Άκης Δήμου – Ούζο και μελαγχολία

Layout 2Τα απομεινάρια μιας σχέσης, τα όρια μιας αφήγησης

Αφού λοιπόν τίμησε Και την Ιουλιέττα (άνευ Ρωμαίου στον τίτλο), ταξίδεψε για ένα βράδυ την Μαργαρίτα Γκωτιέ, οργάνωσε δείπνο στης Ιοκάστης, ενορχήστρωσε και άλλες Ποπ Οικογενειακές Ιστορίες, ζήτησε να Ακούγεται η Σιωπή και να αναζητιέται το Αίμα που Μαράθηκε, αφού με δυο λόγια χώρεσε την νεοελληνική πραγματικότητα σε διαλόγους και σκηνικές πράξεις, ο Άκης Δήμου επιχειρεί μιαν άλλου είδους πύκνωση: τόσο μυθοπλαστική όσο και βαθύτατα εσωτερική.

Η ιστορία του αφηγητή πλέει εν μέσω Ιουλίου, του σεσημασμένου μήνα «των σκοτεινών προφητειών» και μιας «αδιευκρίνιστης άφιξης», στα αβέβαια νερά του άστεως, «με το καρυδότσουφλό» του «δεμένο και το δυάρι αιχμάλωτο μιας εκνευριστικής άπνοιας», με την Πατρίτσια Χάισμιθ στο κομοδίνο και τους Συλβάνα Μαγκάνο και Ντερκ Μπόγκαρντ στις εικόνες, αλλά τι πλοήγηση να προσφέρουν αυτοί, παρεκτός ίσως από τον Θάνατο στη Βενετία τους – στην δική του ο καθένας. Θα είναι όμως μια ιστορία διαφεύγουσα και αβέβαιη, αφού και η δική του μνήμη και αφήγηση υπονομεύονται, μπορεί δε και να εξωραΐζονται «για να σωθεί εκείνος που θυμάται». Άλλωστε όπως κάθε αφηγητής, έτσι κι αυτός «θα μπορούσε να ξηλώσει το τσιτάκι εκείνων των ημερών και να το ράψει απ’ την αρχή φιγουρίνι». Αν δεν οργιάζει η πραγματικότητα, τι νόημα έχουν τα χοροπηδήματα της φαντασίας; Και τι αξία έχει μια αφήγηση ανειλικρινής;

D00883v01Σ’ ένα επόμενο καλοκαίρι, σε άλλο σπίτι και άλλον «πλου», η αφηγηματική επιχείρηση δοκιμάζεται πάνω στον δεσμό δυο ανθρώπων με τις «ασύμβατες» ιδιότητες του εικοσιεφτάχρονου γιου και του πενηντάχρονου αδελφικού φίλου ενός επαγγελματία των ακινήτων. Όμως ο έρωτας είναι ασύμβατος με κάθε συζήτηση περί ασυμβατότητας· και ο κατανικημένος από έρωτα ήρωας δοκιμάζει κι αυτός την αλκοολική καταβύθιση, συνήθως υπό το ημίφως φωτιστικών σχήματος πεταλούδας: «Συνέχισα να πίνω όλο εκείνο το απόγευμα. Αργά, αθόρυβα, ήσυχα. Σα να είχα μεγαλώσει σε καπηλειό. Σιγά – σιγά, στο κεφάλι μου άρχισε να παίζει μια ολόκληρη φιλαρμονική. Στην αρχή άκουγα μόνο τα έγχορδα. Από το τέταρτο ποτήρι και κάτω, άρχισα ν’ ακούω τα πνευστά. Λίγο πριν το μπουκάλι αδειάσει, μπήκα στο παιχνίδι και τα κρουστά. Ενδιαμέσως βόμβιζαν επικίνδυνα. Το ένα από τα δυο αναμμένα αμπαζούρ έσβησε και η πεταλούδα βρέθηκε να σπαρταράει στο στήθος μου. Σηκώθηκα να την τινάξω αλλά ξανακάθισα αμέσως. Είχα μεθύσει άγρια, αυτό όμως δεν έπρεπε να το μάθει ο οικοδεσπότης μου. Η πεταλούδα ας τα έβγαζε πέρα μόνη της.» [σ. 16 – 17]

