορικό δρόμο μιας κωμόπολης ή ψάχνεις τρόπους ώστε η παρουσίαση του βιβλίου σου ν’ αφήσει εποχή, ηθοποιός που θέλει να συρράψει σ’ έναν μονόλογο όλα όσα έχει να πει, παρατηρητής νυχτερινών τρένων που ακούει Orbital διασχίζοντας τα τενάγη των Φιλίππων, Λολίτα με μέλλον που θέλει να εξομοιώσει στιγμές με χρόνια. Ας φανταστούμε πως είμαστε Εραστές Ανοιχτών Χώρων και βροχερής Θράκης, Τούρκοι ή Έλληνες σ’ ένα καφενείο εκτός ανταλλαγής πληθυσμών, αγνοούμενοι του σήμερα – μήπως είναι ευτυχία να μη σ’ αναζητάει κανείς; – πως μας έμεινε η μυρωδιά του σπέρματος ως μοναδική ανάμνηση μιας ερωτικής σχέσης ή βρεθήκαμε σε μια παρτουζίτσα που εξελίχτηκε απρόσμενα.

Κι ακόμα, πρόσωπα που τρώγονται με τα σαράκια τους, στρατιώτες, επαρχιώτισσες, άστεγοι, ξένοι, άρρωστοι, ιδιότητες που όλοι υπήρξαμε ή μας περιμένουν πιο κάτω, η δέσποινα που αφήνει λυτά τα ένστικτά της, δυο αποκλεισμένοι σ’ ένα τσοντοσινεμά, μια μοδίστρα που προσαρμόζει τα νυφικά στις ψυχές των νυφών, η ταχυδρομική υπάλληλος ταξιδεύτρια απ’ τον Παγκράτι στον Ατλαντικό (ακριβώς έτσι). Δεν είναι, άλλωστε, ο απόδημος κόσμος μας ένας τηλεφωνικός θάλαμος, ένα καρναβαλικό ντύσιμο που περνάει τόσο φευγαλέα πια, ένα σπίτι σχεδόν σύρριζα στη νέα Εγνατία ή μια χέστρα στην άκρη μιας ρεματιάς; Θα σωθούμε άραγε αναβαπτιζόμενοι στον κάμπο της Καβάλας ή τα ρέιβ της Σαμοθράκης ή αν θεραπεύσουμε δαιμονισμένες κορασίδες στο θέατρο των Φιλίππων;

Ας έπρεπε να προτείνω ένα αγαπημένο από κάθε ενότητα, θα ήταν τα Αναστενάρισσα (νεαρή ενδίδουσα σε δυο πολιορκητές, μέσω του ερωτισμού των πελμάτων και της άχνης του ζαχαροπλαστείου), Ο μασέρ (ο πρώην βιαστής πλέον εισβολέας ως μασέρ στην Σάλλυ με τις δυο τηλεοράσεις δίπλα δίπλα), Δεκατρείς γυναίκες (η αποψίλωση ενός μακεδονικού χωριού από τις όμορφες κοπέλες του – η πίσω όψη της μικροϊστορίας) και Ο ήλιος της ερήμου, με την πολλαπλασιασμένη ακοή ολόκληρου του παρελθόντος – «Τίποτα δεν πάει χαμένο στον κόσμο μας», ομολογεί και κλείνει τα μάτια. «Κάθε μόριο, κάθε πληροφορία, κάθε χτύπος περιμένουν να τα περισυλλέξεις και να τα σμίξεις με νόημα». (σ. 252).

Στη δεύτερη ανάγνωση οι ιστορίες μοιάζουν συρτάρια για ξεκλείδωμα, ασκήσεις επί χάρτου (ή να πω επί Χαρτών;), γρίφοι προς επίλυση. Κι ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η πλειοψηφία των «ιστοριοστιγμών» δεν είναι ευδαιμονικές και γελαστές, η αίσθηση που αφήνουν είναι ενός γεμίσματος, μιας ανακούφισης πως όλοι μέσα στα ίδια λάθη, τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες ματαιώσεις παραδέρνουμε – άλλωστε το τέλος μένει πάντα άνοιχτό, μισάνοιχτο, εναλλασσόμενο ή τέλος πάντων ατελές. Στο τέλος οι περισσότεροι χαρακτήρες συγκεντρώνονται υπό έναν Παράδεισο όπου μοιάζουν λιγότερο βεβαρημένοι: μήπως επειδή οι ιστορίες τους έχουν γραφτεί, συνεπώς θα ζουν μέσα από αυτές;

