Γιώργος Βέης – Μανχάταν – Μπανγκόκ. Μαρτυρίες, μεταβάσεις

coverΈνας εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος

Μια από τις βαθύτατα αγαπημένες μου ταινίες είναι το Τάκερ του Φ.Φ. Κόπολα (1987), με τον Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του εκκεντρικού εφευρέτη και επιχειρηματία Πρέστον Τάκερ που συνόψισε τις προσδοκίες, την επιτυχία αλλά και την αναπόφευκτη κατάρρευση που δοκίμασαν και χιλιάδες συμπατριώτες του στην μεταπολεμική Αμερική. Στην πολιτεία Υψηλάντη του Μίτσιγκαν, τυπική μεσοδυτική περιοχή που οφείλει το όνομά της σε φιλέλληνες ενθουσιασμένους από τη δράση της φερώνυμης οικογένειας, ο Τάκερ κατασκεύασε στην αυλή του ένα ευφυές αυτοσχέδιο όχημα. Το ονομαζόμενο Τάκερ, με τις προστατευτικές ασπίδες αέρα και τα κυκλώπεια φανάρια, αποτέλεσε το «αυτοκίνητο του μέλλοντος»…

… αλλά όπως ήταν επόμενο ο ενθουσιώδης δημιουργός ήρθε σε άμεση ρήξη με τις τρεις παντοδύναμες βιομηχανίες αυτοκινήτων του Σικάγου (Φορντ, Τζένεραλ Μότορς, Κράισλερ) που του κήρυξαν ανέντιμο, εξοντωτικό πόλεμο μαζί με τους πολιτικούς τους συμμάχους, οδηγώντας τον στο δικαστήριο για κατασκευασμένα αδικήματα. Λίγο αργότερα χρεοκόπησε, αφού μπόρεσε να διαθέσει στην αγορά πενήντα ένα μόλις αυτοκίνητα (σαράντα επτά απ’ τα οποία επιζούν έως σήμερα) και πέθανε το 1956, χωρίς να παραιτηθεί από την έμμονη ιδέα του. Σε μια από τις αξέχαστες κινηματογραφικές σκηνές ο Τάκερ δικαιώνεται στο δικαστήριο και οι ένορκοι μαζί με μέλη του ακροατηρίου επιβαίνουν πανευτυχείς στα ολοκαίνουργια μοντέλα που παρασκεύασε ταχύτατα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

gvΟ «εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος» του Γιώργου Βέη, ποιητή και διπλωμάτη, ακριβώς στην παράδοση ποιητών – διπλωματών όπως κάποτε έγραψε ο Δημήτρης Καλοκύρης, συνεχίζει να μας δίνει ερεθιστικότατα βιβλία μιας απολύτως προσωπικής και σαγηνευτικά ποιητικής ταξιδιωτικής (και ταξιδευτικής!) πρόζας. Αυτή τη φορά οι στάσεις είναι δύο: Ινδοκίνα – Κίνα  – Ινδονησία και Το τοπίο ως παιδαγωγός, το ταξίδι ως αισθητική. Ξεκίνησα αντίστροφα, στο Δυτικό δεύτερο μέρος του βιβλίου, συγκινησιακώς αιφνιδιασμένος από το κείμενο για την ξεχασμένη ταινία – μεταφορά μιας ολόκληρης Αμερικής. Άλλωστε, «Τι άλλο θέλετε;» διαβάζουμε στα μάτια του Τζεφ Μπρίτζες που χαμογελά συνεχώς επί 105 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί το φιλμ, γράφει ο Βέης, βέβαιος πως ο Τάκερ είναι η προγενέστερη Αμερική, η Αμερική του Βενιαμίν Φραγκλίνου και πως ο Δον Κιχώτης οδηγεί εντέλει ένα Τάκερ.

