(δε)κατα, τεύχος 45 (άνοιξη 2016)

Αφιέρωμα: Έγκλημα και ατιμωρισία

Μόνο ξεκαρδιστικό γέλιο προκαλεί η δήλωση, κατά καιρούς, πολιτικών μας ανδρών ότι «σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν νόμοι και κανόνες». Δεν μας λένε όμως ότι αυτοί οι νόμοι και οι κανόνες λειτουργούν με βάση την αρχή «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Αλλιώς, πώς εξηγείται η ατιμωρησία που κατατρέχει τούτη τη χώρα από γεννέσεώς της; Μια ματιά μόνο αν ρίχνουμε κάθε μέρα στις ειδήσεις, διαπιστώνουμε το μέγεθος της ανομίας και της ατιμωρησίας. Είναι πια κοινός τόπος ότι τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα από την μεταπολίτευση και μετά ή δεν ερευνώνται ποτέ ή παραπέμπονται στις καλένδες (λέγε με Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής) για δήθεν διερεύνηση, αλλά στην πραγματικότητα για να παραγραφούν.

Αν κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο έξω από τη μικρή μας πατρίδα, αμφιβάλει κανείς ότι το μεγαλύτερο έγκλημα του 21ου αιώνα είναι, μέχρι στιγμής, η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ; Και είναι διότι είχε ως συνέπεια την δημιουργία των τρομοκρατών του Ισλαμικού Χαλιφάτου και, κατά προέκταση, τον εμφύλιο στη Συρία και τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας ανάφλεξης – αυτά τα ομολογούν τώρα οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Και είναι ένα έγκλημα οικουμενικών διαστάσεων που παραμένει ατιμώρητο και που δεν θα διερευνηθεί ούτε θα διαλευκανθεί ποτέ…

….γράφεται στην εισαγωγή του τεύχους, ως μια μικρή υπενθύμιση σε δυο από τις αμέτρητες μορφές εγκλημάτων που διαφεύγουν της τιμωρίας στον σύγχρονο κόσμο. Θέμα πικρό πλην ερεθιστικότατο από λογοτεχνική άποψη, που προκάλεσε τριάντα δύο συγγραφείς, επιστήμονες, δημοσιογράφους και άλλους τεχνίτες του λόγου, απατηλού και μη, να καταθέσουν τις όψεις του. Σε «Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο» ο Ηλίας Κουτσούκος γράφει μια αληθοφανέστατη ιστορία παρ’ ολίγον τιμωρίας αλλά, ευτυχώς, τετελεσμένου έρωτα, ο Φίλιππος Δρακονταειδής απευθύνει επιστολή στον Σάμιουελ Μπέκετ και η Ροζίτα Σπινάσσα προσωπογραφεί την διλημματική ιστορία μιας παρένθετης μητέρας.

Τα τιμωρητέα πεζογραφούν ακόμη οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ηρώ Νικοπούλου, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Χρύσα Φάντη, Φλώρα Ορφανουδάκη, Δήμητρα Δεσύπρη, Φώτης Χρονόπουλος, Μηνάς Βιντιάδης, Γιάννης Παπαγιάννης, Ζέτα Κουντούρη κ.ά. και στιχουργούν οι  Κώστας Ζωτόπουλος, Έλσα Κορνέτη, Κώστας Κουτσουρέλης κ.ά. Μυθιστορηματικά αποσπάσματα καταθέτουν οι Sascha Arango, Miguel Bonnefoy, Δημήτρης Μαμαλούκας, ενώ στα δοκίμια εξετάζονται το έγκλημα και η ατιμωρησία στη λογοτεχνία [Ahmet Umit], η ατιμωρησία στο περιβάλλον [Bill McKibben] αλλά και περιπτώσεις λογοτεχνικών αντιπάλων [Richard Bradford] κ.ά. ενώ στα καθ’ ημάς ο Σάββας Πατσαλίδης ταξινομεί τις περιπέτειες της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής.

Ο Ντίνος Σιώτης σε άλλο κείμενό του με τίτλο «Το ψέμα, η αλήθεια, η φόλα, η κλοπή, ο πολιτισμός» αναφέρεται στους ανθρώπους «των γραμμάτων» που έχουν λαχανιάσει στο κυνηγητό της επιτυχίας, ενίοτε συγκροτούν λογοτεχνικά τάγματα με υπηρέτες και νεοσσούς, για να λιβανίζουν ο ένας τον άλλον. Ένα άλλο ατιμώρητο έγκλημα ασκούν εκείνοι που, στυλωμένοι στην ανασφάλεια έλλειψης ταλέντου, αναζητούν δανεικά δεκανίκια στην δήθεν «διακειμενικότητα», ασκώντας πλήρη λογοκλοπή που δικαιολογούν ως νόμιμη ενσωμάτωση. Υπάρχει, τέλος, και η περίπτωση εκείνων που αρθρογραφούν κατά της εξωστρέφειας της ποίησης και των δημόσιων εκδηλώσεων, λησμονώντας ότι ακόμη και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη εξωστρεφής. Είναι άνθρωποι που ζουν στον κόσμο τους και όχι για τον κόσμο.

