Στο αίθριο του Πανδοχείου, 95. Βίκυ Θεοδωροπούλου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σαν να μη γίνεται αλλιώς, οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τις προσωπικές αγαπημένες μου στιγμές. Που σημαίνει πως θησαυρίζω συγγραφείς με τον ίδιο περήφανο υποκειμενισμό που θησαυρίζει κάποιος τις προσωπικές στιγμές του.  Τα πρώτα αγαπημένα διαβάσματα λοιπόν, έγιναν με τη μικρασιάτισα γιαγιά Βασιλεία δίπλα στη σόμπα τους χειμώνες στο σπίτι της, στο Νέο Ηράκλειο. Εκτόρ Μαλό, Βίκτωρ Ουγκώ και κυρίως γάλλοι συγγραφείς κάθονταν δίπλα μας καθώς εκείνη μου διάβαζε κι εγώ ταξίδευα στις ιστορίες τους, είχε μια αγάπη για τους γάλλους και τη γαλλική γλώσσα, μια σχεδόν εμμονή, αλλά κάποιες βραδιές έλεγε, έλα τώρα να διαβάσουμε Γεροστάθη, και διάβαζε τότε μία ιστορία από τον Γεροστάθη του Λέοντα Μελά. Πάντα μία ιστορία, ποτέ περισσότερο σε μία βραδιά παρά τα παρακάλια, μεγαλώνοντας κατάλαβα πως αυτό ήταν ένα μέρος από την υπέροχη σκηνοθεσία της ανάγνωσης-μύησης. Κάθε κάποιες μέρες, έπαιρνε τη τσάντα της με τα δικά της βιβλία, το καπέλο της, το μπαστούνι της κι εμένα, και φεύγαμε για κάποιο άλλο σπίτι, ένα νεοκλασσικό με τεράστιους ευκαλύπτους στο μεγάλο κήπο του – σήμερα κληροδότημα στο Δήμο Νέου Ηρακλείου που το έχει κάνει Πολιτιστικό Κέντρο – κι εκεί τις θυμάμαι, γυναίκες όλες σε κύκλο, να διαβάζουν, να κουβεντιάζουν και να κρατούν σημειώσεις καθώς εγώ το μόνο παιδί, σουλάτσερνα ανάμεσά τους. Όταν η γιαγιά, στα 101 της, έφυγε για άλλες πολιτείες, εγώ στα 19 τότε, βρήκα μέσα στα βιβλία της σημειώσεις, μερικές σε χαρτονάκια από κουτιά φαρμάκων.

Έτσι άρχισαν οι αγάπες με τους συγγραφείς, για τους οποίους αποφεύγω να ανοίγω κουβέντες αμφισβήτησης δηλώνοντας αδιαπραγμάτευτος, την εποχή που καλά καλά δεν γνώριζα ούτε γραφή ούτε ανάγνωση – μη ξεχάσω να σημειώσω πως αν ήταν να έχουμε ανάγνωση δίπλα στη σόμπα, το βραδυνό θα ήταν κάτι σπέσιαλ όπως ας πούμε «σουβλάκι» δηλαδή, θρύμματα πικάντικης φέτας τυλιγμένα σε πίτα χειροποίητη της στιγμής. Και επίσης να μη ξεχάσω να σημειώσω πως αντίθετα με κάποιον καλό σύγχρονο έλληνα συγγραφέα που τον άκουσα πρόσφατα να λέει πως μικρός στο σχολείο πίστευε πως όλοι οι συγγραφείς είναι πεθαμένοι, εγώ είχα μια σιγουριά για το ότι όχι μόνο όλοι τους είναι ζωντανοί αλλά και για το ότι όποτε θα το ήθελα θα μπορούσα να τους συναντήσω αυτοπροσώπως αφού μ’ αυτά και με τα άλλα, οι συγγραφείς ήταν «δικοί μας» άνθρωποι. Και θυμάμαι πολύ καθαρά τη λύπη μου όταν, ολόκληρη γαϊδούρα πλέον, έμαθα για το θάνατο του Μπέκετ τον οποίο λάτρεψα στην εφηβεία μου. Αχ, και τώρα, δεν θα μπορούσα λοιπόν να τον συναντήσω τη μέρα που στα σίγουρα θα του χτυπούσα την πόρτα ε

Φύγαμε από το σπίτι της γιαγιάς στα 8 μου και μεγαλώνοντας, διάλεγα βιβλία και συγγραφείς από τη βιβλιοθήκη του μπαμπά μου. Ο Αντώνης, ο γυιός της Βασιλείας είχε σπουδάσει Νομική κι έτσι πολλά βιβλία του ήταν νομικά, τα υπόλοιπα φιλοσοφικά και ιστορικά, αρχαίοι έλληνες κλασσικοί και ξένη λογοτεχνία. Έτσι είναι να χαμογελάς αλλά το πρώτο αξέχαστα ενδιαφέρον βιβλίο της πρώιμης εφηβείας μου ήταν «Το Έγκλημα της Αιμομιξίας» κι ούτε που θυμάμαι τον συγγραφέα του, κάποιος νομικός προφανώς, ενώ αγαπημένοι της ίδιας περιόδου ήταν ο Καρλ Γιάσπερς και ο δικός μας Ευάγγελος Παπανούτσος κυρίως το «Αγώνες και Αγωνία για την Παιδεία». Χοντρό κόλλημα είχα φάει με τους δυο τους, υπογραμμίσεις και κόντρα υπογραμμίσεις και εννοείται πως δυσκολευόμουν να κατανοήσω και πως διάβαζα δύο και τρεις φορές την ίδια παράγραφο αφού ίσα που είχα ξεμπερδέψει με την αγαπημένη μου «Πολυάννα» της Έλενορ Πόρτερ στις χίλιες της περιπέτειες. Από αυτή την εποχή νομίζω πως αρχίζει η προτίμησή μου για τα δοκίμια η οποία αντέχει ως σήμερα, με τη λογοτεχνία να κρατά τη δεύτερη θέση ως τα 30 μου περίπου που την κερδίζουν τα θεατρικά με αδιαπραγμάτευτο συγγραφέα τον Αύγουστο Στριντμπεργκ.

