Στο αίθριο του Πανδοχείου, 111. Αμάντα Μιχαλοπούλου

VrilissiaΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

H Λαμπερή Μέρα είναι μια συλλογή διηγημάτων- παλιών και νέων. Κοινό τους θέμα είναι η απώλεια. Ήθελα να δω πώς ζει κανείς ύστερα από μια μεγάλη απώλεια, με ποιες διαδικασίες συνεχίζει να ζει.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στο βάθος η ίδια διακαής επιθυμία. Να μιλήσω για τις μετατοπίσεις ταυτότητας, για το πώς στη διάρκεια της ζωής γινόμαστε Άλλοι και πως μέσα από τους κατακερματισμένους εαυτούς μας επιχειρούμε άλλοτε με επιτυχία, άλλα κυρίως με παταγώδεις 2012αποτυχίες, να βρούμε ένα είδος γαλήνης. Ακόμη και στο νέο προεφηβικό μου μυθιστόρημα «Έρχεται ο Ινξορ», ο κεντρικός ήρωας, ένας ενδεκάχρονος εξωγήινος, ονειρεύεται να συναντήσει του Άλλους, τους Γήινους, ώστε να μάθει –μέσω των άλλων- ποιος είναι.

Ποιες επιπλέον ιδιαιτερότητες, απαιτήσεις και δυσκολίες έχει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Είναι η ίδια ακριβώς δουλειά επειδή τα παιδιά – αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουν όσοι τους απευθύνονται με υποκοριστικά – είναι αδέκαστα, ελίσσονται, έχουν ένστικτο και με μια παράξενη προοικονομία τα ξέρουν όλα.

2010Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω παντού. Ο αγαπημένος μου χώρος είναι τα αεροδρόμια. Και τα ξένα μακρινά μέρη όπου δεν με ξέρει κανείς αρκετά καλά οπότε μπορώ να είμαι ο εαυτός μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν ξέρω πως ακριβώς συμβαίνει. Στις καλύτερες στιγμές είναι ενστικτώδες το γράψιμο κι έρχεται από ένα βαθύ σκοτεινό πηγάδι ύστερα από μια περίοδο θλίψης. Στην αρχή ανεβάζεις τον κουβά, το νερό μυρίζει άσχημα, το σχοινί σου γδέρνει τα χέρια. Μετά, όταν αντιληφθείς ποιο ακριβώς είναι το φορτίο –τι περιέχει ο κουβάς- δουλεύεις με άγρια χαρά.

2007Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι ζουν μέσα στα βιβλία. Δεν μπορώ να τους φανταστώ σε άλλη συνθήκη. Ούτε έχω αναρωτηθεί γι αυτούς. Ίσως έτσι να εξορθολογίζω το αίσθημα απώλειας όταν ένα βιβλίο – κυρίως ένα μυθιστόρημα – τελειώνει.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω πάντα κάτι συγκεκριμένο, κάτι που έχει αρχίσει και θέλω να μάθω πώς θα εξελιχθεί. Διαβάζω πάντα ό, τι έγραψα τις δυο τρεις τελευταίες μέρες για να ξαναβρώ τη θερμοκρασία του κειμένου. Αν 2005έχω αφήσει το κείμενο για καιρό, το ξαναδιαβάζω ολόκληρο, διορθώνω και περιμένω: συνήθως το βιβλίο δουλεύει υπόγεια- κι όταν σε απασχολεί γράφεται κι όταν δε γράφεις. Οπότε χρειάζεται υπομονή. Και σιωπή. Μουσική ούτε κατά διάνοια. Με διαλύουν οι θόρυβοι. Συνήθως μουσική ακούω μετά, κάτι άγριο και χορευτικό κατά προτίμηση, για εκτόνωση. Όταν είμαι μόνη μου δε χορεύω «ωραία», πηδάω πάνω κάτω για να υποχωρήσει η μυική ένταση

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έγραφα νεότερη. Σήμερα σπάνια, όταν συμβεί κάτι δραματικό, κάτι που δεν μπαίνε σε τάξη με παράταξη λέξεων και λογικών νοημάτων. Η ποίηση που γράφω είναι αλλόκοτη και τρομακτική, δε θα τη δημοσίευα ποτέ.