Raphael PerezΣε αυτή την σχέση ο φόβος εξακολουθεί να είναι παρών· και αν στην προηγούμενη καθυστέρησε κατά δυο χρόνια την προσωπική γνωριμία των εραστών παρά την άμεση συμβίωσή τους, τώρα προκαλεί μούδιασμα. Είναι όμως ένας άλλος φόβος, κινητήριος, συμβατός με την φράση του Πεσόα «ό,τι μέσα μου αισθάνεται πρέπει να σκέφτεται». Η σκέψη επινοεί τρόπους να διαρκέσει η αίσθηση του Αντώνη Ευμοιρίδη, του καταχωρημένου ως τρίτου άντρα της ζωής του· τι άλλο μπορεί να αποστάξει την ουσία μιας ερωτικής σχέσης από την εναπομείνασα αίσθηση; Άλλωστε στα ενδιάμεσα μας ενημερώνει πως η ιστορία του στερείται δραματικών κορυφώσεων, πως είχε δράσεις υπόγειες «σαν ενδοφλέβια ένεση», πρόσωπα σκιώδη, συμπεριφορές υπαινικτικές, και λόγια χαμηλόφωνα, σε αντίθεση με τις συναρπαστικά φλύαρες, όπως τις χαρακτηρίζει, σιωπές…

Buddha-1989-by-Nam-June-P-007Έτσι πήγε. Ώρες. Απογεύματα. Βράδια. Έχετε δει τον Βούδα που παρατηρεί ένα κερί του Ναμ Τζουν Πάικ; Ένα αναμμένο κερί καίει μπροστά σε μια κάμερα που το κινηματογραφεί και το προβάλλει σε μια μικρή συσκευή τηλεόρασης. Απέναντι στη συσκευή, ένας μικρός αγαλματένιος Βούδας είναι προσηλωμένος στη φλόγα του κελιού που αυξάνει ή ελαττώνεται, δυναμώνει ή τρεμοσβήνει. […] Αν πάλι βάλετε στη θέση του Βούδα τον Ευμοιρίδη και στη θέση της φλόγας εμένα, θα έχετε μια ακριβή εικόνα των συναντήσεών μας. [σ. 23]

Ίσως αυτή να είναι η τυπολογία της μοντέρνας ερωτικής σχέσης: απόρρητη και υπόρρητη· πιθανώς έτσι να είναι η παθολογία της σήμερα: βραδύκαυστη και υπόγεια. Ίσως πάλι αυτή να είναι η σύγχρονη νεοελληνική ερωτογραφία: δεν περιγράφεται πια το πάθος αλλά το ξεθύμασμά του (ή η απουσία του), όχι η ερωτική πράξη αλλά τα ψυχικά της αποτυπώματα, ούτε η θεαματική έναρξη της σχέσης αλλά ένα σχεδόν ανεπαίσθητο, σβηστό τέλος. Στον λογοτέχνη δεν μένει να αποδώσει τίποτα περισσότερο από το έγκαυμα, τον απόηχο, το απομεινάρι του έρωτα. Όσο για τον αναγνVarekamp, Eddy 1ώστη, το δράμα που επιθυμεί να διαβάσει θα το γράψει μόνος του, διατρέχοντας τις σελίδες, όπως μας ενθαρρύνει ο αφηγητής. Αν μάλιστα χρειαστεί μια σφαιρικότερη άποψη, πρέπει να αναζητήσει τον έτερο πόλο και την δική του εκδοχή και, τέλος, να μην παραλείψει να ενημερώσει τον παθόντα για τις λέξεις και τις παύσεις εκείνου. Άλλο ένα δείγμα των συγγραφικών ορίων λοιπόν: ο λογοτέχνης ζητά την συνδρομή του αναγνώστη του.

Με γοητεύει να φαντάζομαι τους ανθρώπους που συναντώ σε στιγμές που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ποτέ οι ίδιοι τον εαυτό τους. Δεν είναι αυθαίρετη μια τέτοια στάση, αντιθέτως. Είναι απολύτως νόμιμη καθώς την υπαγορεύει – σχεδόν την επιβάλλει – η μονοσήμαντη συμπεριφορά τους, το ένα και μοναδικό τους πρόσωπο, η έλλειψη αμφισημίας στις κινήσεις τους, η απουσία υπαινιγμών στα λόγια τους, ο αποκλεισμός του αιφνιδιασμού και της δυνατότητας ανατροπής της πρώτης εντύπωσης. Αναγκάζομαι να φανταστώ τους ανθρώπους, είμαι υποχρεωμένος να τους φαντάζομαι, οι ίδιοι με υποχρεώνουν. [σ. 27]

Miguel Ángel Eugui 2Και καθώς ο απέναντι εραστής παραμένει κρυπτικός, δαιδαλώδης και δυσανάγνωστος, ο αφηγητής – σκηνοθέτης πια των αφανών όψεων των άλλων, αδυνατεί να αντισταθεί «στην περίπτωση ενός ανθρώπου του οποίου και η παραμικρή κίνηση, επιδεχόμενη πλήθος ερμηνειών, συνιστούσε ένα μικρό και απαραβίαστο σύμπαν». Η απόλυτη υποκειμενικότητα της διήγησης επιβεβαιώνεται οριστικά. Άλλωστε και ο τίτλος, που μοιάζει να ειρωνεύεται τυπικές φράσεις και κλισέ, δεν παραπέμπει παρά στο οινόπνευμα που καθώς αδειάζει το μπουκάλι μετράει τον κοινό ερωτικό χρόνο σαν κλεψύδρα, προτού ολοκληρωθεί και αναλάβουν οι λέξεις. Η νουβέλα του Δήμου πρωτοδημοσιεύτηκε σε τεύχος του Εντευκτηρίου και προστίθεται στην σειρά των ιδιαίτερων κειμένων και των καλαίσθητων εκδόσεων του περιοδικού.

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2010, 30 σελ.

Υπό δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 100 (Ιανουάριος-Απρίλιος 2013). Στις εικόνες έργα των Raphael Perez, Nam June Paik, Eddy Varekamp και Miguel Ángel Eugui.

Τσιαμπούσης Βασίλης – Σάλτο μορτάλε

ΣάλτοΨυχογραφίες των ανωνύμων

«Ξέρεις, ο έρωτας, η εγκατάλειψη, η σαρκική επαφή…αλλιώς παρουσιάζονται στον κινηματογράφο κι αλλιώς είναι στη ζωή. Στο σινεμά τα ρίσκα των ηρώων έχουν πάντα διέξοδο. Ενώ στη ζωή όλα μπορούν να μεταβληθούν σε μια στιγμή, τα πάντα έχουν σημασία και κόστος, ακόμα και οι μικρότερες λεπτομέρειες. Μια μυρουδιά, μια κακή σύμπτωση, οι υπερβάσεις που δεν τολμούμε να κάνουμε, τα κόμπλεξ μας…»

… εξομολογείται στην συνομιλήτριά του ο επιβάτης στο φέρι μπόουτ της μισοάγονης γραμμής, με την οικειότητα των συνταξιδιωτών που γνωρίζουν πως θα περάσουν τις επόμενες ώρες μαζί. Λίγο νωρίτερα, η εικόνα ενός ζευγαριού έχει ενεργοποιήσει το μνημονικό των σχέσεών του, μια σειρά γυναικών που κυρίως πρόδωσε, τιμώντας την ιδιότητα του κυνηγού και κατακτητή. Μια νοητή γραμμή χωρίζει τα συν και τα πλην: από την μία η ικανοποίηση του εγωισμού, από την άλλη η αθεράπευτη ψυχή. Στο απέναντι περαστικό πλοίο, σκέφτεται, άλλοι ταξιδιώτες ίσως κάνουν τον δικό τους απολογισμό ζωής, βέβαιος για την κυριαρχία κι εκεί των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. Μπροστά στην κλιμακούμενη οικειότητά του, η συνομιλήτρια παλεύει ανάμεσα σε δυο ποτάμια, «το ένα ορμητικό, της ερωτικής επιθυμίας, και το άλλο ήρεμο μα με πολύ νερό, αυτό των αναστολών της». Ποιο τρίτο νερό, άραγε, θα υπερισχύσει; [«Το ρίσκο»].