Όταν μεγαλώνοντας ανοίγομαι πια στα δικά μου διαβάσματα αγοράζοντας τα δικά μου βιβλία, αρχίζουν και οι ωραίοι τσακωμοί με τον μπαμπά μου, αιθεροβάμων δεξιός αυτός, δρομολογημένα αριστερή η αφεντομουτσουνάρα μου. Κι έτσι π.χ ο Έρικ Χόμπσμπαουμ που τον πρωτοβρίσκω στη βιβλιοθήκη του, γίνεται ο συγγραφέας που κατ’ αρχήν με γοήτευε να τον αρνούμαι – πατέρας και θείος να συμφωνούν κουβεντιάζοντας με τις εξαιρετικές απόψεις του, τον τσουβάλιαζε πάραυτα στη δεξιά μεριά –  κάτι που με καθυστέρησε αδίκως στο να τον αγαπήσω.

Μετά; Ε, μετά πολλοί αγαπημένοι, συγγραφείς,  έλληνες και ξένοι, φιλόσοφοι, ιστορικοί και μυθιστοριογράφοι. Μαρκούζε, Τρότσκι, Κώστας Αξελός, Τσβετάν Τοντόροφ, Νίκος Σβορώνος, Τόμας Μανν, Ντέιβιντ Χερμπερτ Λόρενς, Τένεσσυ Ουίλιαμς, Ίταλο Καλβίνο, Δανιήλ Χάρμς, Νόαμ Τσόμσκι, Νίκος Βασιλειάδης, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος και ένα σωρό άλλοι.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μπα, δεν μπορώ να πω πως έχω αγαπημένα διηγήματα. Διηγηματογράφους, ναι. Εκτιμώ το είδος και η αλήθεια είναι πως έχω βρεθεί μπροστά σε μαργαριτάρια, όμως η άλλη αλήθεια είναι πως ως αναγνώστης αγαπώ τη νουβέλα και το μυθιστόρημα. Ωσάν το άπλωμα των ηρώων στις περισσότερες σελίδες να προσφέρει τη δυνατότητα για μια σε βάθος γνωριμία και όχι μια χειραψία μαζί τους. Οι διηγηματογράφοι έχω την εντύπωση πως διηγούνται τον κόσμο τους ή αν θέλετε το βλέμμα τους στον κόσμο οπότε ναι, αν αυτό μου αρέσει, τους αγαπώ.  Οι μυθιστοριογράφοι πιστεύω πως χτίζουν το μύθο, δουλεύουν τη μυθοπλασία με μεγαλύτερη επάρκεια έτσι ώστε μέσα από το αυτήν θα γνωρίσουμε οι αναγνώστες κυρίως τους ήρωες και τον κόσμο τους ενώ οι ίδιοι (οι μυθιστοριογράφοι) επιθυμούν διακαώς να μείνουν κρυμμένοι πίσω από αυτόν, το μύθο.  Κι αυτό μου αρέσει κατ αρχήν ως λογοτεχνική πρόθεση ε, κι όταν υπάρχει και το χάρισμα τότε με γοητεύει και ως λογοτεχνικό κατόρθωμα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι. Με κάποιο βιβλίο του όμως και όχι με το σύνολο του έργου του. Πιστεύω εξ άλλου πως αν ένας συγγραφέας μου έχει δώσει ένα βιβλίο που με έχει γοητεύσει, τον παραδέχομαι γι αυτό και δε ζητάω να με γοητεύει με το κάθε επόμενο. Η Ιωάννα Καριστιάνη με τη «Μικρά Αγγλία», η Σώτη Τριανταφύλλου με το «Εργοστάσιο των Μολυβιών», ο Νίκος Βασιλειάδης με τον «Αγαθο», ο Γιάννης Μακριδάκης με το «Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου», μμ… ποιός άλλος; Πραγματικά δεν θυμάμαι κάποιον άλλον αυτή τη στιγμή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι. Η αλήθεια είναι πως δεν με ακολούθησε. Τους παραδίδω στους αναγνώστες και προχωράω.  Από αυτούς μαθαίνω νέα τους. Μερικές φορές μαθαίνω τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που μένω άφωνη. Φοβερή δύναμη ο αναγνώστης.  Προσωπικά υποκλίνομαι στη δύναμή του αν και μερικές φορές με έχει αφήσει απορημένη με την ανάγνωσή του. Παντελώς απροσδόκητη. Αλλά αυτό με ιντριγκάρει απίστευτα ως συγγραφέα, θεωρώ πολύτιμη την ανάγνωση των κειμένων μου και τις πολλαπλές τους ερμηνείες. Τις εκλαμβάνω ως περιουσία μου, προβληματίζομαι και τις επεξεργάζομαι. Θεωρώ πως ο αναγνώστης έχει κατά κάποιο τρόπο συμμετοχή στη μυθοπλασία η οποία κατά τη γνώμη μου συνεχίζεται και ολοκληρώνεται με το βλέμμα του αναγνώστη.