2003Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα ένα θεατρικό για παιδιά. Και παλεύω κι ένα θεατρικό για ενηλίκους που με απασχολεί πολύ. Μαζί με το άντρα μου, τον φωτογράφο Δημήτρη Τσουμπλέκα, γράφουμε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Η διαδικασία είναι διασκεδαστική και πολύ διαφωτιστική – αν γράφεις μαζί με κάποιον, κατανοείς μερικά πράγματα που συνήθως δεν τα συζητάς ποτέ με τον εαυτό σου, μόνος σ’ένα δωμάτιο. Τουλάχιστον όχι άμεσα.

Επίσης έχω στα σκαριά εδώ και ένα χρόνο ένα μυθιστόρημα που το πιάνω και το αφήνω – με δυσκολεύει πολύ.

2001Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Εμμανουήλ Ροΐδης, Ξαβιέ ντε Μαιστρ, Στέφαν Τσβάιχ, Άιρις Μέρντοχ, Ε.Χ. Γονατάς,  Μαργαρίτα Καραπάνου. Τα πρώτα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ, τα τελευταία του Φίλιπ Ροθ. Επίσης: Ντάσιελ Χάμμετ, Ζαν- Πατρίκ Μανσέτ, Νίκος Καχτίτσης, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (τα πεζά της περιέργως) κι από ποιητές: Καρυωτάκης, Μαλακάσης, Φίλιπ Λάρκιν,  Ανν Σέξτον, Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, Τζένη Μαστοράκη και ο Τίτος Πατρίκιος (ο ποιητής της εφηβείας μου).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

98«Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ, «Οι εκλεκτικές συγγένειες» του Γκαίτε, «Οι ξεριζωμένοι» του Ζέμπαλντ, «Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» της Ανν Ζέγκερς, «Homo Faber» του Μαξ Φρις, «Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό» του Πέτερ Χάντκε, «Μαύρα νερά» της Τζόις Κάρολ Όουτς, «Ένας σωσίας» του Γιάννη Μπεράτη, «Ο χάρτης και η επικράτεια» του Μισέλ Ουελμπέκ, «Οι ξένες λέξεις» του Βασίλη Αλεξάκη, «Ανάπλους» του Θανάση Βαλτινού, «Ο χρόνος πάλι» της Σώτης Τριανταφύλλου, «The Driver’s Seat» της Μύριελ Σπαρκ, «Οι γάτες της Rue d’Hauteville» του Βασίλη Βασιλικού, «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» του Ίταλο Καλβίνο – κι αν δε με σταματήσετε δεν θα σταματήσω μόνη μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

96«Νεκροφάνεια» του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, «The Faces of Blood Kindred» του William Goyen, «Βίος της Ανν Μουρ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, «Τοπίο με σκύλο» της Έρσης Σωτηροπούλου, «Οι κόρες του αείμνηστου συνταγματάρχη»  της Μάνσφιλντ, «Λόφοι σαν λευκοί ελέφαντες» του Χέμινγουεϊ, «Φαντάσματα μόνο» της Γιούντιθ Χέρμαν. Όλη η Αλις Μονρό, όλος ο Τσέχοφ, ο Κάρβερ και ο Πολ Μπόουλς. Φέτος ανακάλυψα τη συνομίληκή μου Κορεάτισσα Jo Kuyng Ran (Looking for the Elephant) κα τη νεαρή Samanta Schweblin από την Αργεντινή που έχει γράψει το καθηλωτικό διήγημα  «Birds in the mouth».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ελίζαμπεθ Κοστέλλο του Κούτσι. Ο αφηγητής του Δημήτρη Χατζή στο «Διπλό Βιβλίο». Όλες οι νεαρές Ιρλανδές αφηγήτριες της Έντνα Ο Μπράιαν.

94Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

 Ο Δημήτρης Σωτάκης με «Το θαύμα της αναπνοής», ο Θανάσης Χειμώνας με τα «Σπασμένα Ελληνικά». Ο Κορτώ με τη «Λύσσα».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα «Τα μαύρα λουστρίνια» της Μάρως Δούκα που θέλω να τα φέρω και στην τάξη, στα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Με τον ίδιο σκοπό έφερα από τη Νέα Υόρκη τα βιβλία «The Situation and the Story» της Vivian Gornick και το «How to write a sentence» του Stanley Fish που τα διαβάζω αποσπασματικά. Διαβάζω επίσης την αυτοβιογραφία του Μπάλλαρντ που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Σανγκάη επειδή πέρασα κι εγώ ένα μεγάλο διάστημα φέτος στην Κίνα. Στο κομοδίνο μου έχω τη «Μυστική γραφή» του Σεμπάστιαν Μπάρυ και τη «Μαρία των Μογγόλων» της Μαριάννας Κορομηλά. Τα διαβάζω εναλλάξ. Είναι και τα δύο εξαιρετικά.