Β.Τ.Το – σχεδόν – δεκασέλιδο «Συναξάρι» αποτελεί έναν διαφορετικό κατάλογο: εδώ καταγράφονται όλοι όσοι έζησαν σ’ ένα συγκεκριμένο σπίτι, ένα φτωχικό δυάρι του δευτέρου ορόφου μιας τετρακατοικίας, αλλά και όλα τα δράματα που ταλαιπώρησαν τον καθένα: δραματικές μεταναστεύσεις, ψυχροπολεμικές σχέσεις, ασθένειες. Ο αφηγητής, ο τελευταίος που του έλαχε να κλείσει για τελευταία φορά την εξώπορτα, επιστρέφει για να εγκρίνει την αντιπαροχή του οικοπέδου αλλά το νοικιάζει σ’ έναν μετανάστη κι έτσι ο βασανισμένο σπίτι αποκτάει την ζωή που του αξίζει: Δέκα το βράδυ, και το σαλόνι απέναντι φεγγοβολάει, θαρρείς κι είναι πρωτοχρονιά. Μια μουσική από χώρα μακρινή, με λόγια ακατάληπτα, σκορπίζεται στη νύχτα. Και πίσω απ’ τα θεοσκότεινα παράθυρα των άλλων διαμερισμάτων βλέπω κάτι φλογίτσες, τη μία δίπλα στην άλλη, που λαμπυρίζουν σαν δακρυσμένα μάτια. Αδιαφορώντας για το συμφέρον του και για την αντίδραση των άλλων, έχει πάρει ήδη την απόφασή του, καθώς η νέα ζωή του κτιρίου του προκαλεί μια παράξενη χαρμολύπη, γιατί είναι πάλι ζωντανό, σαν σώμα που του μεταμόσχευσαν καινούργια καρδιά ή σαν παλιό σκαρί που μπορεί ακόμα να σαλπάρει. [σ. 83 – 84]

Δόξα Δράμας 1958Όσο ο συγγραφέας ψυχογραφεί τους «άσημους» και «ανώνυμους» κατοίκους στις γκρίζες αστικές ιστορίες, άλλο τόσο συνεχίζει να προσκαλεί και καθημερινές φιγούρες της ελληνικής περιφέρειας – μια ανθρωπογεωγραφία που διατρέχει σε ολόκληρη την πεζογραφία του. Άλλοτε επιλέγει την ατόφια συγκινησιακή μνημοσύνη, όπως η συλλογική «φωτογραφία» της οικογένειας που πηγαίνει στο κυριακάτικο γήπεδο με την ελπίδα να δει την Δόξα να κερδίζει τον Ολυμπιακό ή τον ΠΑΟ, επιστρέφοντας στο σπίτι «πάντα απογοητευμένοι γιατί τίποτε σ’ αυτή τη χώρα δεν θ’ αλλάξει», και άλλοτε την σκωπτική περιγραφή του σήμερα, όπως το άλμα μιας τουρίστριας από τα ύψη προς το ποτάμι, διάβημα καθόλου απονενοημένο αλλά πειραματικό της νέας της ορθόδοξης πίστης, που καδράρεται υπό τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων  στο Εξοχικό εστιατόριο «ο Πλάτανος» [«Φωτογραφία» και «Σάλτο μορτάλε» αντίστοιχα].

Αγ. Σοφία ΔράμαΜόνο που το αληθινό θανατηφόρο σάλτο δεν γίνεται στα ειδυλλιακά δάση της επαρχίας αλλά στον θλιβερό ακάλυπτο της πολυκατοικίας· εδώ η αυτοχειρία της νεαρής κοπέλας επανασυγκολλείται ψηφίδα ψηφίδα με συγγραφικές υποθέσεις και τις αντιδράσεις των κατοίκων της περίκλειστης κοινότητας [«Σκηνές για ταινία»]. Όμως ακόμα και στις πιο σκοτεινές ζωές υπάρχουν χαραμάδες με φως. Ίσως γι’ αυτό δεν έχει τόση σημασία αν βρει τελικά ο μεσήλικας Αλβανός ζωγράφος την στοά με το άλλοτε αγαπημένο στέκι Lido και τον εκεί έρωτά του, που έζησε στο προπολεμικό (άρα και σε ακόμα προσωπικής και συλλογικής «ελευθερίας» της δικής του πατρίδας του) Παρίσι, εφόσον αυτή η μνήμη τον κράτησε ζωντανό και στον αγώνα της επιβίωσης στις κρατικές φυλακές. [«Lido»].

Στην πέμπτη του συλλογή και στα δεκαέξι κείμενα ο συγγραφέας συνεχίζει να σκιτσάρει, όπως σε όλο του το διηγηματογραφικό, και όχι μόνο, έργο, τις καθημερινές του ρεαλιστικές ιστορίες πάντα με την ίδια υποδόρια πικρογλυκύτητα, πάντα με την ίδια τρυφερή και συνάμα πειραχτική ματιά του συγγραφέα ο οποίος έχει δεσμευτεί απέναντι στους ήρωές του: θα διηγηθεί με τον πιο ευθύ τρόπο και το πιο αδρό σκίτσο την ιστορία τους, χωρίς να αποκρύψει αλλά και χωρίς να εξωραΐσει.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 284.

Στις εικόνες: Η Δόξα Δράμας το 1958 και η Αγία Σοφία Δράμας εμφανώς σήμερα.