Αλέξανδρος Κοσματόπουλος – Ο πιο σύντομος δρόμος

1«Ξεκινάς από το Μελισσοχώρι του Δήμου Μυγδονίας, και με το λεωφορείο μεταβαίνεις στη γενέτειρά σου πόλη της Θεσσαλονίκης». Είναι οι πρώτες στιγμές της διαδρομής και οι πρώτες λέξεις του βιβλίου, η αφετηρία και το κέντρο μιας περιπλάνησης στον έξω και τον μέσα κόσμο του εξομολογούμενου συγγραφέα. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς το περίκεντρο ενός βίου αλλά και εκείνη που του δανείζει τους δικούς της «οφθαλμούς του κόσμου», τα μνημεία της, αυτά τα μονοπάτια για την πραγματική μας υπόσταση, με τα βλέμματα προς την λιγότερο προφανή ζωή.

Η περιδιάβασή τους ανοίγει κάθε φορά και νέες διηγήσεις από το παρελθόν, τις σκέψεις του παρόντος, τα αποτυπώματα της ιστορίας, την άλλη όψη των πραγμάτων. Από τους Αγίους Αποστόλους, πίσω από τον Βαρδάρι με τα χαμένα πια χάνια, όπου ο μακρύλαιμος Χριστός κατεβαίνει στον Άδη μπροστά στους υπνοβάτες ενώ πίσω του η Εύα καταυγάζει τα σκότη, μέχρι την Πλατεία Δικαστηρίων, όπου ο Γιώργος Ιωάννου τοποθετεί την μέλλουσα Κρίση και από τις υπόγειες στοές της Καταφυγής στον λάκκο της Παναγίας των Χαλκέων απ’ όπου ξεκινούσε η πομπή του Μεγαλομάρτυρα ως τον Όσιο Δαβίδ και τον Προφήτη Ηλία, ο συγγραφέας αγωνίζεται να χωρέσει το χρόνο άλλων ηρώων και άλλων καταστάσεων για να μη νιώθει ορφανεμένος και γυμνός.

2 - Παναγία Χαλκέων«Μπορεί να συμπίπτουμε χρονικά, αλλά πόσοι ζουν πραγματικά στο παρόν;» αναρωτιέται, καθώς περιδιαβαίνει στοχαζόμενος τους ναούς και τα αγιάσματα της πόλης, τα σπίτια όπου έζησε κι εκείνα των φίλων που επισκεπτόταν, ξεφυλλίζει τους βίους των νεομαρτύρων που θεωρεί μνημεία λόγου και σκέφτεται πως «υπομένοντας θα δεις μέσα σου να ορθώνεται ολόκληρος Άθωνας». Στο τέλος επιστρέφει ξανά και ξανά στις εκκλησίες, για να ανάψει δυο κεριά, «ένα για τους κεκοιμημένους, να φωτίζονται στα σκοτάδια του Άδη και ένα για να φωτίζεται ο νους και η καρδιά των ζωντανών». Ίσως πάλι επειδή … μνημονεύοντας τους νεκρούς, υπερβαίνουμε τα όρια της ιστορίας. Μεταφερόμαστε νοερώς στα βάθη των αιώνων, ή ατενίζουμε την απαρχή της οδού απ’ όπου μυριάδες ψυχών εν αγωνία αναχωρούν εκ του κόσμου.  [σ. 125]

4Να ξεκλειδώνεις, να λύνεις τον εαυτό σου ώσπου να χυθεί ολάκερος στο χαρτί. Δεν ενδιαφέρεσαι τι θα γράφεις, αν αυτά που γράφεις θα αρέσουν, αν θα θεωρηθούν πρωτότυπα. Το γράψιμο το αισθάνεσαι σαν να σμιλεύεις το σκαρί με το οποίο θα ταξιδέψεις στον άλλο κόσμο. Δεν σ’ ενδιαφέρει η πρωτοτυπία, οι σύγχρονες ιδέες, η πρωτοπορία με οποιαδήποτε μορφή. Δεν θέλεις να υπάρχει τίποτε επάνω σου που να ξεχωρίζει, να θέλγει, να γοητεύει. Απεχθάνεσαι την ευκολία, τα λόγια που προκαλούν την εύκολη εντύπωση, τον συρμό κάθε είδους. [σ. 53 – 54]