2008Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Γαλλική Φιλολογία και δημοσιογραφία. Τα γαλλικά με αποπροσανατόλισαν λίγο επειδή έκαναν τους πρώτους μου πειραματισμούς στη λογοτεχνία υπερβολικά περίτεχνους. Η δημοσιογραφία με βόηθησε να μειώσω τους επιθετικούς προσδιορισμούς, να προσανατολιστώ σε ένα κείμενο πιο «στεγνό», πιο κοντά στα ουσιώδη. Με έμαθε να σβήνω. Με βοήθησε πολύ επίσης να ερευνώ το θέμα μου χωρίς να πελαγοδρομώ. Συνεχίζω να αρθρογραφώ και τα δύο τελευταία χρόνια διδάσκω δημιουργική γραφή. Η διδασκαλία είναι μεγάλη απόλαυση κι επίσης ένας τρόπος να διορθώνεις τα λάθη – όχι μόνο των άλλων αλλά και τα δικά σου.

2002Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μου αρέσει πολύ το Μπονσάι, το ηλεκτρονικό περιοδικό του Γιάννη Πατίλη που δημοσιεύει διηγήματα. Είναι ένας αληθινός αρχειακός θησαυρός.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα για τους «ξεριζωμένους» της ελληνικής λογοτεχνίας: τον Καχτίτση, τον Χατζή. Θα με ενδιέφερε να τους δω ως υποπεριπτώσεις εκπατρισμού. Να τους συγκρίνω με τον Βασιλικό, την Κρανάκη, τη Λυμπεράκη – με τη γενιά που αυτοεξορίστηκε στα χρόνια της δικτατορίας.

08Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια. Φέτος μου άρεσαν πολύ οι «Παραθεριστές» του Γκόργκι στη Στέγη. Ο κινηματογράφος είναι η μεγάλη μου αγάπη. Τελευταία μου άρεσε ¨Το κυνήγι» του Τόμας Βίντερμπεργκ.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Δεν είναι πολλές. Γενικά είμαι άνθρωπος που αν αφεθώ αυτοκαταστρέφομαι με τέτοιες δραστηριότητες. Γι αυτό δεν έχω τηλεόραση ή λογαριασμό στο facebook. Δεν είναι τόσο θεωρητικό, όσο πρακτικό: προσπαθώ να αποφεύγω τους αντιπερισπασμούς.

b183705Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

 Όχι πια – για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Κατά τα άλλα, με ανακουφίζει η άποψη του Νίτσε: τα κουνούπια δεν τσιμπάνε από μοχθηρία, θέλουν κι αυτά να ζήσουν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζοντας «Το Κοινόβιο» του Μάριου Χάκκα στο μετρό, σηκώνοντας το κεφάλι μου πότε πότε, παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου, αυτή την ασφυκτική ακούσια συνύπαρξη, ένιωσα ότι το βιβλίο έχει γραφτεί για όλους μας και ότι δεν θα ήταν καθόλου περίεργο ν’ αρχίσω ξαφνικά να τους διαβάζω αποσπάσματα. LCB3Αμέσως μετά σκέφτηκα ότι αρχίζω να τρελαίνομαι και έκλεισα το βιβλίο και τα μάτια μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ως μυθιστορηματική πλοκή μου φαίνεται ενδιαφέρουσα…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αυτή η ερώτηση μου δημιουργεί τη διάθεση να παίξω με τις λέξεις, να τις ανακατέψω. Αυθόρμητα μου έρχεται να σας πω: Κάποια απάντηση που θα θέλατε να σας ρωτήσουμε; Απογοητεύστε την!

Φωτογραφίες: Δημήτρης Τσουμπλέκας

Γεώργιος Βέης – Έρωτες τοπίων. Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη. Μαρτυρίες, μεταφορές.