Φάκελος φιλοξενούμενου: Παλαιοχώρι Παγγαίου, 1956, Αγγλική Φιλολογία, διδασκαλία στις σχολικές αίθουσες του Έβρου, της Ξάνθης και του Διδυμότειχου, συγγραφή επτά μυθιστορημάτων και μιας συλλογής διηγημάτων, κριτική λογοτεχνίας, συντονισμός ομάδων δημιουργικής ανάγνωσης και σεμιναρίων στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών (με το πλουσιότερο, κατά τη γνώμη μου, βιβλιοφιλικό σάιτ – http://www.serrelib.gr/).

Eπισκεπτήρια: http://teogrigoriadis.blogspot.com/), grigori@otenet.gr.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πατάκης, 2007, σελ. 267                                                

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου: εδώ.

Νίκος Νικολαΐδης – Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα

Το θέμα είναι να στήνεις σωστά το παραμύθι (σ. 275-6)

«Το μαύρο μου το χάλι φίλε μου» απαντά ο Κίνγκσλυ Έιμις σε ερώτηση του βιογράφου του σχετικά με την κατάστασή του, λίγο προτού πεθάνει. Συλλαβίζει ακόμα μια λέξη που ο γιος του Μάρτιν Έιμις προσπαθεί για χρόνια να αποκρυπτογραφήσει προτού αποφανθεί: «Για ένα συγγραφέα, τα βιβλία του – όλα του τα βιβλία – αποτελούν τελευταίες λέξεις» (Μισέλ Σνεντέρ, Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, σ. 264-265).

Από τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα μέχρι την Γλυκιά Συμμορία και την Πρωινή Περίπολο, κι από τα Γουρούνια στον Άνεμο μέχρι τον Οργισμένο Βαλκάνιο, ολόκληρο το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη (Αθήνα 1939 – 2007) μοιάζει να ψελλίζει τις οριστικές και αμετάκλητες αλήθειες του δημιουργού του. Ο κόσμος των χαρακτήρων του, ένα αξεδιάλυτο και οργιαστικό πανδαιμόνιο του έρωτα, της συντροφικότητας των φίλων και ενός ακατάπαυστου αγώνα ενάντια στην συμβατικότητα και την υποταγή, μιλάει τη γλώσσα του κινηματογράφου και της μουσικής, ιδίως του ροκ εντ ρολλ, και κοιτάζει κατάματα την ήττα και τον θάνατο. Ακόμα κι όταν κάποια στιγμή οι ήρωές του, στην ερώτηση «τι γιορτάζουμε;» απαντούν κι αυτοί, συμπτωματικά, «το μαύρο μας το χάλι», έχουν νωρίτερα ζήσει ακριβώς όπως προστάζει ο εαυτός τους.

Το εν λόγω post mortem μυθιστόρημά του δεν είναι απλώς η επιτομή της μυθολογίας του αλλά και μια αυτοβιογραφική καταβύθιση στην εφηβεία του και, συγχρόνως, στο παρελθόν μιας γενιάς που βρέθηκε ανάμεσα σε ένα συντηρητικό «εδώ» και σε ένα μοντέρνο «αλλού». Ολόκληρη η παρέα του είναι ξανά εδώ, γνώριμα πρόσωπα από τις σελίδες και τα καρέ του, που περιπλανιούνται στα συνοικιακά στέκια και τους πρωινούς διαγωνισμούς χορού και ορμούν στις διαδηλώσεις, στους καυγάδες των παρεών, στο ανελέητο κυνήγι του ποδόγυρου και στην αναζήτηση μιας αλήθειας.