Στον Πιο Σύντομο Δρόμο η ατομική ιστορία συνυπάρχει με την Ιστορία της πόλης, η Θεολογία με τους προσωπικούς στοχασμούς, οι μνήμες της πρότερης ζωής με τους προβληματισμούς του παρόντος, το δοκίμιο με το αφήγημα, το ημερολόγιο με την «πραγματικότητα». Ολόκληρες σελίδες αφιερώνονται στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη – τι ζωντανή μνήμη η συγκίνηση του κυρ Νίκου ένα απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής κατά την ανάγνωση των «Δύο Φορεμάτων» του Α.Κ. -, στη Ζωή Καρέλλη και το ποιητικό της έργο, στο Άγιον Όρος και τις συνομιλίες με τους μοναχούς. Ο συγγραφέας γράφει σε δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενος στον εαυτό του, διαλεγόμενος και διαλογιζόμενος μαζί, αλλά συχνά με τόσο βαθιές φράσεις ώστε να αισθάνεσαι πως όλα απευθύνονται και αφορούν εσένα και κάθε αναγνώστη. 

3Με την «ιχνογραφία των λογισμών» του αναρωτιέται ποιοι είναι οι τόποι της καρδιάς του, αν είναι περισσότερο το σπίτι όπου γεννήθηκε, το γαλακτοπωλείο που έζησε με τις παρέες του, τα σχολεία ή οι εκκλησίες, και αναζητά την αποκατάσταση της ενότητας ενός κόσμου, όπου το δέντρο στην αυλή του σπιτιού μαραινόταν όταν πέθαινε ο αδερφός στην ξενιτιά, και θόλωνε το δαχτυλίδι του γάμου όταν η γυναίκα απατούσε τον ξενιτεμένο. Δεν είναι βέβαιος αν ο γραπτός λόγος μπορεί να προσφέρει παρηγοριά, αλλά σίγουρος πως ακόμα και σήμερα μπορεί να προσφέρει αγρυπνία.

2 - ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ 1Είναι σκληρές οι λέξεις που αποσπάς απ’ την καρδιά σου. Αντιστέκονται και σε απωθούν. Τα κείμενα έχουν τη δική τους ζωή, πιο μοναχική από κάθε άλλη, πρέπει κι αυτά να περάσουν τις δικές τους περιπέτειες, τις δοκιμασίες και τους λιθοβολισμούς μέχρι να πάρουν θέση. Πάψε να βαρυγκομάς και να σεκλετίζεσαι, ότι το γράψιμο είναι μαρτύριο χωρίς ανταπόκριση που σε βυθίζει ολοένα πιο βαθειά στη ματαιότητα. Η ανταπόκριση δεν έχει σημασία. Είναι ένα δώρο μέσα στην πνιγηρότητα του κόσμου, τη στέγνια του, να εκφράζεσαι γράφοντας, να αποκαθαίρεσαι. Κόσμος που δεν έχει πλέον κανένα τρόπο, να εκφραστεί και όλα ανακατώνονται μέσα του, όλα αγωνιούν συγχυσμένα, και προσπαθεί να εκφράσει τα συναισθήματά του μέσα από τραγούδια που δεν είναι τραγούδια. […] Σκέψου τι είναι να μπορείς να ομιλείς, να αποτυπώνεις μια χειρονομία. [σ. 54]

Θεόδωρος Β΄ ΛάσκαριςΜεταξύ των σιωπηλών επισκεπτών της σκέψης του ο επιληπτικός Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις που συνέγραψε τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα με την θαυμάσια αρχή: Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχή. Τι ώθησε άραγε τον ταπεινό άρχοντα να συλλέξει από όλες τα υπάρχουσες πηγές, την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, την Εκκλησιαστική Υμνογραφία και τα πατερικά κείμενα αλλά και τα ομηρικά έπη τα ονόματα του Θεού, προσθέτοντας και πολλά δικά του; Ίσως ο κόσμος ολόκληρος έχει φύγει πια από τα χέρια του, κι ας φαίνεται ότι αγωνίζεται και πασχίζει να τον κατακτήσει. Δεν κρατά απλώς κάποια απόσταση αλλά έχει παραιτηθεί από τα του κόσμου. Απ’ εκεί ξεκινά και η αντιφατική του συμπεριφορά. Άρχων και Δεσπότης, και ταυτόχρονα ικέτης και ελεούμενος. [σ. 145].