ERVTES TOPIVNΝα τα θυμηθώ όλα αυτά, να τα θυμηθώ

Η μορφολογία των ρευστών τοπίων: ό,τι μόλις πριν από λίγο θεωρήθηκε σταθερό τώρα φαντάζει απόχρωση, κίνηση σκιάς και αμφιβολία ουσίας. Πρόκειται για την αδυναμία της πρόσληψης εκείνου του σταθερού μέτρου που θα με οδηγήσει με τη σειρά του στη βεβαιότητα συμπεράσματος. Εννοώ έναν αμετάβλητο παράγοντα, που θα τον διακρίνει η ασφάλεια, η επάρκεια της γνώριμης αίσθησης ενός φλιτζανιού με τσάι γιασεμιού. Αλλά κι αυτό το συναίσθημα, η ατελεύτητη αιώρηση, η περιδίνηση στο μάλλον φευγαλέο νόημα, μήπως δεν είναι εντέλει η ολοκληρωτική κατάκτηση της ελευθερίας; Η έσχατη ταξιδιωτική εμπειρία. [σ. 186]

Να τα θυμηθεί λοιπόν όλα, αγωνιά ο συγγραφέας, να τα θυμηθεί, όπως μονολογεί εδώ κι εκεί, αγωνιζόμενος πάνω στον κυκεώνα της γραφής σε συνάρτηση και με την απληστία του χρόνου: να σπουδάσει τις πιθανές αντιστοιχίες του τεσσάρων χωρών και των γραπτών του, να απομονώσει, να συμπυκνώσει το οριακό κάτι. Άλλωστε το επίγραμμα του Κάρλος ComfuciusΦουέντες και του Αρτέμιο Κρουζ του υπήρξε επιτακτικό: Η μνήμη είναι η ικανοποιημένη επιθυμία· επιβίωσε με τη μνήμη, πριν να είναι πολύ αργά, πριν το χάος σ’ εμποδίσει να θυμηθείς. Και η διαθήκη του Ελίας Κανέτι πολύτιμη: Στα ταξίδια τα αποδέχεται κανείς όλα, η αγανάκτηση μένει στο σπίτι. Βλέπεις, ακούς και ενθουσιάζεσαι με το πιο φοβερό, γιατί είναι καινούργιο. Οι καλοί ταξιδιώτες δεν έχουν καρδιά.

 Στον τάφο του Κομφούκιου ο συγγραφέας παραδέχεται πως ο παρών – απών ανέκαθεν στοίχειωνε τις μελέτες του γύρω από τον ασιατικό τρόπο σκέψεις και πως σταδιακά η έννοια του ταξιδιού στην Κίνα και το υλικό των Αναλέκτων με όλη τη συναφή κομφουκιανή μυθολογία άρχισαν να θεωρούνται ταυτόσημα μέσα του. Στην ραγισμένη επιγραφή διακρίνονται τα χτυπήματα από τα σφυριά και τους λοστούς των ερυθροφρουρών της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης, τότε που προπαγανδίστηκε με φανατισμό «όχι μόνο η θεωρητική απόρριψη του κομφουκιανισμού ως τρόπου ζωής, αλλά το κυριολεκτικό ξερίζωμά του σε πανεθνικό επίπεδο».

BuddhaΑλλά αυτό ήταν ένα τίποτα του χρόνου μέσα στο πέρασμα των σινικών αιώνων. Ο Κομφούκιος είναι ένας μέτοικος του 21ιου αιώνα, το δίδαγμά του κυκλοφορεί, ενυπάρχει, εννοείται. Η προσφυγή σ’ αυτόν γίνεται χαμηλόφωνα, ενίοτε έμμεσα κι εκείνος μνημειώνει τις συνειδήσεις των νεότερων, την περίσκεψη, την προσαρμογή στις ανάγκες μιας πειθαρχημένης ζωής, πλούσιας όμως σε αποκρυσταλλώσεις του ουσιώδους. Ο Κομφούκιος επιθυμεί να θεμελιώσει τον κώδικα μιας αιτιολογημένης ηθικής στη θέση της δεισιδαιμονίας.

H επίσκεψη στο σωζόμενο μεσαίο δάχτυλο του Βούδα τροφοδοτεί με τη σειρά της άλλες σκέψεις. Το ακροτελεύτιο κομμάτι από τη σορό του διέφυγε της προσοχής των θερμόαιμων κόκκινων φρουρών, που διακατέχονταν και από αντιβουδιστικό μένος. tumblr_m835wt8Cbg1r3ocrzo1_500Ο κομφουκισμός πάντως δεν ήρθε σε κάθετη αντιπαράθεση με τον βουδισμό· αντίθετα συνέπλευσε με τα ιδεώδη του χωρίς να διχάσει την εξέλιξη της σινικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας βλέπει στο βλέμμα των πιστών που κατακλύζουν σήμερα το κέντρο του Χονγκ Κονγκ την αποδοχή ενός βέβαιου επέκεινα χωρίς την μεσολάβηση μιας οποιαδήποτε άνωθεν επιβολής ή προπαγανδιστικής εκστρατείας.