Μια τιμωρία γίνεται πιο κτηνώδης από τις τιμωρίες παρά από τα εγκλήματα, είπε ο Όσκαρ Γουάιλντ το 1891 αλλά φαίνεται να το αγνοούν, σκέφτομαι, τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή. Δυο χρόνια αργότερα ο Μπέντζαμιν Τάκερ είχε αλλού δίκιο: Χρειαζόμαστε πολλούς νόμους που κατασκευάζουν τους εγκληματίες και μερικούς (μόνο) που τους τιμωρούν. Ως προς την βέργα, τέλος, ο Γκορ Βιντάλ μερικές δεκαετίες μετά έβαλε τα πράγματα στην θέση τους: Είμαι υπέρ της επαναφοράς της βέργας, αλλά μόνο μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.

[σ. 192]

Στην προτελευταία εικόνα, η περίφημη Δίκη στην ταινία The Wall [Alan Parker, 1982] και στην τελευταία το έργο της Ola Lubczynska Crime Story. Στην επόμενη ανάρτηση η παρουσίαση του τρέχοντος «θεραπευτικού» τεύχους του περιοδικού.

(δε)κατα, τεύχος 47 (φθινόπωρο 2016)

Μία πολύ κοινή φράση ημών των νεοελλήνων είναι η ακόλουθη: Καμιά φορά, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα. Καμία άλλη φράση σε οποιαδήποτε σύγχρονη γλώσσα ή διάλεκτο δεν θα μπορούσε να  καλύψει πιο εύγλωττα το παράλογο, το σουρεαλιστικό, το παράφρον του θέματος για μία τόσο απλή διατύπωση, όπως η (δήθεν) πρόσκληση σε γεύμα. Στην κυριολεξία έχομε τρεις αρνητικές εκφάνσεις (=καμιά φορά, πουθενά, τίποτα) μέσω των οποίων όμως εννοούμε το ακριβώς αντίθετο: κάποια στιγμή, να πάμε κάπου, να φάμε κάτι. Ίσως εδώ κρύβεται το τραγικόν του νεοέλληνα που λέει κάτι αλλά εννοεί κάτι άλλο, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί μας που υπόσχονται διάφορα αλλά αδυνατούν να τα εκπληρώσουν, δηλαδή άλλ’ αντ’ άλλων, όπως το καλοκαίρι του 2015 που οι Έλληνες ψήφισαν ΟΧΙ αλλά τους είπαν οι πολιτικοί ότι εννοούσαν ΝΑΙ…

… γράφει ο εκδότης στο εισαγωγικό του σημείωμα, προτού μας ρίξει στο τετράπτυχο της ανυπαρξίας «Ποτέ, Τίποτε, Κανείς, Πουθενά». Ιδού λοιπόν ένα δύσκολο συγγραφικό στοίχημα: μπορεί η λογοτεχνία να αρπάξει κάτι από τα άνωθεν ανύπαρκατα; Σαράντα πέντε συγγραφείς θεωρούν ότι μπορεί και δεν έχουμε παρά να εξακριβώσουμε αν έχουν δίκιο.

Οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, χρόνια προσκεκλημένοι στα κασετόφωνά μου εφόσον ενοικούν το περίφημο εκ Θεσσαλονίκης  Δημιοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ γράφουν την εξαιρετική «Άβυσσο», την συνάντηση δυο πρώην εραστών στον προθάλαμο ενός νεκροτομείου και την δημιουργία μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας ευθανασίας, ο Κώστας Μωραΐτης στο «Τίποτα» κατορθώνει σε τρεις σελίδες να περιλάβει όλες τις σχετικές εκφράσεις και να χτίσει έναν απολύτως εφιαλτικό δυστοπικό κόσμο μιας Πολιτείας που δεν περιγράφεται με τίποτα. Η Χαρά Νικολακοπούλου μας περιμένει στην «Στάση Μήδεια», όπου η ηρωίδα, κατόπιν επιτυχούς φαρμακευτικής αγωγής, μας περιμένει στο βάθος της αποβάθρας με την αιώνια ρόμπα της μισοσκισμένη, με τις παντούφλες στραβοπατημένες, μετα αχυρένια μαλλιά της ξέπλεκα…., ενώ η Ροζίτα Σπινάσα προσπαθεί να μας ρίξει εδώ κι εκεί «Ψήγματα ενοχής» μέσα σε γαμήλια δεσμά.