Μέχρι τις τελευταίες σελίδες ο Κοσματόπουλος αφήνεται να τον διαποτίσουν κείμενα όπως ο ακατάληπτος βίος του αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν Σαλού, που φαίνεται να ζει συνάμα στον Άδη και στον Παράδεισο, στον κόσμο και στις προσωπικές του εκστάσεις, αφήνοντας εν γρηγόρσει το μυαλό του χωρίς να προσπαθεί να κατανοήσει όλα τα λεγόμενα, αισθανόμενος έστω τι μπορεί να σημαίνει η χαροποιός αλλοίωση των αισθήσεων. Μήπως κι αυτό δεν είναι, σκέφτομαι, μια απαραίτητη όψη της ζωής;

Α. ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ φωτ. Γιάννης Δ. ΒανίδηςΓράφεις για τον εαυτό σου. Το αν ωφεληθούν άλλοι δεν σε αφορά. Κάθε πραγματικός αναγνώστης έχει την ιδιαιτερότητά του. Διαβάζοντας θέλει να αναγνώσει τον εαυτό του, να ανακαλύψει στα βιβλία τους φακούς μέσω των οποίων θα διακρίνει πράγματα που δύσκολα θα μπορούσε να ξεχωρίσει και να αντιληφθεί από μόνος του. Τότε το βιβλίο μπορεί να αποκαλύψει αλήθειες πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα του, επιβεβαιώνοντας την πολυπλοκότητα της λειτουργίας που ονομάζουμε γραφή, στην οποία συμμετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος. [σ. 54 – 55]

Εκδ. Ιανός [Σειρά: Εν Θεσσαλονίκη], 1999, σελ. 157. Στην ίδια σειρά έχουν εκδοθεί και οι αυτοβιογραφικές και θεσσαλονίκειες διηγήσεις από τους κεκοιμημένους συγγραφείς Κωστή Μοσκώφ, Νίκο Μπακόλα, Τηλέμαχο Αλαβέρα αλλά και τους Κώστα Λαχά, Πάνο Θεοδωρίδη, Ντίνο Χριστιανόπουλο και Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία.

Φωτογραφία του συγγραφέα: Γιάννης Δ. Βανίδης.

Βασιλική Πέτσα – Όλα τα χαμένα

PetsaΑσθματικές λίστες της απώλειας

Τη μέρα που την πρωτοείδα, ψιλόβρεχε. Το γκρενά της παλτό που σταματούσε στη μέση της γάμπας, τα νοτισμένα της μαύρα γοβάκια, με μπαρέτα στο ύψος του αστραγάλου, βηματισμός με σταθερό ρυθμό, ένα χρονόμετρο στα τσιμέντα των διαδρόμων, με συντόνισε στο βήμα της, άκουγα σαν μαγεμένος, συμμετρία, επιτέλους, μια συμμετρία, στη σχέση ώμων και λεκάνης, στήθους και οπισθίων, στις φάλαγγες των δαχτύλων, στην απόσταση των ματιών από τα πτερύγια της μύτης, όλα μια υπέροχη, κινούμενη συμμετρία που ταλαντευόταν απαλά σε κάθε μετατόπιση, ένα μαθηματικό ποίημα. [σ. 70 – 71]

To πλούσιο ψυχο – λεκτικό παραλήρημα του αφηγητή στο «Famous Blue Raincoat» είναι και δεν είναι ενδεικτικό των οκτώ παραληρηματικών διηγημάτων της συλλογής· είναι, από την πλευρά ακριβώς της ασθματικής έκφρασης όλων των ούτως ή άλλως λαχανιασμένων και καταχτυπημένων ψυχισμών· και δεν είναι, καθώς κάθε συμμετρία και κάθε κανονικότητα έχει οριστικά χαθεί από τις ζωές αφηγητών και αφηγημένων.