Τελικά η παράλληλη δράση του ταοϊσμού, του κομφουκισμού και του ύστερου βουδισμού προσδιόρισε με ακρίβεια τις κύριες δομές της απαραίτητης διαλεκτικής ωρίμανσης. Όπως ακριβώς η κίνηση και η ακινησία οριοθετούν αντίστοιχα, σε ισότιμη μάλιστα βάση, την ενιαία στάση ζωής, όπως την εισπράττουμε στο σύνολό της, έτσι και η σινική τακτική του πρακτικού λόγου αφομοίωσε το παράταιρο, το εναντιωματικό, το αλλότριο μέσα στο προφανές ή στο αναγκαίο. [σ. 74]

geisha_011-1Η υπεράσπιση του πρακτικού μέσου από τους Κινέζους και η πρωτοκαθεδρία του χειροπιαστού έρχονται σε αντίθεση με τον απολύτως θεωρητικό βίο ή την κατάδυση του εγώ στα βάθη του μεταφυσικού, στα οποία επιδίδονται τα εκατομμύρια των Ινδών και όχι μόνο. Τα αντικείμενα στην Κίνα μεταμορφώνονται σε εκμαγεία αναστοχασμών, ενώ ο Φοίνικας, η αρχαία εμμονή των Κινέζων, υποδηλώνει την προσήλωση στην θεωρία της ανακύκλησης των όντων, σ’ αυτό τον ασίγαστο πόθο διαιώνισης. Ο Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημά του Ada μιλάει κάποτε σαν καλός μαθητής του ΤΑΟ.

Οι τάφοι – κήποι, γράφει ο Βέης, δηλώνουν κάτι πέρα από τη συνήθη υπόμνηση της θνητότητας. Τα μνήματα χωρίς τα καθιερωμένα εμβλήματα των θρησκευτικών δογμάτων  είναι σωροί χωμάτων που σιγά σιγά έγιναν φυτώρια στοχασμού και img_XIIIsalon_mangaαυτή ακριβώς η εξάλειψη του ιερατικού δίνει στις αλέες του νεκροταφείου την αύρα μιας «αειθαλούς σχολής σκέψης». Στο Σπήλαιο των Ποιημάτων, πάλι, μια ολόκληρη ανθολογία αποτυπώνεται σχολιαστικά στην αιώνια σελίδα της πέτρας και στο υδάτινο βιβλίο αναπνέει ο πολιτισμός του ρυθμικού φωνήματος.

Το κινητό μυθιστόρημα κατακλύζει την Κίνα. Διάφοροι επώνυμοι συγγραφείς έχουν ήδη αρχίσει να διοχετεύουν τα μυθιστορήματα – ποταμούς τους στις λιλιπούτειες οθόνες των φορητών τηλεφώνων εκατομμυρίων αναγνωστών. Ο κόσμος αναπλάθεται με μινιμαλιστικό τρόπο και ασύλληπτη ταχύτητα με τα τηλεμηνύματα, αυτόν τον κειμενικό κόκκο ρυζιού. Στην περίπτωση των 4.200 ιδεογραμμάτων του έργου Έξω από το Κάστρο, οι συνδρομητές της κινητής λογοτεχνίας καλούν ένα συγκεκριμένο αριθμό δυο φορές την ημέρα, αναζητώντας τον μύθο μέσα από τον αλγόριθμο της προηγμένης τηλεφωνίας. Το στοίχημα των ριζικών πυκνώσεων και των λακωνικών εκφορών έχει κερδηθεί.

mishima2Ινδονησία: σε πλατείες που κρύβουν οι λόχμες, σε προαύλια δημοτικών καταστημάτων, σε περιβόλους αφανών ναών, σε κήπους χορταριασμένων παλατιών αλλά και σε νεκροταφεία ο χορός ως έκφραση του υπερβατικού επιβεβαιώνει μια αδιάσπαστη εθνολογική συνέχεια. Η ευτυχής συγκυρία της πανηγυρικής εκτέλεσης χορών της κατηγορίας Λεγκόνγκ εμπνέει την λεκτική της εκδοχή: Η τόσο έντονη δράση του κορμιού, το στροβίλισμα της κόρης των οφθαλμών, η μανική δόνηση και των τεσσάρων άκρων, που υπαγορεύει το ιερό, καθίσταται έτσι η άλλη Φύση, δηλαδή η κύρια.

Στην Ιαπωνία ο Βέης ενεργεί, κατά παραδοχή του, ως εντομολόγος: επιλέγει το ελάχιστο για να αναχθεί στην ορολογία του γενικού και στην ασφάλεια της ομάδας. Δεν είναι όλα όσα βλέπει γύρω του επίλεκτα προσωπεία του διαφορετικού αλλά υποκείμενα των ίδιων ποιοτήτων. Από την άλλη είναι πεπεισμένος (κι εμείς μαζί του) πως σε αυτή τη χώρα κανένας δεν ήταν απόλυτα προετοιμασμένος για το οριστικό πέρασμα από το λυρισμό της παράδοσης και την ασκητική λατρεία του Αυτοκράτορα – Πατέρα στην ισχυρή δύναμη του Ειρηνικού, στην απρόσωπη υπεραξία, στα ιδιώματα του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Και όλοι γνωρίζουμε πόσο βασανίστηκε από το χάσμα ο Γιούκιο Μισίμα και πώς αντέδρασε.

The Woman in the Dunes, 1964.Η χώρα ακολούθησε επί αιώνες το παράδειγμα του αντίπαλου δέους της, της γειτονικής Κίνας, μαθητεύοντας στην ακριβολογία των μικροσκοπικών μεγεθών σαν να ήταν οι πύλες της καθαρότερης γνώσης. Το ελάχιστο ισούται πάντα με ένα επιβλητικό σύνολο εννοιών. «Στο διανυκτερεύον μουσείο των Χαϊκού» ο συγγραφέας αναρωτιέται τι μπορεί κανείς να πει για ετούτες τις επιγραμματικές αποδόσεις της στιγμιαίας αιωνιότητας· ίσως με τα χαϊκού να μαθαίνουμε ό,τι η άλλη λογοτεχνία θέλει να δείξει και συνήθως δε μπορεί. Και πώς να μη μείνει κανείς έκπληκτος με την αντιστροφή, από την εξωστρεφή χλιδή και την φωτοχυσία των εμπορικών κέντρων να περνάμε στην αναπάντεχη λιτότητα των δεκαεπτά συλλαβών και στην απολυταρχία μιας αυστηρής έκφρασης που χωράει το δεδομένο παν, το δευτερόλεπτο της σημαίνουσας αίσθησης;

Στηνtumblr_mbw6ndqrD21rrdtd3o1_500 Ταϊλάνδη ένας μικρός χώρος αφιερωμένος στη δημόσια λατρεία του φαλλού,  αμνημόνευτος συνήθως στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μοιάζει με μια υποσημείωση στο περιθώριο της ασίγαστης, βουερής Μπανγκόκ. Δεν υπάρχει εδώ καμία βλοσυρή θεότητα παρά ένα προσηνές εφέστιο ον και η συνείδηση των βουδιστών Ταϊλανδών πως η Φύση να ανανεώνει διαρκώς τον εαυτό της· εδώ η σεξουαλικότητα εννοείται κυριολεκτικά ως οιωνός και ως Πράγμα καθεαυτό.

Women-BathingΠαραθέματα από τους Χιούμ, Νίτσε, Μπόρχες, Mπατάιγ, Γουλφ, Κόνραντ, Φώκνερ, Μπένγιαμιν, Τανιζάκι, Μπαρτ, Ρολέν, Χερν, Μισώ, Βαν Γκούλικ και δεκάδες άλλους συμπληρώνουν τις ψηφίδες της αντανάκλασης των τεσσάρων χωρών στα καθ’ ημάς. Και εδώ τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Λέξη, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Passport, Πλανόδιον, Το δέντρο, σε ηλεκτρονικές σελίδες και ένθετα εφημερίδων.

Εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 249, με 16σέλιδο έγχρωμων φωτογραφιών. H μαυρόασπρη εικόνα είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίο του Κόμπο Αμπέ Η γυναίκα της άμμου (Ηiroshi Teshigahara, 1964). Στην αμέσως προηγούμενη: Πολεμιστής Γιούκιο Μισίμα.