Preston_Tucker_himselfΜανχάταν, λοιπόν, «το υπερ-άστυ, δηλαδή το μείζον κείμενο», που βιώνει ξανά με το δικό του τρόπο, ανιχνεύοντας αλήθειες και πλάνες στα κείμενα του Στάινερ, του Μέιλερ και του Σαρτρ αλλά και του Λεβί – Στρος, που καθόρισε μια πολυπρισματική συνεκδοχή της πόλης – τροφού. Όπως στο Πεκίνο, έτσι κι εδώ ο συγγραφέας αισθάνεται την μέθεξη με το χώρο, στο βαθμό που κι ο ίδιος γίνεται πότε αναπόσπαστο μέρος του, και πότε ο χώρος προέκτασή του ίδιου. Και άραγε τι έλεγε ο Πολ Μοράν, ο συγγραφέας που ερωτεύτηκε τον δρόμο, άρα και τη Νέα Ρώμη του 1930; Πως στην Αμερική η ανάγκη για διασκέδαση ξεσπάει σαν επανάσταση, πως υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα, εκείνη της ίδιας νύχτας, πως η Τεσσαρακοστή Δεύτερη οδός μοιάζει με χίλιες πλατείες Πιγκάλ μαζί, ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, βαλμένες πλάι πλάι, πως εκεί ξεχνάς την ιστορία, πως η φύση και οι θεοί έχουν αντικατασταθεί από καινούργιες λέξεις. Ένας άλλος ακαταπόνητος ταξιδευτής, ο Σελίν, υπογράμμισε όσο ελάχιστοι την σεξουαλικότητα του Μανχάταν: πόλη ορθή.

 Tucker BridgesΣτην αμερικανική μητρόπολη διάβαζε επισταμένα το Walden του Ντέβιντ Θορό (σε δύο αντίτυπα, στο σπίτι και στο γραφείο), μυούμενος στην εντοπιότητα και την ιθαγένεια που τίμησαν ο Γουόλτ Γουίτμαν και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και επιστρέφοντας στο ερώτημα του Θορό μήπως η Αφρική και η Άγρια Δύση δεν συμβολίζει παρά το δικό μας εσωτερικό κόσμο, την δική μας λευκή ανεξερεύνητη περιοχή. Ειδικότερα κείμενα αφιερώνονται στον Νικόλας Κάλας (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε), στον Μπόρχες, στον Άντι Γουόρχολ, στον Μπομπ Ντίλαν, στον Φρανκ Στέλα (έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανους ζωγράφους των τελευταίων δεκαετιών) κ.ά.

Silom Road Bangkok from State TowerΟ συγγραφέας έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη για έξι χρόνια (1983 – 1989) και στην Κίνα για εφτά και πλέον χρόνια (Πεκίνο 1991 – 1995, Χονγκ Κονγκ 2000-2004). Η εμπειρία της Άπω Ανατολής, αποτυπωμένη ήδη σε προγενέστερα βιβλία, συνεχίζει να μεταπλάθεται σε στοχασμό και γραφή. Σίγουρα ένας άλλος δρόμος θα βούλιαζε κάτω από τόσους κραδασμούς. μέσα σε τόσους σπασμούς θα είχε γίνει θρύψαλα. Οι μεγάλες λεωφόροι γερνούν, εκφυλίζονται σε λυρικά απομεινάρια του άδοξα σπαταλημένου χρόνου. Όχι όμως αυτή. Ανεπιτήδευτη και ανεξίκακη, πολιτισμικά ευάγωγη, η Σιλόμ επιτρέπει συνειδητά σε όλους απλώς να είναι, γράφει για την Λεωφόρο Σιλόμ στην κομβική Μπάνκοκ, για την οποία άλλοτε εκφράστηκε με πρώιμο ενθουσιασμό ο Τζόζεφ Κόνραντ σΤα Νιάτα. Ο «οδυσσειακός» Ευρωπαίος Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ήταν για χρόνια φανατικός κάτοικος αυτής της πόλης.

6111675462_beaa8bbbf5_zΣτην Ταϊλάνδη οι θρησκευόμενοι έχουν ένα σπάνιο προνόμιο: οι βουδιστές κρατούν τον νεκρό στο φέρετρο για πέντε ημέρες πιστεύοντας πως οι νεκροί τους ακούνε, έτσι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, να καλυφθούν παραλείψεις και να διορθωθούν σφάλματα. Ο συγγραφέας παρατηρεί την εναπόθεση του θανάτου σε ναούς και βιώνει την ιερότητα των μακρόσυρτων κατευοδίων, ανάμεσα σε επαγγελματίες των κοπετών, πρόβες χάους και γαλουχίες του ελέους, μέσα σε σκηνές ξεκομμένες από το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής. Εκεί ο νεκρός θα αναπνέει «μέσα από τις μελλοντικές χαρές τους, μέσα από τα διάκενα της τέλειας αμεριμνησίας τους». Για άλλη μια φορά η οικουμενικότητα της απώλειας μας φέρνει κοντά και μας εξισώνει…

075Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις τυφλές μασέζ, μια αρκετά μεγάλη υποκατηγορία της εργατικής τάξης· βρίσκονται πάντα στους ημιωρόφους των ξενοδοχείων, στο πίσω μέρος των κουρείων, στους βοηθητικούς χώρους των λαϊκών εστιατορίων και στα ταπεινότερα υπόγεια. Σαν τον τυφλό βελονιστή κύριο Σουζούκι, στο μυθιστόρημα Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, αυτές οι φυσιογνωμίστριες του σκοταδιού ασκούν την επιχειρηματολογία των μαλάξεων και αλώνουν τους όγκους των σωμάτων, που τους αφήνονται απολυτρωμένα και ανυπεράσπιστα μαζί.

Στην Καμπότζη στο Μουσείο της Εξόντωσης και σε μια τσιμεντένια παγόδα που αποτελεί μια από τις εκατοντάδες κιβωτούς συλλογικού πένθους, καθώς εκεί έχουν οργανώσει «τα απέραντα λιβάδια του εμφύλιου αίματος σε καταπράσινα αρχεία αναδρομικής φρίκης και αποτορπιασμών», ο συγγραφέας σκέφτεται πως η συσσωρευμένη επιθετικότητα των Ερυθρών Χμερ και του άφρονα ηγέτη τους Πολ Ποτ είναι το καταπίστευμα του εφιάλτη – παρανθρώπου, αυτού του διακεκριμένου σφάλματος παραγωγής της Φύσης και διαβάζει την εθνοκτονία στα ιερογλυφικά του πολέμου με τάξη στα καύκαλα της βιτρίνας.

5797633253_d693262899_zΣτο κρυμμένο στα ενδότερα της οργιαστικής φύσης Σιέμ Ριέπ και στα αυτοκρατορικά οικοδομήματα με τα αινιγματικά αετώματα, τα ερείπια ζουν για χρόνια στην άμεση δικαιοδοσία των βαθύσκιων ατραπών, περισφιγμένα από αμέτρητα κλαδιά και κορμούς και ρίζες από τα αλλοτινά μικροσκοπικά σπορόφυτα που έριξαν κάποτε τα πουλιά. Στους τοίχους καλλιγραφεί συστηματικά η υγρασία και αναρωτιέται ο συγγραφέας: Είναι ερειπιοφυή δέντρα και μοιραία κατεξουσιαστικά φυτά ή μήπως το ακριβώς αντίστροφο, ανεκτίμητοι φύλακες τιμαλφών; Τα κλαδιά και οι ρίζες αμύνθηκαν υπέρ της φυλετικής μνήμης κατά τρόπο απρόβλεπτο και ρηξικέλευθο…

Ta Prohm. Angkor, Cambodia.Στους συλημένους ναούς της Ανγκόρ, με τους αποκεφαλισμένους Βούδες και τα χορταριασμένα δωμάτια ανάμεσα στις χαραμάδες του θαυμασμού θυμάται πως εδώ έδρασε ο νεαρός Αντρέ Μαλρό που το 1923 καταπριόνισε κομμάτια τους, μετριάζοντας εμμέσως τις κατηγορίες της κατάφωρης αρχαιοκαπηλείας του στο βιβλίο του Βασιλική Οδός (1930). Η Ανγκόρ είναι πλέον ένα πλάσμα του δάσους, σαν αυτά που κατοικούν σε ορισμένες νοτισμένες σελίδες του Κόνραντ και του Κίπλινγκ.

yasunari_kawabata1Στην Κίνα, το βίωμα συγκεκριμένων βουνών κάποτε ξεπερνά ακόμα και την εμπειρία σατόρι, αυτή την «ακραία έκλαμψη αυτοσυνειδησίας», καθώς ο συγγραφέας θυμάται αποσπάσματα από το κυνηγετικό όπλο του Γιασούσι Ινόουε αλλά και τον κύριο χαρακτήρα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα που στον Ήχο του βουνού του ακούει με ιδιαίτερη ευκρίνεια το πλησιέστερο βουνό. Τα όρη ως μεγάλη, υπαίθρια βιβλιοθήκη ποιημάτων ανακαλούν σελίδες από τις Περιπλανώμενες σκιές του Πασκάλ Κινιάρ,  την Δώρια του Έζρα Πάουντ που ζητά να κρατηθεί στην βαθιά μοναξιά των ανήλιαγων γκρεμών αλλά τις φράσεις του Μαρκ Σαγκάλ, πως για τον ευγενικό περιπατητή το βουνό είναι μια δεύτερη γενέτειρα συγκινήσεων.

Η λογοτεχνία του Βέη είναι ένα συναρπαστικό αμάλγαμα προσωπικού ημερολογίου, ταξιδιωτικής γραφής, δοκιμιακής ενδοσκόπησης, περιπλανητικής θεωρίας, κορυφαίας πεζόμορφης ποιητικής και αισθητικής στοχαστικής. Ο ποιητής εγκολπώνεται χωρίς κανένα δισταγμό τις παραδοξότητες των τόπων, τους αποδέχεται ως υλικό ονείρων και πορεύεται με τις αποζημιώσεις των περιφορών, τις απομνημονεύσεις των φευγαλέων και τις θεωρήσεις των μυήσεων πάνω στο διαβατήριο.

400px-preston-tucker-tucker-torpedo-1946Αναπόσπαστο κομμάτι των βιβλίων του αποτελεί η βιβλιογραφία των παραθεμάτων, γεμάτη από έργα, εκτός των προαναφερθέντων, των Βιττγκενστάιν, Μάγκρις, Ντεμπόρ, Πεσσόα, Πόρτσια, Προυστ, Ροθ, Σέλλινγκ, Στίβενς, Φλωμπέρ, Φώκνερ, Χαίλντερλιν και πολλών άλλων αρχαιότερων και νεώτερων δεν καθρεφτίζει παρά την βαθύτατη καλλιέργειά του αλλά και τον ατελεύτητο διάλογο ταξιδιών και γραφής. Τα περισσότερα από τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Η Λέξη, Νέα Πορεία, σε ένθετα εφημερίδων και ηλεκτρονικές σελίδες. Θα συνεχίσουμε τις επόμενες ημέρες παρουσιάζοντας παλαιότερα έργα του, όλα Κεδρώα και κερδώα.

Εκδ. Κέδρος, 2011, σ. 237, με 24σέλιδο έγχρωμο φωτογραφικό ένθετο και βιβλιογραφία παραθεμάτων. Στις εικόνες: Ο Τάκερ στο Τάκερ, ο Τζεφ ως Τάκερ, η Σιλόμ τη Νύχτα, Σιέμ Ριέπ, Άνγκορ, Καβαμπάτα, ο Άνθρωπος και το Όνειρό του.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Western & Eastern.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 109. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Αστοχία υλικού” που γράφτηκε μέσα σε ένα καλοκαίρι με τους ζαλιστικούς ρυθμούς μιας δωδεκάωρης και δεκατετράωρης απορρόφησης. Έγραφα πολύ, κοιμόμουν λίγο, ξαναέγραφα. Θυμάμαι μια φορά που σηκώνοντας άγαρμπα το χέρι από το πληκτρολόγιο έριξα το ποτήρι στο πάτωμα και η πρώτη σκέψη που ήρθε στο μυαλό μου ήταν η ηλεκτρονική εντολή της “αναίρεσης”.

Το απόλαυσα, όμως. Το απόλαυσα από την αρχή μέχρι το τέλος, γιατί με έσκαβε, με μαύριζε και με πονούσε.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

– “Τρεις μνήμες και δύο ζωές”, Μεταίχμιο, 2005, διηγήματα: όψεις της προσφυγιάς με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του όρου.

Γράφτηκε με αφορμή την προφορική αφήγηση κάποιου φίλου για την αυτοκτονία ενός ηλικιωμένου, όταν πληροφορήθηκε την πτώση του τείχους, και ένα ιστορικό παράθεμα από το τότε βιβλίο ιστορίας της γ´ λυκείου για τον ανάπηρο του Μεσόβουνου, που όταν αποφάσισαν οι Γερμανοί να του χαρίσουν τη ζωή προτίμησε να μείνει στη γραμμή της εκτέλεσης μαζί με τους συγχωριανούς του.

– “Καλά μόνο να βρεις, Κέδρος”, 2006, νουβέλα: η ξενότητα, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, που εκδηλώνεται μέσα από σχέσεις εκμετάλλευσης και κατατείνει στην αλλοτρίωση.

Ξεκίνησα να γράφω για έναν Κούρδο λαθρομετανάστη, που πεθαίνει λόγω ασφυξίας ανάμεσα στα κρέατα ενός φορτηγού-ψυγείου λίγο έξω από την Ηγουμενίτσα, κι ύστερα από δύο μήνες διάβασα την ίδια ακριβώς είδηση στην Ελευθεροτυπία. Απρόσκλητοι προέκυψαν στη γραφή μια Ρωσίδα πόρνη, ο αστυνομικός προστάτης και ένας απορημένος νέος, για να ολοκληρώσουν την ανθρωπογεωγραφία της νεοελληνικής πραγματικότητας.