531316_275263279235287_100002548526307_583482_266570389_nΤι οδηγεί λοιπόν τον συγκεκριμένο καταρρακωμένο χαρακτήρα σε καταρράκτες λέξεων; Η ψυχοφθόρα ζήλεια προς εκείνον που κατέκτησε την αγαπημένη του· μια ζήλεια που αν τον κατέτρωγε μια φορά όσο το απευκταίο συνέβαινε, τον βασανίζει στο πολλαπλάσιο τώρα που εκείνος δεν ζει. Συνεπώς ο ηττημένος μένει μόνος στην αρένα – νεκροταφείο, χωρίς καν αντίπαλο, προσπαθώντας με μαθηματικά αξιώματα, εικασίες και παράδοξα να κατανοήσει το τρίγωνο που του τρύπησε τη ζωή. Αν, άραγε, καταστραφεί το μνήμα του μνημονευόμενου θα μπορέσει το μισητό σχήμα να γίνει τελεία;

Νωρίτερα, ένας άλλος ηττημένος εραστής έχει εκτονώσει την δική του συντριβή για την χαμένη Μαρία «των όλων και πιο περσινών καλοκαιριών» στην εξαφάνιση του ζώου της, ικανοποιώντας την επιθυμία εκδίκησης αλλά και ειρωνείας, καθώς το άμοιρο ζώο θα βρίσκεται εν αγνοία της θαμμένο κοντά της («Χάσαμε τον Φούφη μας»). Αλλά υπάρχουν και οι έρωτες που μεταλλάσσονται χωρίς δόλο από τους συμβαλλόμενους. Στο σπαρακτικό «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» ο αφηγητής καταμετρά όλα όσα χάνονται από την κοινή ζωή με την γυναίκα του, καθώς εκείνη βυθίζεται στην εκφυλιστική απώλεια μνήμης: «…ένα μωσαϊκό που ξεκολλάνε κομματάκια κάθε μέρα, αυτό θα ’ναι η ζωή μας από δω και πέρα, θα ξηλώνεται, θα ξεφτίζει…»

Toni Milaqi - Sad ManΕκείνος όμως οργανώνει από την αρχή την ζωή τους, της γράφει τα απαραίτητα σε κίτρινα χαρτάκια Post – It και αναλαμβάνει να διασώσει το χτενάκι που πάντα την ομόρφαινε Το μόνο που ζητάει είναι «μια επίφαση συνέχειας, να παίζουν μαζί αυτό το κρυφτό» ή έστω να μπορεί να αποκωδικοποιεί το ύφος της, να μην το μαντεύει απλά. Όμως είναι αποφασισμένος: θα «αναλύει το αυτονόητο» και θα «καρφώνει τις κυριολεξίες» με την ύστατη ελπίδα πως «δεν μπορεί, κάτι θα μείνει, κάτι θα αντισταθεί, δεν είναι όλα χάρτινοι πύργοι, δεν είναι το «εγώ» ποτάμι να κυλήσει, να χαθεί, έχει όχθες, θα ’χει σύνορα…».

Οι συντετριμμένες μητέρες βρίσκονται κι αυτές στις πρώτες θέσεις στην σειρά των δραμάτων. Εκείνη στο «Σετ Ραπτικής» παρακολουθεί το παιδί της να λιώνει μέρα την μέρα σαν το κερί, από νευρική ανορεξία· «την χάνει σιγά σιγά και από τις αναμνήσεις, τις παίδεψε τόσο που ξεφτίσανε, γίναν φωτογραφίες και δεν αλλάζουν, δεν προσαρμόζονται στο παρόν. Απούσες κι αυτές». Χωρίς συμπαραστάτη, καθώς ο πατέρας ανήκει στο κατώτερο είδος των αντρών που νομίζουν πως καθάρισαν με το ψωμί της οικογένειας, ένας μόνιμος αναχωρητής· κι απομένει μόνη φύλακας στην the-crying-girl-shea-hollimanΚόρη Λείψανο, στο φυλλοβόλο φυτό, το ανέγγιχτο από άντρα. Και ονειρεύεται να είναι γλύπτης να σμιλέψει το κορμί που εξαφανίζεται, ακόμα και να κόψει δικό της κρέας να της το κολλήσει.

Μια άλλη φτάνει στο σημείο κρυφά να γονατίσει στους δρόμους ζητιάνα για να βοηθήσει τον γιο της και την οικογένειά του, για να κρατήσει την αξιοπρέπειά του μπροστά στα παιδιά του, θύματα της κρίσης που έβαλε λουκέτο στα μικρά μαγαζιά, κλειδώνοντας στo σκοτάδι αμέτρητες ζωές, πολλές από τις οποίες είχαν εισέλθει αυτάρεσκα στον κόσμο του χρήματος, άρα και των χρεών («Για την ψυχή της μάνας μου»). Μια τρίτη αγωνίζεται να επανασυνδέσει τις θρυμματισμένες σχέσεις των παιδιών της – κοινή κατάληξη άλλων τόσων οικογενειών («Σηκωθείτε από τα κορεάτικα κρεβάτια μασάζ»). Κι η αποξένωση ανάμεσα στα αδέλφια, ίσως για λίγο ξεχαστεί αν ξαναβρεθούν στη μόνη τους κοινή πατρίδα, τις μοιρασμένες παιδικές αναμνήσεις («Βαλσαμωμένο ελάφι»). Για πόσο όμως; Αφού ούτε ο έρωτας πια δεν διαρκεί, θύμα της ταχείας εποχής του και της αδυναμίας (ή απροθυμίας) να τον δεχτούμε («Your hand in mine»).

IMG041Η συγγραφέας (γεν. 1983, το προηγούμενο, πρώτο βιβλίο της εδώ) επιλέγει για κάθε κείμενο κι ένα διαφορετικό στυλ λόγου, δημιουργώντας μια σύνθεση λογοτεχνικών ειδών, πειραματικών και μη. Διάλογοι, εικόνες, μονόλογοι, παραληρήματα, προσευχές, ημερολόγια, αποφθέγματα, στίχοι τραγουδιών, θραύσματα σκέψεων, διαφημίσεις, cut – ups και κολλάζ σκέψεων και φράσεων της καθημερινότητας, όλα με το λεξιλόγιο του 2013 και την γραμματική του εκάστοτε χαρακτήρα ολοκληρώνουν την ίδια την καταθρυμματισμένη σύγχρονη προσωπική και κοινωνική ζωή.

Η αδυναμία διαχείρισης των θλιβερών συμβάντων οδηγεί τους περισσότερους σε ακραίες συμπεριφορές, που συχνά στρέφονται κατά των συνανθρώπων, οδηγώντας την σύγχρονη κατάσταση της κοινωνικής ανθρωποφαγίας. Αλλά– κι αυτό τρομάζει εξίσου – τα «χτυπήματα της μοίρας» οδηγούν και στην ίδια την αυτοκαταστροφική τάση· κι εκεί ο καθένας αποδεικνύεται ιδανικός στην ολοκλήρωση του δικού του δράματος και στον προσωπικό του αφανισμό.

crying womanΚαι στις λέξεις, μια συμμετρία στις λέξεις, μια τελετουργία, η ίδια αφήγηση ζωής, ξανά και ξανά, με άλλη σειρά, τα ίδια κομμάτια σε άλλες θέσεις, ένα καλειδοσκόπιο αναμνήσεων που άνοιγε σε υπέροχα ομοιόμορφα μοτίβα, μετατόπιζε ελαφρά την επιφάνεια και εμφανιζόταν μια καινούργια εικόνα που εκτεινόταν επ’ αόριστον, τόσο λεπτά κεντημένη, ένας ιστός που με φυλάκισε στα αόρατα νήματά του, μισώ τις μεταφορές κι όμως αυτό ακριβώς συνέβη, έβλεπα τις λέξεις να χοροπηδούν γύρω μου, να παίρνουν τα θέση τους, και όταν τελείωνε το μάντρα βρισκόμουν μπλεγμένος αδιαχώριστα ανάμεσά τους, έβγαζα τα ακουστικά όταν έφευγε, κοιτούσα γύρω   μου και με έπνιγε το παράλογο, το άσχημο, το χυδαίο. [ σ. 71]. Η συνέχεια του αρχικού αποσπάσματος. Και η ύστατη παραμυθία όλων αυτών: οι λέξεις.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 105.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 33 (καλοκαίρι 2013).