Αυτός είναι ο κόσμος του κεντρικού αφηγητή, του Σπόρου, προτού ξεχυθεί από ένα σπίτι που μυρίζει υγρασία και πετρέλαιο σόμπας στα Τουρκοβούνια κάτω στις αρτηρίες της πόλης – Πατησίων, Βικτώρια, Νεάπολη, Στέκι της πλατείας Αιγύπτου, Τοπ-Χατ, Ζωναρ(ά)ς, Λήθη, Γκρην Παρκ, Ρεξ, κεντρικές στοές – ή περιπλανηθεί στην πάχνη των έρημων τότε βορείων προαστίων αναζητώντας τους έρωτές του. Ένας κόσμος που καθορίζεται από τον μύθο του σινεμά ήδη από τη στιγμή που ανοίγουν αργά οι βυσσινιές κουρτίνες και φαίνεται η άσπρη οθόνη, συνεννοείται με ατάκες και σεκάνς και ντύνει τις δικές του καθημερινές σκηνές με φρέσκα ροκ 45άρια (1). Ένας κόσμος που στις δύσκολες στιγμές βρίσκει στήριγμα στους ποιητές, στα τρία ιερά κάπα (Καβάφης, Καρυωτάκης, Καββαδίας), ενίοτε σε Ρίλκε και Μπωντλέρ, «γιατί η ποίηση ας βοηθάει να ζήσουμε και να πεθάνουμε όμορφα και κάμποσες φορές να ρίξουμε … μια φοβερή στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» (σ. 176). Για εκείνη τη στεκιά απαραίτητες όπως πάντα οι γυναίκες, καταλυτικά παρούσες, αιώνια εράσμιες, ερώμενες και φίλες, «το μόνο κίνητρο για να ξεκολλήσεις», όπως γίνεται πάντα, «η κάθε μια τους με το στυλ της και το παραμύθι της» (2).

Η γραφή του Νικολαΐδη, κοφτερή σαν λεπίδι και σκληρή σαν των παιδιών που μεγάλωσαν απότομα, μένει ακριβώς όπως παραδόθηκε στο χειρόγραφο, χωρίς κανονική επιμέλεια, λόγω του ξαφνικού θανάτου του. Μπροστά σε ένα τέτοιο καταρράκτη αμεσότητας και ζωντάνιας, έννοιες όπως στίξη ή ορθογραφία περνάνε σε δεύτερη μοίρα: στον εσωτερικό μας μονόλογο, στις ζωτικές μας προφορικές συνομιλίες και στις κουβέντες της ψυχής μας δεν έχουν θέση οι γραμματικοί κανόνες. (3)

Με χρονικά άλματα μεταξύ των δυο «καθοριστικών» δεκαετιών του ’50 και του ’60 και εναλλαγή κεφαλαίων ρεαλιστικότατης αφήγησης και προσωπικών, συχνά παραληρηματικών σκέψεων, ολόκληρη η Στεκιά μοιάζει με εγκεφαλογράφημα του Σπόρου που μοιράζει ακριβοδίκαια τα συναισθήματά του στους φίλους του, από την σκληρότητα μέχρι την άνευ όρων αγάπη, επιβραβεύοντάς τους τρυφερά και ερήμην τους, όταν φερθούν σπαθί, με ένα «σωστός νομίζω». «Όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρρυ Λούις πρέπει ν’ αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ’ αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια» (σ. 216). Ο Σπόρος θα ενηλικιωθεί πολύ γρήγορα με όλα τα παραπάνω, χωρίς ναρκωτικά (μόνο βαλεριάνα για να κοιμάται του θανατά στις δύσκολες στιγμές και παγωμένες μπύρες που έκρυβε στο ρέμα της Πεντέλης) μα πάντα υπό βροχή, η οποία δεν λείπει ποτέ, ιδίως κάθε Κυριακή απόγευμα (4), και θα προχωρήσει ακόμα κι όταν οι σχέσεις του είναι καταδικασμένες, ακόμα κι όταν ο ξενιτεμένος κολλητός του τον περιμένει για να μην κρεμαστεί μονάχος.

Ίσως γι’ αυτά και γι’ άλλα ο Νικολαΐδης μίλησε στις καρδιές εκείνων που ονειρεύτηκαν μια πιο ροκ εντ ρολλ ζωή, ακόμα κι αν προέρχονταν από διαφορετικές δεκαετίες, είτε είχαν διαβάσει τις αθυρόστομες σεξουαλικές περιγραφές του Ρομπ Γκριγιέ, τα μπιτ παραλήρηματα του Κέρουακ, τις ψυχοσωματικές εξομολογήσεις του Μίλλερ ή το αμερικάνικο νουάρ, είτε όχι. Ίσως γι’ αυτό το ερώτημα που ταλάνισε τους χαρακτήρες «τι τρέχει ακριβώς, πάμε λάθος στο σωστό δρόμο ή σωστά στον λάθος;» (σ. 232) δεν έχει την απάντησή του. Ο ίδιος ο συγγραφέας και οι ήρωές του πήγαν στον δικό τους δρόμο. Σωστοί νομίζω.

Εκδόσεις Greekworks.com, 2008, σελ. 436, με επίμετρο του Μάνου Ελευθερίου.

Πρώτη δημοσίευση σε: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16, χειμώνας 2008.

Υποσημειώσεις, από άλλο κείμενο για το ίδιο βιβλίο, από εδώ.

(0) …το μόνο που γουστάρεις είναι το μουνί τα τσιγάρα κι οι έρημοι δρόμοι τίποτ’ άλλο όμως το νοιώθω ο λούστρος κουβαλάω μια ερημιά για κάτι που ήτανε κάποτε δικό μου και μου τ’ αρπάξανε που τριγυρίζει το γαμημένο σαν ξωτικό και μου ζαλίζει τ’ αρχίδια κι όχι μόνο αυτό αλλά μου κλωτσάνε μακριά κα το δεκανίκι να πέφτω να κυλιέμαι στη λάσπη ο δικός σου … Το σίγουρο είναι ότι κάποιος από κει πάνω μού κάνει χοντρή πλάκα αλλά που θα πάει κάποτε θα τον βρω και θα τον ξεσκίσω επιτόπου. (σ. 296)

(1) … τιμώντας ως πρέπει τους παλαιότερους μάστορες από Ντιούκ Έλλιγκτον μέχρι Φατς Ντόμινο, ενώ οι εραστές ανταλλάζουν Τζούλι Λόντον σε κόκκινο βινύλιο. Όλα και τον ουρανό ακόμα.

(2)…τρέχουμε σα λιγούρια πίσω απ’ τα μουνιά και κάθε πούτσος που ρίχνουμε κερδίζει πόντους να στο πω καλλίτερα μας διώχνει λίγο πιο μακριά απ’ το ταμείο αλλά πάντα στην ουρά μαλάκα μου κ’ εντάξει μπορεί να μην κολλάμε με τα πρόβατα δεν έχει όμως άλλη είσοδο για μας τους άντε και καλά αλλοιώτικους. (σ. 188-189)

(3) Τον έχουμε μάθει πια, το χιούμορ του όπως πάντα είναι αγέλαστο και μαχαιρώνει. Ακόμα και η ηλικία που διάλεξε να την κάνει – 69 –δικό του αστείο πρέπει νάναι. Ο Νικολαΐδης έκανε το δικό του ακόμα και στην επιλογή των συγκεκριμένων εκδόσεων. Κάποιοι λένε πως αν το έδινε αλλού, θα είχε εκτοξευτεί. Μόνο που, όπως ήδη μαθαίνω, εξαντλείται η πρώτη έκδοση και φεύγει για την δεύτερη, κι ας σιώπησε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής και των «ενθέτων» κι ας έγραψαν μόνο κάποια ιστολόγια, στα οποία άλλωστε σκόπευε να διασκορπίσει μερικά κεφάλαια.

(4)… και δε φτάνει που είναι χειμώνας αλλά έρχονται και Χριστούγεννα, όπως τότε στη Γλυκιά Συμμορία, άρα θα ανεχτούμε την θλιβερή διακόσμηση των συνοικιακών καφετεριών (πράσινο γκοφρέ ελατάκι σα μαραμένη πούτσα) και αργότερα κάτι γιρλάντες ξεχασμένες της γιορτής να μαγκώνουν τις σιδεριές των υπονόμων.

Υ.Γ. δε θέλω να ’μαι πρώτος πουθενά – είμαι πρώτος από χέρι και σας έχω όλους γραμμένους στον πόιτσο μόι κουφάλες.