– “Το παραμύθι του ύπνου”, Μεταίχμιο 2008, μυθιστόρημα: οι μικρές και οι μεγάλες προδοσίες της καθημερινότητας στο βωμό της μεσοαστικής βολής ή, αλλιώς, πώς  μεταμορφώνεται η αλήθεια σε ψέμα, για να καταλήξει παραμύθι.

Θυμάμαι ότι έχτιζα το σπίτι μου τότε. Από εκεί η έμπνευση. Θέλω να πω, από τις δικές μου μικρές ή μεγάλες προδοσίες.

– “Αστοχία υλικού”, Μυθιστόρημα, 2010: η μετάλλαξη των ειδών και η αλλοτρίωση των ανθρώπων, όπως αποκαλύπτονται στις σχέσεις ενός συνηθισμένου μεσοαστικού ζευγαριού της πρωτεύουσας, για να διαλύσουν πρώτα τη σχέση τους κι ύστερα να κατασπαράξουν και τους ίδιους.

Οδηγούσα, όταν άκουσα στο ράδιο για το καθεστώς της απαγόρευσης των ερωτικών σχέσεων ανάμεσα στα στελέχη μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Στη συνέχεια προέκυψε η ιδέα για μια εταιρεία μεταλλαγμένων ειδών.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δανείζομαι την αρχή από το διήγημα που ολοκλήρωσα δυο μέρες πριν. Νομίζω ότι ταιριάζει γάντι:

«Ζω σε μιαν υπό κατοχή επικράτεια λέξεων και κάθε φορά, που προσπαθώ μ’ ένα γραφτό να βεβαιώσω τα πνευματικά μου δικαιώματα στην κυριότητα, στη νομή και τη χρήση τους διαβάζω ξανά και ξανά το ανέκδοτο χειρόγραφο του Πεσόα, που ως γνωστόν περιέφεραν οι ηττημένοι του εμφύλιου πολέμου στο ξύλινο Κιβώτιό τους, για να το αποθέσουν στην είσοδο ενός τεράστιου Πύργου με σκοτεινά γραφεία και δαιδαλώδεις διαδρόμους λίγο προτού εκτελεστούν, όπως μας ιστορεί η Αισθηματική Αγωγή, τα ξημερώματα της 18ης Ιουνίου του 1948 από τις δυνάμεις της παλινόρθωσης, και βρίσκω ξανά και ξανά τον εαυτό μου πίσω από τις σκιές των δικών μου ηρώων να αφουγκράζεται το αύλισμα του μικρού βοσκού, που κάθε απόγευμα παρασύρει εν αγνοία του αθώες παιδούλες στο μεγάλο μπλουμ, ενόσω οι γιαγιάδες τους εξομολογούνται τα ένοχα κρίματά τους στον Πατριάρχη Ιωακείμ, μια μέρα ακριβώς αφότου συλλειτούργησε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου μαζί με την εγκυμονούσα Πάπισσα Ιωάννα.