Εκείνο που με χαλάει είναι όταν οι αναγνώστες ψάχνουν να ξεσκεπάσουν το μύθο. Το έζησα πολύ έντονα με το μυθιστόρημά μου «Γράμμα απ το Δουβλίνο» στο οποίο κεντρική ηρωίδα είναι η Μαρίνα. Η πλειοψηφία έψαχνε να βρει στη Μαρίνα εμένα και αν ο Νάσος, ο δεύτερος κεντρικός ήρωας και αφηγητής, ήταν ο τότε άντρας μου ή κάποιος πρώην γκόμενος, αν είχα όντως φτάσει στο Δουβλίνο ένα βράδυ που ’βρεχε κι αν τελικά ήθελα να έχω παντρευτεί τον Νάσο ή τον πρώην άντρα μου.  Δεν θα ξεχάσω δε ποτέ, την πρόταση γάμου, μάλιστα την πρόταση γάμου, που μου έγινε από αναγνώστη.  Μία Μαρίνα ήθελε, λέει, να γνωρίσει στη ζωή του και ήμουν εγώ! Μα εγώ ήμουν η Βίκυ Θεοδωροπούλου όχι; Όχι! Για κείνον συγγραφέας και ηρωίδα του μυθιστορήματος ήταν αναμφισβήτητα το ένα και το αυτό πρόσωπο. Ε, εκεί είπα, ήμαρτον παιδιά, έχω μπερδέψει ζώντες με τεθνεόντες συγγραφείς σε ένα σακούλι και απολαμβάνω επί δεκαετίες τη σαχλαμάρα μου αλλά δεν τόλμησα να μπερδέψω τους ίδιους με τους ήρωές τους. Μη τρελαθούμε.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μεγάλη αγαπημένη η Λαίδη Τσάτερλυ και ο κηπουρός στο «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ», η Μπλάνς Ντιμπουά και ο Κοβάλσκι στο “Λεωφορείον ο Πόθος” και πάνω απ όλους ο Χανς Κάστορπ στο “Μαγικό Βουνό”. Αδιαπραγμάτευτοι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Ποτέ. Η λογοτεχνική γραφή για μένα είναι ιεροτελεστία – άρθρα και άλλα τα γράφω παντού. Όταν όμως γράφω μυθιστόρημα, δεν μπορώ να κοιτάω τη θάλασσα και να γράφω, κάτι που θα μπορούσα να κάνω στο σπίτι μου στη Σέριφο και όλοι οι γνωστοί μου απορούν για το πώς είναι δυνατόν να μην το κάνω.  Χρειάζομαι όμως το γραφείο μου, το να μη με αποσπά η οποιαδήποτε ομορφιά απέναντι και το να μπορώ να χωθώ στην ιστορία μου, να αγγίξω τους ήρωές μου, να δουλέψω τις λέξεις μία μία.  Κι αυτό μόνο στο γραφείο μου στο σπίτι μου στο Νέο Ηράκλειο μπορώ να το πετύχω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω μυθιστόρημα, γι αυτό κυρίως μιλάμε, διότι το δοκίμιο είναι άλλου είδους διεργασία. Όταν λοιπόν ξεκινήσει το μυθιστόρημα, υπάρχει ωράριο! Καλό το χάρισμα αν υπάρχει αλλά η πειθαρχία στη συγγραφή είναι απαραίτητη για το μυθιστόρημα που η συγγραφή του θα κρατήσει τουλάχιστον τρία χρόνια – για μένα, για άλλους μπορεί να κρατά και μήνες. Το οποίο σημαίνει πως τότε δουλέυω καθημερινά 9-3 το πρωί, και οπωσδήποτε το βράδυ από τις 9 και μέχρι όσο πάει, ανάλογα με την έμπνευση.  Δεν είμαι από τους συγγραφείς που κρατούν σημειώσεις και τις ακολουθούν,  προτού ξεκινήσω ξέρω που θέλω να φτάσω, απολαμβάνω όμως την έκπληξη που θα με πετάξει έξω από τη διαδρομή που χάραξα ξεκινώντας, μου αρέσει το ρίσκο να ακολουθήσω το μονοπάτι που προκύπτει ακόμα κι αν αναγκαστώ να επιστρέψω στη λεωφόρο που ακολουθούσα και ελπίζω πως στη περιπέτεια που μπήκα θα έρθει η στιγμή που οι ήρωές μου θα με αποφεύγουν και θα κάνουν τα δικά τους. Τρελή χαρά η στιγμή αυτή. Εκεί αρχίζει το μεγάλο γλέντι για μένα ως συγγραφέα. Οι ιδέες μου; Τί να πω; Το ευκταίο είναι να νιώθω πως θα εκραγεί ο νούς μου αν δεν τις καταθέσω στο χαρτί. Δεν τις παγιδεύω πουθενά. Κυρίως, δεν τις παγιδεύω, τις αφήνω να πετάνε ελεύθερες και να διαλέγω ποια θα πιάσω και ποιά θα αφήσω ως αναγκαία ή μη αναγκαία τελικά για την ιστορία μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Παλαιότερα, χειρόγραφα, μετά χτυπούσα τη δουλειά της μέρας στο κομπιούτερ μου, τύπωνα και άφηνα το τυπωμένο να το δω την επόμενη μέρα και να το διορθώσω ενώ όταν επρόκειτο για άρθρα στις εφημερίδες και τα περιοδικά έγραφα κατευθείαν στο κομπιούτερ.  Τώρα πια γράφω κατευθείαν στο κομπιούτερ και τη λογοτεχνία. Το πρωί μου κάνει καλή παρέα η κλασσική μουσική από ολλανδικό ραδιοφωνικό σταθμό, το βράδυ τζαζ ή μπλουζ από γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό – κάποιες φορές όλες οι μουσικές μου σπάνε τα νεύρα. Τότε ή τις αλλάζω ή σταματάω να δουλεύω. Απόλυτο must το κεράκι στο γραφείο μου αναμμένο και η ησυχία.  Χωρίς αυτά δεν δουλεύω.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Χμμ.. για το «Γράμμα απ το Δουβλίνο» θα ήθελα να σας παραπέμψω εδώ:  Νομίζω εδώ τα έχω πει όλα και εκ βαθέων.  «Οι Επιζώντες», που ήταν το δεύτερο μυθιστόρημά μου γράφτηκε μετά το θάνατο της καλύτερής μου φίλης στα 37 μου. Τελεία. Τα ταξιδιωτικά μου ήταν, είναι και θα είναι ο απότοκος κάποιων derive σε τόπους που περιηγήθηκα ή θα περιηγηθώ, ως φανατικός flaneur. Το «Cookies» έχει περάσει από δύο φάσεις: μία παραγγελία για έναν μονόλογο που έγινε η αφορμή να γράψω τον μονόλογο ενός άντρα μεσόγειου διανοούμενου της γενιάς του ’68 στο Παρίσι και, η πιεστική παράκληση μιας φίλης μου που επέμενε μετά τη δημοσίευση του μονολόγου στην Ανθολογία Δέκα (μονολόγων) Ελληνίδων Συγγραφέων, να δώσω λόγο στην Ελίζ, τη νεαρή ερωμένη του. Αποτέλεσμα ήταν το μυθιστορηματικό δοκίμιο, «Cookies» το οποίο εκδόθηκε το 2009 από τις Εκδόσεις Ύψιλον.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