Ο Δημήτρης Τζουμάκας κρατά εκτενές «Αυστραλιανό Ημερολόγιο». Η δική του Αυστραλία μοιάζει με χώρα όπου δεν υπάρχει κανείς ηθικός φραγμός. Στις 4.3.2016 καταγράφεται η εν ψυχρώ δολοφονία της ιθαγενούς ονδουριανής ακτιβίστριας και φεμινίστριας οικολόγου Berta Cáceres, επειδή ηγήθηκε στους ιθαγενείς Lenca  ενάντια στο φράγμα Ζάρκα και στην ιδιωτικοποίηση του ποταμού Gualcarque καθώς για χιλιάδες χρόνια είναι η ζωή τους: από αυτόν πίνουν νερό, πλένονται, κολυμπούν, καλλιεργούν. Τώρα εξ αιτίας της πείνας και της δυστυχίας περίπου εξήντα χιλιάδες άνθρωποι μεταναστεύουν κάθε χρόνο. Αλλού αναφέρεται η αυτοκτονία δεκάχρονης αυτόχθονος ιθαγενούς, δέκατη ένατη σε εβδομήντα ημέρες, λόγο μετά την μετακόμισή της στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας.

Ο Γιώργος Βέης παίζει με τις λέξεις («Νύχτες Nichts»), ο Γιάννης Τζώρτζης επιμένει «Δεν έκανα τίποτα, δεν φταίω σε τίποτα»), η Χρύσα Σπυροπούλου παραμένει αδιάλλακτη («Αυτό ή τίποτε»),  ο John Freeman παρουσιάζει δυσάρεστα δεδομένα σε ένα ούτως ή άλλως πικρό θέμα («Οι βιβλιοκριτικές στις εφημερίδες τείνουν να εκλείψουν, άρα δεν θα μείνει τίποτα») και οι Χρύσα Φάντη, Johan Halvorsen, Κωνσταντίνος Ν. Ιωαννίδης, Λουίζα Σπηλωτοπούλου, Δήμητρα Δεσύπρη, Μαριάννα Κρητικού, Αγγέλα Γαβρίλη, Νίκος Δήμου, Maxine Chernoff αποδέχτηκαν να γράψουν κανένα καλό κείμενο για τίποτα ενδιαφέρον.

Ευτυχώς δεν ξεχνιέται μια ιδιαίτερη ψυχεδελική μπάντα, The Fugs, που στον πρώτο τους δίσκο το 1966 είχαν γράψει τον απόλυτο ύμνου του τίποτα, με τίτλο Nothing, που μεταφράζεται εδώ. Στα ποιήματα: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Παναγιώτης Βούζης, Οδυσσέας Ελύτης, Nazim Hikmet, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιάννης Κοντός, Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Χρίστος Παπαγεωργίου, Elik Rain, Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Σωτήρης Σαράκης, Κωστής Τριανταφύλλου, Ευτυχία Τροϊκανού, Αντώνης Φωστιέρης, Michel Vaucaire

Στα εκτός τετράπτυχου κείμενα, η Κατερίνα Μυστακίδου μοιράζεται «μια άγνωστη πλευρά του Ουμπέρτο Έκο» που έζησε η ίδια στους πανεπιστημιακούς χώρους και ιδίως στα φοιτητικά διαμερίσματα στα πέριξ του Κολούμπια, ο συγγραφέας Δημήτρης Οικονόμου συνομιλεί με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, ο Ρήγας Καππάτος συντάσσει εκτενές κινηματογραφικό σημείωμα για το Café Society του Woody Allen, ευπρόσδεκτο, στα μεγέθη των παλιών κινηματογραφικών περιοδικών. Και στις ’πνάδες των τελευταίων σελίδων μειδιούμε, μεταξύ άλλων, για το κείμενο που αφορά τους ποιητές που συντάσσουν ανθολογίες όπου αυτοανθολογούνται ή οργανώνουν φεστιβάλ όπου απαγγέλλουν πρώτοι και καλύτεροι.

Άλλο ένα τεύχος που ταυτόχρονα μας διασκεδάζει και μας ξυπνάει.

[σ. 188]

Στις εικόνες: Αποσκευές ηρώων, 1989, εγκατάσταση των (συγγραφέων εδώ) Θανάση Χονδρού – Αλεξάνδρας Κατσιάνη, Μια άλλη μοντέρνα Μήδεια χωρίς τίποτα για σώμα, η αδικοχαμένη στη χώρα του τίποτα Berta Cáceres, ο πρώτος δίσκος των The Fugs.