Έτσι, διατελώ αμήχανος και συγκεχυμένος, χτυπώντας πλήκτρα, ανασκολοπίζοντας λέξεις και σέρνοντας από τα μαλλιά περιόδους, με την εφηβική αφέλεια της ανακάλυψης μιας νέας ηπείρου και την αλαζονική προσδοκία μιας νέας κοσμογονίας να ξεθυμαίνουν από το πρώτο κιόλας μαρτυριάρικο γράμμα, που σε πείσμα των πιο πετυχημένων μεταφορών μου διακηρύσσει με την αξιοπιστία του αυτόπτη μάρτυρα ότι παραμένω αυτόκλητος προσκεκλημένος στο Κοινόβιο του Χάκκα, το τρίτο μέρος από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή, ο “καλά τους κάνανε” τουρίστας του Ιωάννου, ο αργόσυρτος λυγμός του Λειβαδίτη για τη δική του Μαρία, ένα ανολοκλήρωτο ημιστίχιο από τους σπασμούς της Γώγου, τα απειλητικά μάτια της κατσαρόλας του Ρίτσου, το πρώτο τεύχος του Ιδεοδρόμιου, μαζί βέβαια με όλη τη σειρά από τον “Μικρό Σερίφη” και έναν ξεσκισμένο “Ταρατατά” που είχα κάποτε βρει, σουλατσάροντας στο δάσος, πεταμένο  από τους φαντάρους της θερινής διαβίωσης».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τους ζω καθεμέρα γύρω μου, σπανίως μέσα μου. Δεν μ’ ακολουθούν, γιατί δεν μου χρωστάνε τίποτα. Εγώ τους οφείλω, γι’ αυτό και τους αναζητώ σε ανύποπτα λόγια και βλέμματα ή σπαράγματα προσωπικής και δάνειας μνήμης.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γίνεται ως εξής: ένα ανύποπτο ανάγνωσμα ή άκουσμα καλλιεργεί υπογείως μια απροσδιόριστη εμμονή που με βασανίζει για καιρό, ώσπου να μορφωθεί από μόνη της σε ιδέα και να παρουσιαστεί μπροστά μου σαν ολοκληρωμένο σχέδιο γραφής. Από εκεί και πέρα, εννοώ από την πρώτη λέξη μέχρι και την τελευταία, το βιβλίο γράφεται μόνο του, ενώ η δική μου συνδρομή περιορίζεται στο πάτημα των πλήκτρων.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φθινόπωρο και χειμώνας είναι, κατά κανόνα, η περίοδος της συγγραφικής κυοφορίας, άνοιξη και καλοκαίρι της γραφής. Αλλά πάντα, εννοώ και κατά τη γραφή και κατά την ανάγνωση, σε συνθήκες απόλυτης σιγής. Πού και πού μόνο, όταν δηλαδή με πιάνουν τα διαόλια μου ξεδίνω με Pattie Smith, Rory Gallagher, Nick Cave, Led Zeppelin ή Αγγελάκα, Μάλαμα και Active Member.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών ή της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τέλειωσα τη Φιλοσοφική Ιωαννίνων και εργάζομαι ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Μου ‘πε κάποτε ο Κώστας Βούλγαρης ότι για να υπάρξω ως λογοτέχνης πρέπει να αυτοκτονήσω ως φιλόλογος. Θυμάμαι ότι στην αρχή ενοχλήθηκα, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι νομίζω ότι είχε απόλυτο δίκιο.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω ολοκληρώσει μια συλλογή διηγημάτων, αλλά με την κατάσταση που επικρατεί στον εκδοτικό χώρο και ειδικά με την τύχη που επιφυλάσσεται στα διηγήματα, υποπτεύομαι ότι θα αργήσει η έκδοση. Στο μεταξύ, λέω να αρχίσω ένα μυθιστόρημα, γιατί έστω και ασυναίσθητα νιώθω ότι κάτι κυοφορείται εδώ και καιρό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Από την προσωπική μου εμπειρία (δικτυωμένος από χρόνια, παλιός μπλόκερ στο ixnilasies.blogspot.com, εσχάτως και στο  FB) κλίνω πλέον στην άποψη πως ό,τι πιστέψαμε σαν καταφύγιο ή εφαλτήριο της ελευθερίας (του λόγου, των ιδεών, των κινημάτων), εξελίσσεται σε έναν ακόμη μηχανισμό ελέγχου. Δεν αναφέρομαι μόνο στον καταιγισμό των ιδεών, ούτε στη στρέβλωση της επικοινωνίας ούτε στο υβρίδιο του πολίτη του πληκτρολογίου αλλά και στον τρομακτικό ηλεκτρονικό έλεγχο του ιδιωτικού βίου. Δεν παύω όμως να ελπίζω και να αγωνίζομαι διαδικτυακά. Η μόνη διαφορά είναι ότι γκρεμίστηκαν οι αρχικές ψευδαισθήσεις.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Για τη σχέση της λογοτεχνίας με την περιρρέουσα πραγματικότητα ή, αλλιώς, για τη θέση των λογοτεχνών μπροστά στα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα. Οπότε θα  ‘πρεπε να μιλήσω αφενός για τους μηχανισμούς της οικονομικής εξουσίας που επιχειρούν να μετατρέψουν τη λογοτεχνική γραφή σε εμπορικό προϊόν και αφετέρου για τα φαινόμενα του αυτισμού και της περιχαράκωσης της λογοτεχνικής γραφής πίσω από τα τείχη της τέχνης της. Αλλά αυτή είναι μια μακριά κουβέντα…

Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία.

Στις εικόνες:  Γιώργος Ιωάννου, Το δεύτερο τεύχος, Κατερίνα Γώγου, Fernando Pessoa, Δισέλιδο Ιδεοδρομίου.