«Η Ομπρέλλα Άνοιξε στο Ρόλφ» είναι το μυθιστόρημα που δεν γράφω αυτό τον καιρό. Άρχισε πριν από τρία χρόνια, πήρε φόρα ένα χειμώνα, προχώρησε ένα καλοκαίρι και με περιμένει υπομονετικά. Να βρεθεί η μια κάποια ησυχία που χρειάζομαι, για να γράψω λογοτεχνία.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εδώ και τρία χρόνια είμαι μικροσυνταξιούχος – πρόωρη σύνταξη λόγω ανήλικου. Θα γινόμουν 50 δύο μήνες προτού ο μικρός μου, ο Αντώνης, γίνει 18. Και είπα ναι, ή τώρα ή ποτέ. Και έγινα μικροσυνταξιούχος που χάρηκε στην αρχή διότι η κρίση δεν θα βαρούσε αυτούς, αλλά έλα που διαψεύστηκα. Κι έτσι κάνω χίλια δυο για το βιοπορισμό. Το ωραίο που έκανα την περασμένη χρονιά, ήταν ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής στο βιβλιοπωλείο PUBLIC του Πειραιά. Θαυμάσια εμπειρία. Οι ωραίοι άνθρωποι διψούν για ωραία πράγματα.

Ludens Lab. Περί τίνος πρόκειται; Τι είδους εκδηλώσεις πραγματοποιείτε;

Α, LUDENS LABS! [www.ludenslabs.com] Όνειρο ζωής μου, πείραμα εξαιρετικά επιτυχημένο για τα ελληνικά δεδομένα, διανύει ήδη στον τέταρτο χρόνο της ζωής του. Εργαστήρια, κατ αρχήν. Οι εκδηλώσεις έπονται και συμπληρώνουν. Εργαστήρια Γραφής, Σινεμά, Φωτογραφίας, Αυθόρμητης Ζωγραφικής, πολλά άλλα, ως και Ραπτικής όλα με τρόπο που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά στη Ελλάδα – το «ιερό παιχνίδι» ως εργαλείο μάθησης και ως εφαλτήριο για δημιουργική έκφραση. Αυτή είναι η θεωρεία του Johan Huizinga, ολλανδού ιστορικού και φιλόσοφου που δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1930 και στην Ελλάδα για πρώτη φορά τη δεκαετία του ’80. Σ αυτή και στη τρέλα μας πατήσαμε για να δημιουργήσουμε τα Ludens Labs. Όπου και εκδηλώσεις όπως Φεστιβάλ Γέννας, Piniatas Fest και βέβαια οι καθιερωμένες πλέον τις πρώτες παρασκευές του κάθε μήνα, Ομαδικές Ανα-Γνώσεις. ΜΚΟ με το όνομα ΑΣΤΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ, Ludens Labs ως ευρύτερα γνωστά, το καμάρι και η ελπίδα πως τα πράγματα μπορούν να γίνουν αλλιώς και σ’ αυτή τη μικρή και βασανισμένη ψωροκώσταινα. Αγωνιζόμαστε να επιβιώσουμε όπως όλοι αυτή τη δύσκολη εποχή αλλά κάτι, κάτι που μετά λόγου γνώσης υποστηρίζουμε, μας κάνει να είμαστε αισιόδοξοι πως θα τα καταφέρουμε. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε ήδη γράψει μια μικρή ιστορία. Αν βοηθηθούμε – παντοιοτρόπως και κυρίως με συμμετοχές και ιδέες – μπορεί και να μακροημερεύσουμε. Διότι η κρίση κρίση αλλά οι έντιμες και δημιουργικές προσπάθειες χαμηλού κόστους δεν έχουν λόγο να μη ζήσουν, αντιθέτως, έχουν λόγο να υπάρξουν. Ως πρόταση για ένα καλύτερο μέλλον.

Στο Ludens Lab προσκαλείτε λογοτέχνες για να συζητήσετε για το έργο τους. Με ποιο κριτήριο γίνεται η επιλογή λογοτέχνη και βιβλίου; Ποιους έχετε προσκαλέσει μέχρι σήμερα; Θα μοιραστείτε μαζί μας κάποιες εικόνες από τις συναντήσεις αυτές;

Στα Ludens Labs προσκαλούμε λογοτέχνες στις μηνιαίες ανοιχτές Ομαδικές Ανα-Γνώσεις και στο Κλειστό Γράμμα ή Ανοιχτό Βιβλίο; που είναι το Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής το οποίο εμψυχώνω. Στο «πρόγραμμα» του τελευταίου προβλέπεται στη 13η από τις 14 εβδομάδες που διαρκεί το Εργαστήριο, η συνάντηση των συμμετεχόντων με έναν συγγραφέα οποίος ζει την περιπέτεια της έκδοσης. Μόνο που το ζητούμενο δεν είναι να μας μιλήσει εκείνος για το βιβλίο το οποίο μόλις έχει εκδώσει και το οποίο εμείς έχουμε ήδη διαβάσει ή για το έργο του, αλλά να τον ρωτήσουμε, οι συμμετέχοντες δηλαδή, για οτιδήποτε κρίνουν πως θα ήθελαν να τους απαντήσει. Προκύπτουν πολλά ερωτήματα στη διάρκεια αυτού του εργαστηρίου σχετικά με την περιπέτεια της γραφής πρωτίστως και της έκδοσης δευτερευόντως, στα οποία έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη η εμπειρία αυτής της συνάντησης. Αφήστε που προσωπικά, αναγνωρίζω και μια παλληκαριά στον συγγραφέα που έρχεται διαθέσιμος να απαντήσει σε οτιδήποτε αντί να περιαυτολογήσει σχεδιασμένα. Διότι την έχουμε, εμείς οι συγγραφείς, την ανάγκη μας να περιαυτολογούμε – είναι τόσο μοναχικό το συγγραφιλίκι που μου φαίνεται φυσικό να θες μετά απ αυτό και ενδιαμέσως, να συναντήσεις τους αναγνώστες σου.

Τους συγγραφείς – για κάποιο λόγο δεν μου αρέσει ο όρος «λογοτέχνες» – στο Κλειστό Γράμμα ή Ανοιχτό Βιβλίο; τους επιλέγω μόνη μου και τους ανακοινώνω στο Εργαστήριο.  Στις Ομαδικές Ανα-Γνώσεις όπου μία ομάδα εθελοντών στην οποία συμμετέχω, αποφασίζει κάθε Σεπτέμβριο για τα βιβλία που θα μαζευτούμε να κουβεντιάσουμε τη χρονιά που έρχεται, η απόφαση είναι συλλογική – προτείνω καλεσμένους συνομιλητές, συμφωνούμε όλοι ή πλειοψηφικά και προχωρώ στην πρόσκληση. Φοβάμαι μην ξεχάσω κάποιον από εκείνους που έχουμε προσκαλέσει γι αυτό και σας παραπέμπτω σε έναν σύνδεσμο όπου μπορείτε να δείτε εικόνες και νομίζω πως εδώ θα βρείτε τους περισσότερους αν όχι όλους.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Περιοδικό «Φαρφουλάς» και Περιοδικό «Τεφλόν», το πρώτο πωλείται έναντι συμβολικής τιμής, το δεύτερο διανέμεται δωρεάν σε επιλεγμένα σημεία όπως τα Ludens Labs. Εκτιμώ τις προσπάθειες μικρών ομάδων που με γνώση, θυσίες και μεράκι, αφιερώνουν χρόνο και χρήμα για ένα αξιόλογο όραμα. Και νομίζω πως και τα δύο αυτά περιοδικά προκύπτουν από τέτοιες προθέσεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν θα χαλάλιζα το χρόνο μου για τη μονογραφία κανενός. Να με συμπαθάτε. Δουλειές για άλλους. Εξαιρετικές μονογραφίες πάντως για την ελληνική εκδοτική πραγματικότητα, οι μονογραφίες του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας επί Εμμανουήλ Κάσδαγλη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Λατρεύω τον κινηματογράφο και το θέατρο. Αρκετές ταινίες και παραστάσεις που μου άρεσαν, στην Ελλάδα. Ταινίες όμως που με χάραξαν, «Ο Τζόνυ πήρε τ’ όπλο του» και «Το τραίνο της μεγάλης φυγής». Αδιαπραγμάτευτες. Θεατρικές παραστάσεις, «Λεωφορείο ο Πόθος» στο West End στο Λονδίνο, με Μπλανς Ντυμπουά τη Τζέσσικα Λάνγκ, «The Blackbird» και πάλι στοWest End, σε σκηνοθεσία Peter Stein, “Bella Venezia” του Γιώργου Διαλεγμένου σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, και πολλά ακόμα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Ελληνικό κινηματογράφο παρακολουθώ ανελλιπώς, ως τιμής ένεκεν, φοβάμαι όμως πως η «Γλυκιά Συμμορία» του Νικολαΐδη ήταν η τελευταία ταινία που με απογείωσε. Έκτοτε oκ, Why not? και τέτοια. Τελευταία, μόλις φέτος τον Μάιο, έζησα την απογείωση με μια παράσταση που την είπαν performance. Στο υπό κατάληψη θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, από την ομάδα Nova Melancholia, «Οι Κότες και οι Ψύλλοι», του Γιώργου Ιωάννου, εμπνευσμένη σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν έγραψα ποτέ ποίηση αν και αγάπησα κάποιους ποιητές. Κυρίως όμως, είμαι καχύποπτη μαζί τους. Τί στο καλό κάνουν; Δεν καταλαβαίνω ακριβώς. Κι αν το κάνουν καλά, λίγες φορές μπόρεσα να το νιώσω αφού λίγες φορές κατάφεραν να με απογειώσουν.  Δεν γράφω λοιπόν ποίηση για ένα απλό λόγο: δεν την καταλαβαίνω και δεν μου ταιριάζει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Comic Novels και Ζοζέ Σαραμάγκου.

Τι γράφετε τώρα;

Τίποτε. Αν εξαιρέσω τα κάθε τόσο μέιλ-σεντόνια προς ένα δίκτυο επιστήθιων φίλων που έχουν τη μορφή συναισθηματικού χρονογραφήματος.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εξαιρετικές. Διαδικτυώθηκα ήδη από το 2000.  Και θεωρώ πλέον εαυτόν έμπειρο στο να πετάει τη σαβούρα και να κρατάει τα καλά του διαδικτύου ενώ δεν μπορώ να μην ομολογήσω πως μετά από τόσα χρόνια διαδικτυωμένη, μια κάποια εξάρτηση είναι πραγματικότητα, όχι απαραιτήτως λυπηρή.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Ναι. Έντυπες και ηλεκτρονικές. Όλο και λιγότερο

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω το Άγημα Τιμών του Νίκου Βασιλειάδη, στο πάνω πάνω κατάστρωμα του Αη Γιώργη στη διαδρομή Πειραιάς-Σέριφος. Σταματάω κάθε τόσο για να βγάλω τα γυαλιά μου και να κοιτάξω τη θάλασσα, κοιτάζοντάς τη να υποκλιθώ στη μαεστρία της γραφής του, στο βλέμμα των ηρώων στα πράγματα. Μπαίνοντας στο λιμάνι μου απομένουν λίγες σελίδες. Πρέπει να σταματήσω την ανάγνωση αν θέλω να αποβιβαστώ.  Περιμένοντας να ανοίξει η μπουκαπόρτα έχω την εντύπωση πως το βιβλίο μου έδωσε πολλά και δεν μπορώ να περιμένω κι άλλα. Λίγες ώρες αργότερα, στη βεράντα του σπιτιού μου, λέω ας το τελειώσω με ένα ποτήρι κρασί. Το ποτήρι μου έμεινε γεμάτο καθώς ο συγγραφέας με άδειαζε στα σύννεφα της χαράς. Αυτή την όψη έχουν οι τελευταίες λευκές σελίδες μετά το «τέλος».

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ε, βέβαια. Ασυζητητί.

Στις εικόνες: το περί ου ο λόγος αντίτυπο του Γεροστάθη με σελιδοδείκτη ένα λαϊκό λαχείο του Δεκεμβρίου του 1963 και ορισμένοι συνομιλητές της συγγραφέως: Thomas Mann, D.H. Lawrence, Italo Calvino, Leon Trotsky, Vladimir Nabokov, Johan Huizinga, Samuel Beckett, Tzvetan Todorov, Noam Chomsky, Tennessee Williams.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 94. Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πολύ  ευχαρίστως. Όλα ξεκινούν ακριβώς, όταν ο γερμανός ήρωας του Παράξενου καλοκαιριού ανοίγει την πόρτα σε μία ελκυστική ελληνίδα, που θυμίζει ηθοποιό του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, η οποία βρίσκεται σε αναζήτηση του συζύγου της, φίλου και συνεργάτη του αφηγητή. Η νουβέλλα εκτυλίσσεται στην καλοκαιριάτικη κουφόβραση, με φόντο τον «Γύρο της Γαλλίας», σε τρεις πόλεις (Αμβούργο, Αθήνα, Μόναχο) και ο αφηγητής, ένας μάλλον «ομπλομοβικός» τύπος, που ζει μοναχικά και περιφέρεται με ποδήλατο στην πόλη, μπαίνει σε περιπέτειες, προσπαθώντας να εντοπίσει τον φίλο του, αλλά και να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από τη φυγή. Το βιβλίο διαθέτει στοιχεία νουάρ και, ταυτόχρονα, είναι ένα σχόλιο για τις ελληνο-γερμανικές σχέσεις, αλλά και την αλλοτρίωση της πολιτικής, ανάμεσα σε τέσσερα διαφορετικά, σε νοοτροπία και συμφέροντα, πρόσωπα, στο ύφος μιας αστυνομικής ιστορίας, που όμως περισσότερο ενδιαφέρεται για τα κίνητρα παρά για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το Τilt! Δοκίμιο για το φλίππερ είναι ένα λογοτεχνικό δοκίμιο, στα ίχνη του αντίστοιχου έργου του Πέτερ Χάντκε (Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ) και αναφέρεται στον μαγικό κόσμο των φλίππερ, αλλά και στις αναμνήσεις του συγγραφέα, όσον αφορά το παιγνίδι και τον νεανικό έρωτα. Το Tilt! γράφτηκε με τους ήχους και τα χτυπήματα στο φλίππερ της μνήμης και της γλώσσας. Στο Καφέ Λούκατς-Budapest Noir o αφηγητής πιάνεται στα «δίχτυα της αράχνης-Ιστορίας», επισκεπτόμενος τη Βουδαπέστη και γνωρίζοντας μία ώριμη femme fatale, καθώς θα έρθει αντιμέτωπος με τον σκοτεινό κόσμο ενός παρελθόντος, που συνδέεται με το Ολοκαύτωμα στην Ουγγαρία. Οι λογοτεχνικές και κινηματογραφικές «νουάρ» αναφορές είναι ενσωματωμένες στον ρυθμό αφήγησης.

Αν υπάρχει κάτι κοινό στα προαναφερόμενα έργα, πέραν των λογοτεχνικών αναφορών, αυτό είναι η φυγή από μία μίζερη, ελληνική πραγματικότητα, κι ο πόθος της λογοτεχνικής απόδρασης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νομίζω, πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: είναι οι ήρωες που με (μάς) παρακολουθούν, αθέατοι, σιωπηλοί, υπομονετικοί, όχι σαν «χαφιέδες», αλλά σαν σωματοφύλακες. Είναι όμως δύσκολο να μάθω τα νέα τους, αφού όλοι τους είναι ανώνυμοι στα έργα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πλέον η ευρωπαϊκή παράδοση της «δημόσιας συγγραφής» στα Café, όπως στη Βιέννη ή το Παρίσι. Αυτό, νομίζω, απαντάει στο ερώτημά σας. Από την άλλη, όλοι έχουμε γράψει «εκτός έδρας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κι εδώ, επιτρέψτε μου να αντιστρέψω το ερώτημα: πιστεύω πως οι ιδέες, όπως αντίστοιχα τα βιβλία και οι συγγραφείς, είναι που μάς παγιδεύουν, και καταντούν εμμονές μέχρι να βρουν τον δρόμο τους στο χαρτί ή στο πληκτρολόγιο.  Εκτιμώ, ότι κάθε θέμα και κάθε βιβλίο σχεδόν προδιαγράφει μυστικά τη δική του διαδικασία της συγγραφής.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αυτή είναι μια ερώτηση που αφορά πρωτίστως το «εργαστήριο» των  μεγάλων συγγραφέων, γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο έγραφε ο Σιμενόν ή η Χαϊσμιθ, ακόμα και ο Τσάτουιν. Προσωπικά, δεν υπάρχουν ούτε επιλογές ούτε ειδικές προετοιμασίες, αλλά αυτό εκτιμώ ότι σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία του κάθε συγγραφέα. Πάντως, η μουσική υπόκρουση δεν διευκολύνει, ταυτόχρονη ακρόαση και συγγραφή δεν συνταιριάζουν κατά τη γνώμη μου. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: από Μπητλς, Ντύλαν, Mazzy Star και Barbara μέχρι Μοσχολιού, Ζαμπέτα, Μουζάκη και Dire Straits, ενδεικτικά πάντα.

Έχετε επιμεληθεί πολλές εκδόσεις και θα έχετε παρατηρήσει το έργο των επιμελητών και των διορθωτών συνήθως τίθεται σε «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους με εκδότες αλλά και μεταφραστές και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η «ελληνική υπανάπτυξη», όπως κι εσείς διαπιστώνετε, αδικεί συχνά το έργο του επιμελητή (editor) ή το περιορίζει στη γλωσσική, τυπογραφική επιμέλεια μόνο. Τα προβλήματα, στα οποία ορθώς αναφέρεστε, έχουν να κάνουν με το γεγονός, ότι οι ρόλοι δεν είναι διακριτοί σε επαγγελματικό επίπεδο ούτε ανταμείβονται αυτονόητα. Στο εξωτερικό, οι περισσότεροι εκδοτικοί είναι οργανωμένοι στη βάση αρμοδιοτήτων και καταμερισμού εργασίας.

Ασχολείστε επισταμένα και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν είμαι κριτικός με την αυστηρή έννοια του όρου, τη δουλειά αυτή τη διεκπεραιώνει εξαιρετικά η νέα γενιά των ελλήνων κριτικών. Συνήθως, παρουσιάζω με κριτικό τρόπο (ελπίζω) βιβλία και συγγραφείς, κυρίως από το εξωτερικό (fiction και non fiction), μεταφρασμένα ή όχι ακόμα. Η κριτική προσέγγιση και καταγραφή βοηθάει πάντα έναν συγγραφέα στο να κατανοήσει άλλα έργα κι άλλους κόσμους, άρα ούτε υποκλέπτει ούτε εξαργυρώνεται. Όμως το ζήτημα της κριτικής και της επιτυχίας ή αποτυχίας ενός βιβλίου είναι ένα πολύπλοκο θέμα με πολλούς παράγοντες που το διαμορφώνουν.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Η παράθεση ονομάτων είναι περισσότερο ή λιγότερο μια ιδιωτική, και πάντως μάλλον αδιάφορη υπόθεση για τους τρίτους. Συνήθως απαντάμε είτε με κλασσικούς (παλαιότερους και σύγχρονους) είτε με άγνωστα στο κοινό ονόματα. Επιτρέψτε μου να αναφέρω μόνο δύο ονόματα, λόγω προσωπικής συμπάθειας: Βάλτερ Μπένγιαμιν και Ούβε Γιόνζον.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εδώ, θα σας απογοητεύσω λιγότερο, χωρίς αξιολογική ή χρονολογική σειρά: Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω, Βασίλης Βασιλικός, Γλαύκος Θρασάκης, Γιάννης Σκαρίμπας, Μαριάμπας, Ζωρζ Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, Μαξ Φρις, Stiller, Ούβε Γιόνζον, Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ, Βλάντιμιρ Ναμπόκοβ, Λολίτα, Τέοντορ Αντόρνο, Minima Moralia, Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες, Πέτερ Χάντκε, Η αγωνία του τερματοφύλακα στο πέναλτυ, Πατρίτσια Χάισμιθ, Το Παιγνίδι του Ρίπλεϋ (Ο αμερικανός φίλος), Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος, Φίλιππος Φιλίππου, Το τέλος της περιπλάνησης, τα έργα του Γιάννη Μαρή, του Νίκου Τσιφόρου, του Μάριου Χάκκα και του Τάσου Λειβαδίτη, και άλλα πολλά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Καραγάτση, του Κορτάζαρ (τον οποίο έχετε παρουσιάσει), της Χάισμιθ, του Πόε, του Βασιλικού την περίοδο 1967-1974.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δύσκολη ερώτηση με πιο δύσκολη απάντηση, σε μια χώρα όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όμως λιγότερο γνωρίζουμε το έργο και περισσότερο αναγνωρίζουμε, θετικά ή αρνητικά, τον συγγραφέα. Προσωπικά, με συγκίνησαν τα Γλυκά του κουταλιού, της Ελένης Ζαχαριάδου, και εκτιμώ ιδιαίτερα το Επτά μέρες βροχή, του Αναστάση Σιχλιμίρη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρόλλο Μάρτινς, στον Τρίτο άνθρωπο του Γκράχαμ Γκρην, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά.

Πώς βιοπορίζεστε;

Κι άλλη δύσκολη ερώτηση «σ’ αυτόν τον δύσκολο καιρό»: με τα βιβλία και τη δημοσιογραφία κυρίως στην «Καθημερινή» και σε γερμανόφωνα έντυπα, όσο το επιτρέπουν ακόμα οι συνθήκες.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Είναι αυτονόητο, ότι η Νέα Εστία,  η Λέξη και το Δέντρο είναι εκείνα τα περιοδικά που μάς διαμόρφωσαν και επιμόρφωσαν τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς να αγνοήσουμε όμως και τον περιφερειακό περιοδικό τύπο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος προτίμησης, το κάθε ένα από αυτά έχει μια ενδιαφέρουσα προϊστορία, ξεχωριστούς διευθυντές και σημαντική συμβολή στα λογοτεχνικά δρώμενα.

Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Περί τίνος πρόκειται;

Η ΕΛΣΑΛ είναι κατά βάσιν ένα πείραμα: συνενώνει παλαιότερους και νεότερους συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας, πλην, δυστυχώς, του Πέτρου Μάρκαρη, και συμπεριλαμβάνει γνωστά ονόματα, όπως την Αθηνά Κακούρη, την Τιτίνα Δανέλλη, τον Ανδρέα Αποστολίδη, τον Φίλιππο Φιλίππου, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη, τον Δημήτρη Μαμαλούκα και πολλούς άλλους. Σκοπός της είναι να θέσει ένα πλαίσιο διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των μελών της και να αναδείξει δημιουργικά το είδος, χωρίς προκαταλήψεις, ανταγωνισμούς και συνδικαλιστικές απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, επιδίδεται σε κοινές συγγραφικές και εκδοτικές προσπάθειες.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα αναφανδόν τον Γιάννη Διακογιάννη. Είναι εκείνος ο δημοσιογράφος με μεγάλη παιδεία, που μάς έμαθε μέσα από τον μοναδικό σχολιασμό (και τη φωνή) του, όχι μόνο ποδόσφαιρο, αλλά και τον κλασσικό αθλητισμό, συνδυάζοντας το άθλημα με την ιστορία και τον πολιτισμό, αλλά και το γαλλικό τραγούδι. Θα ήθελα να μπορούσα να κάνω κάτι ανάλογο με τον Γιάννη Μαρή επίσης, αλλά νομίζω πως είναι άλλοι αρμοδιότεροι από εμένα και εύχομαι να το καταφέρουν.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν πηγαίνω πλέον κινηματογράφο ή θέατρο, με τη ζέση των νεανικών χρόνων. Λόγω όμως του δορυφορικού προγράμματος, παρακολουθώ ανελλιπώς παλιές και νεότερες ταινίες στα γερμανικά κυρίως κανάλια, και βέβαια στην ελληνική τηλεόραση. Με γοήτευσαν σκηνοθέτες, ταινίες  και ηθοποιοί που τούς απολαύσαμε στα νεανικά μας χρόνια, ας μην μπούμε στην ονοματολογία, όπως θα έλεγαν και οι τηλεοπτικοί talking heads. Θα υποκύψω όμως στον πειρασμό δύο ενδεικτικών αναφορών: «Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων», των Σίλλιτόου/ Ρίτσαρντσον και «Ο έμπορος των τεσσάρων εποχών» του Φάσσμπίντερ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε, όπως έγραφε κι ο Καρυωτάκης, ας το αφήσουμε λοιπόν καταχωνιασμένο στο παρελθόν μας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, ατάκτως εριμμένα: την Κυρά της λίμνης, του Τσάντλερ, τον Κόκκινο βράχο, του Ξενόπουλου, σε μία εξαιρετική έκδοση του 1955, τα Θύματα ειρήνης, του Βασιλικού, κάποια κριτικά δοκίμια του γερμανού Karl Heinz Bohrer για τον σύγχρονο πολιτισμό, ανάμεσά τους ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για το ουέστερν, το του Φεντερίκο Φελλίνι. Σημασία, πάντως, έχει τι ξαναδιαβάζουμε.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιό σας., και πάντως, όλοι μας όλο και κάτι πασπατεύουμε στα συρτάρια του γραφείου και του μυαλού μας.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το «διαδικτυώνεσθαι» είναι όπως το οδηγείν, θέλει προσοχή και σύνεση. Δεν εκτιμώ σε υπερθετικό βαθμό αυτού του είδους την ενημέρωση και επικοινωνία (κοινωνικά δίκτυα, ηλεκτρονική ενημέρωση κλπ.), αλλά έχει πολλές πρακτικές και ενδιαφέρουσες πλευρές, κυρίως στη χώρα μας, όπου δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες, όπως και πολύ έρμα, κοινώς σαβούρα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Περισσότερο τις έντυπες, αλλά και αρκετές από τις ηλεκτρονικές, που δεν υπολείπονται σε ποιότητα και εγκυρότητα των πρώτων. Κυρίως, όμως μ’ ενδιαφέρει το έργο της κριτικής από τη σκοπιά των μεγάλων συγγραφέων (π.χ. Λούκατς, Ναμπόκοβ) και των ξένων εφημερίδων.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Συνήθως, δεν μετακινούμαι εντός Ελλάδος, σε αντίθεση, όταν ταξιδεύω στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία, και πάντα με τον σιδηρόδρομο. Θυμάμαι πάντως, ότι σε ένα πολύωρο ταξείδι με νυχτερινό τραίνο στη Γερμανία, με είχε συνεπάρει, διόλου τυχαία, το έργο του Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, η ανάγνωσή του τελείωσε μαζί με τη διαδρομή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Στη μεφιστοφελική σας ερώτηση, σάς παραπέμπω στον Δημήτρη Χορν, στο Αλοίμονο στους νέους. Η αιώνια νιότη είναι μια ουτοπία, κι όπως κάθε ουτοπία είναι κι αυτή ένα καθεστώς ανίας (boredom) και μελαγχολίας. Θα ήθελα πάντως να μπορούσα να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο, όπως στα νειάτα μου, ίσως εκεί να ενέδιδα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Από τις δικές σας ερωτήσεις, περισσότερο φοβάμαι τις δικές μου απαντήσεις, εάν τυχόν απογοήτευσαν εσάς ή κούρασαν το αναγνωστικό κοινό σας. Θα ήθελα, όμως, να με είχατε ερωτήσει, «τι ομάδα είμαι», και μια που δεν την κάνατε την ερώτηση, δεν υπάρχει απάντηση επ’ αυτού. Σάς ευχαριστώ πάντως ιδιαίτερα, για τον χρόνο και τον χώρο που διαθέσατε στο πάντα φιλόξενο «Πανδοχείο» σας.

Στις φωτογραφίες, ο συγγραφέας μαζί με τον Βασίλη Βασιλικό στην 9η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και, πιο κάτω, άτυποι πλην πιστοί συνομιλητές του: Walter Benjamin, Uwe Johnson, Peter Handke, Patricia Highsmith, Vladimir Nabokov, George Simenon, Roland Barthes. Ανάμεσά τους, o Τρίτος Άνθρωπος, ο Τζέντλεμαν των Μεταδόσεων και ο Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών.