Πάνος Θεοδωρίδης – Ύμνοι εναντίον γυναικών

Γυναικογραφίας το (ηλεκτρονικόν) αναγνωσματάριον

Παράλληλα με την ενάσκηση της ποίησης, ανακάλυψα μια ιδιαίτερη λειτουργία, ενίοτε βασανιστική, που με κρατούσε ανήσυχο και εν εγρηγόρσει. Ήταν αδύνατο να ανεχτώ ήχο, μέλος, μέλισμα, μελωδία, θόρυβο, ακόμη και το κρακ ενός κλαδιού που λύγιζε από το χιόνι […] που δεν είχε επεξηγηματικά λόγια, λεζάντες, λεκτικές επεξηγήσεις, σχόλια, εγγράμματες ψηφίδες. Πάσχιζα να βρω λόγια στα πάντα. Καθώς η βασική ηχητική μου πηγή ήταν το ραδιόφωνο, ακούγοντας ένα τραγούδι που δεν ήξερα τη γλώσσα των στίχων του ή απλώς μου ξέφευγαν και δεν προλάβαινα να τα αντιγράψω, ασκήθηκα να πλάθω δικά μου. Σε κομμάτια ινστρουμένταλ ήταν πιο απλό: στιχουργούσα αμέσως, είτε εκ του προχείρου ή μετά από αλλεπάλληλες προσχώσεις. [Το όγδοο πλοκάμι, σ. 223]

Αφού λοιπόν μετέτρεψε τη βυζαντιακή καθημερινότητα σε άρτια λογοτεχνημένη ζωή στο Θεόπαιδο και την διαμοίρασε σε σπαρταρώδεις ιστορίες στο Τι εφύλαγε αυτός ο χαμαιδράκων;, αφού ιστ-οριακά ιστόρησε το μακεδονικό ηχομυθιστόρημα στον Καπετάν Άγρα και μελλόντησε για όλα όσα μας περιμένουν στις Επετείους, αφού μετέτρεψε την νοσταλγία σε νοσταρχία (νόστου αρχη(γία)) με το Ροκ των Μακεδόνων και την ερωτογραφία σε ερωτογραφή στην Δεξιά Ερωμένη κι αφού στιχούργησε Ποιήματα που θα χαθούν στην ομίχλη, εμπνεύστηκε Στην αγκαλιά της Ντεζιρέ, συνέγραψε Αιγυπτιακή Νουβέλα, συνέταξε Αναφορά στον Άγγελο κι έβαλε λέξεις σε φωτογραφίες και φωτογραφικά βιβλία…

…. ο συγγραφέας εξαφανίστηκε από την εκδοτική λογοδιάρροια των «ομοτέχνων» ουχί όμως από τις πολεμίστρες της αυτοκρατορίας των λέξεων. Τελευταίο του πόστο τα ποστ, ήτοι το αρμένικο αρμένισμα σε τρεχούμενα και στάσιμα νερά με ιστιολογιοφόρο. Από τα εβλογημένα λοιπόν βλογ Πετεφρής, Ηνωμένα Βουστάσια κ.ά., ο ΠΘ, ήτοι ΠειΘήνιος Τέκτων των λέξεων, ΠοΘολόγος Ιατρός της έλλειψής μας για λογοτεχνία – λογοτεχνία, δηλαδή ιστορίες με αριστοτεχνικά σκαλισμένες λέξεις, άρα και τελικά Αρχιτέκτων κάθε Πάλλουσας Θεολογίας … του έρωτος φυσικά, αφού λοιπόν όλα τούτα, συγκεντρώνει τα ποστάλια του σε τομίδιο τσεπωτό.

Και βέβαια ο τίτλος ορίζει τις συντεταγμένες της τρέχουσας ιστορικοτοπογραφικής λογοτεχνίας του: υμνοφόρα κείμενα για τις γυναίκες που όρισαν, καθόρισαν και περιόρισαν την ζωή του, την προχώρησαν και της δώρισαν τα καλύτερα, την ζόρισαν ή την εξόρισαν σε άλλες και άλλα. Στα ολιγοσελίδια πορτρέτα γυναικών περιλαμβάνονται συλλέκτριες αδέσποτων πόθων, όσες τον μάγευσαν εικαστικώς ή πλαισίωσαν οπτικώς τον βίον του, όσες εσήκωσαν την λιβιδώ κι άλλες που εκύτταξε (το γράφω οπωσδήποτε με ύψιλον και δυο ταυ, για νύξη της επιβάθυνσης του βλέμματος) ή επόθησε όπως η έμορφη Σαββατοπρωινιάτικη δεσποσύνη Πατριάρχου Ιωακείμ και Τσιμισκή που με μικρά πηδηματάκια προσπαθούσε να κερδίσει μπουκέτο απείραχτο από την ορόφωση της βλάστησης μιας μπουκαμβίλιας…

κι έτσι μόνον εξηγείται γιατί βρισκόταν χαμογελαστή στην οξεία γωνία, όριο Διαγωνίου, αντί να κάνει στράκες με το δεξί και να της φέρνουν τα μουνούχια σερμπέτια, μαστίχες, καφέδες, ταούκ κιοκτσού, παγωμένο αριάνι πάνω σε σινί και κάτω από κουνουπιέρες, ενώ οι αραπάδες να της κάνουνε αέρα με φτερά στρουθοκαμήλου, πλην ενός πιτσιρικά, που θα τονξεχώριζε γιατί την έκανε να γελάει και τον είχε να της πλένει τα δοντάκια με τη γλώσσα του, μυρωμένη με πικρό δεντρολίβανο. [Ο Μπουγκενβίγ στην Κόλαση, σ. 71]

Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ επιχειρείται να σημειωθεί «κάτι από την αίσθηση της γυναικείας γυναίκας», ότι εδώ παρελαύνουν γραπτώς και γραφικώς οι έμορφες της αισθητικής του, οι δικές του θέαινες και γλυκομμάτες, οι φοβούσες και οι εκταίες, εκείνες που είναι εσαεί μονοθελήτισσες ενώ θα γεράσουν κόπτισσες κι οπωσδήποτε του σχολείου οι απωθημένες: η επιδειξιομανής Κλωθώ της έκτης δημοτικού, η έφηβη συμμαθήτρια που έγινε κατάξανθη με οξυζενέ στα μαλλιά της και το τι τράβηξε δεν περιγράφεται αλλά καμιά δε χαμογελούσε τόσο ξένοιαστα στην πόλη αλλά κι εκείνη για την οποία μπορούσες να χάσεις ολόκληρη Κυριακή αναζητώντας την στις βόλτες, μέχρι να την δεις να κάθεται με κάποιον χώρια στο λεωφορείο, γνωρίζοντας όμως πως πήγαιναν ραντεβού στη Σαλονίκη, να φάνε πάστα Σεράνο και να ματσαλευτούν στα πρόθυρά του Σέιχ Σου κι έπειτα αυτός να βγάλει το μαντίλι του να απομακρύνει από τα σώματά τους την παράνομη εκτόξευση.

Ο αυτουργός συγγραφέας βέβαια υμνεί τιτθία, νεφράκια και πάκια, μαγεύεται από τα ανομοιόμορφα μάτια και την απαισιόδοξη κρέμαση των χειλών και πενθεί επειδή γεννήθηκε σε έναν κόσμο με στεατοπυγικές γυναίκες κρεατωμένες που είχαν μικρά άκρα, στρουμπουλά, και τώρα ο κόσμος είναι γεμάτος ξυλάγγουρες με πατούσα νούμερο 43. Ενθυμείται αλληλοτρυπώματα σε μασχάλες, θήλεα που κράτησε σκαλωμένα υποκάτω του, που εγλώσσευσε τρυφερά και δόκιμα, έχοντας αποκτήσει πείρα με εκατοντάδες φιλιά από σινεμάδες και πίνακες, που πίεσε το σώμα του χαλκομανία επάνω τους, που βίνησε ή εγεύτηκε την ζέστα του(ς) την γλυκαντική, που έβαζε την ώρα των τρυφερισμάτων να διαβάζουν (λογοτεχνία, λεξικά, γλωσσικούς οδηγούς) συνυπολογίζοντας ως κριτήριο το ενδεχόμενο να δουλέψει το εσωτερικό τους πολυοργασμικό πλέγμα.

Όμως τα δεκάδες κειμενίδια δεν αναλώνονται αποκλειστικά στο βιογυναικομάνι του. Μπορεί μια απλή ενθύμηση να «ξανοίγει» (δηλαδή και να ανοίγει προς τα έξω αλλά και να κοιτάζει, με την κρητική σημασία) στις διαδρομές μιας ολόκληρης ζωής κι ειδικά στα σταυροδρόμια όπου τέμνονται οι παιδοεφηβικές αναμνήσεις με την μνημογραφία – τοπογραφία Γιαννιτσών, Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής:  τα χαρτονάκια των ποδοσφαιριστών και η κυριακάτικη βόλτα, το τελετουργικό μπάνιο της κοινότητας και το υπερποθητό αυτοκινητάκι με το κλειδί του κουρδίσματος στον γκώλο (φερμένο εξ Αμερικής, ανύπαρκτο σε εγχώρια μαγαζιά), το σημάδι με φλόμπερ στα φυλλαράκια της λεύκας και πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ όλα η ιερότητα της παρέας:

Ήμουν οργανωμένος εκ γενετής στην ομάδα των παιδιών που βρισκόταν γύρω μου. Αν ζούσα στο Τσαλή ή στη Σκύδρα, άλλες ομάδες θα υπηρετούσα, το ίδιο αφοσιωμένα. Οι κινήσεις της παρέας και της γειτονιάς είχαν αξιακή βάση που σχετίζονταν με τις δεξιότητες και της ανημπόριες μας. Ακριβώς σε τέτοιες παρέες και συμμορίες ο ίδιος ήταν θεωρητικώς υπεύθυνος για την συμπεριφορά των άλλων όπως κι εκείνοι ήταν αλληλοχρέως υπεύθυνοιγια τη δική του. Τα κορίτσια των εχθρών τους ήταν «θεωρητικώς και πανδημικώς μελλοντικές τους ταχυγκόμενες». Αντίθετα, το κορίτσι που αγαπούσε κάποιος από την παρέα γινόταν θεά Μύλιττα κι απαγορευόταν ακόμα και η φαντασίωσις. «Η παρέα ήταν ο διαμορφωτής μας»

Πέρα από την πλουσιοτάτη ιστοριογραφία, εδώ ευδοκιμεί και απολαυστική λεξοπλοκή, καθότι ο συγγραφέας έχει «το ετυμολογείον πάντα φρέσκο» και την νοηματική σύνθεση συλλαβών παλιά του τέχνη κόσκινο. Αλλά κι ένα τρίτο στοιχείο πρωτοτυπεί και πρωτοτυπώνει και πρωτοτρυπώνει στους Ύμνους: μιλάμε για κατεξοχήν ηλεκτρονικό λογοτεχνείο. Συγκεντρώνω τις διάσπαρτες παραδοχές του [κυρίως στα: Με το HTML στον κήπο και Ονειροπνίχτης]: γράφει κατευθείαν στο κουτί της ανάρτησης, κινδυνεύοντας βέβαια ανά πάσα στιγμή κάτι να κολλήσει ή να κρασάρει. Δεν υπάρχει κανένα κείμενο σε αρχείο, σε word, πουθενά. Το δάχτυλο άρα και το χέρι του έχει πιο στενή σχέση με την οθόνη παρά με το μυαλό του. // Το άσπρο χαρτί, α, ήταν ολότελα διαφορετικό. Ήταν φρένο στα πάντα. Στην έμπνευση, στην ακεφιά, στο θάνατο. Ήταν καθρέφτης… Κάποιες φορές τα κείμενα αφήνονται χωρίς κατακλείδα, ορφανά – ανοιχτά σε σχολιασμό: «αυτό για τους άμαθους σημαίνει ότι» κρατάει «τα καλύτερα επιχειρήματα εκτός βασικού κειμένου, “για την κουβέντα”».

Ας περιοριστούμε σε τρία ενδεικτικά κομψοτεχνήματα. Στην ωραία Πορτουγκέζ μια παρέα Βαλκανίων που συνεδριάζεται προσεγγίζεται με τους κώδικες της χερσονήσου (και βεβαίως με τα γιόβανε) και εμπλουτίζεται από ιδιότυπη Πορτουγκέζα που δεν έψαχνε σώνει και ντε ένα στίχο πίσω από καθετί που έβλεπε και που κυρίως ήταν η Ενοδία, η Λόλα Μόντεζ, η τρελή του Σαγιό, η Λολίτα και μαζί η Ούμα Θέρμαν. H πρόσκληση του συγγραφέα προς την κουστωδία των συμβαλκανίων για επέκταση της συναστρίας με νυχτερινή εξόρμηση καταλήγει τραγέλαφος: όχι τόσο επειδή καταφτάνουν ντυμένοι πια ωσάν γαμπροί (άρα σαφώς λιγότερο καλοντυμένοι) όσο εξαιτίας άγαρμπου και αθέλητου χειρονομίας που αφήνει τέζα την κυρία. Τόσο πικρό, τόσο σπαρταριστό.

Η μόνη της ζωής μου παρουσία της Ρίτα Κούλιτζ αποτελεί έτερο υπόδειγμα παθητηρίου κείμενου. Εδώ προς αναζήτηση φιλικού – μας τονίζεται – γεύματος με θήλεια ύπαρξη σε εγγλέζικες πολιτείες, εντοπίζεται ξανθούλα γειτόνισσα, με κοινό παρελθόν την ανταλλαγή ακεφιών στο ποτοπωλείο και το πλυντήριο. Στο αμήχανον γεύμα [=Μια φίλη μου μού έλεγε πως είσαι Πολωνός, αλλά ένας Πολωνός δε λέει κάθε τρεις και μία no problem] η νεαρά εκδηλώνει την αδυναμία της Ρίτα Κούλιτζ που ο συνδαιτημόνας της βέβαια, όπως όλοι μας, την γνωρίζει ως μακροσάγονη ηγερία του εκλεκτού μας Κρις Κριστόφερσον. Αλλά πάντα υπάρχει αυτό που ονομάζω εκ των υστέρων ωφέλεια: Μετά, μόνος μου, είδα το βλέμμα της σερβιτόρας και είχε λειρί, πρόκληση και γελάκι. Τη ρώτησα πότε σχολάει, μου είπε ότι έχει φίλο, της έσωσα συγχαρητήρια και της είπα ότι ένας παρ’ όλιγον Πολωνός περαστικός, που ξέρει τη Ρίτα Κούλιτζ  δεν μπορεί μεν να συγκριθεί με έναν Γιορκσίαρτζη καραμπουζουκλή, αλλά δεν αφήνει και ίχνη. Δεν ήταν σαφώς φίλη μου, αλλά με έβαλε να της τάξω ότι δεν θα της άφηνα κανένα σημάδι, πράγμα που τήρησα με ευλάβεια. [σ. 153]

Από την σχετική τοπογράφηση βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει κι ένας κατάλογος των δωματίων όπου έζησε, σε μια εποχή που τα ραντεβού ακριβώς ήταν επισκέψεις στο δωμάτιο κι όχι οι απόμεροι ακάλυπτοι, συνεπώς το πρώτο μέλημα, το βγάλσιμο του παλτού έστω και στο αθέρμαστο δωμάτιο αποτελούσε αποκαλυπτήριο ενδότερωνεικαστικών· ένα παλτό βέβαια που δεν αφηνόταν ποτέ στο ντιβάνι που έμενε διαθέσιμο για μελλοντική λειτουργία ως ευνή. Αλλιώς, υπαίθριες παγωνιές. Είτε εδώ είτε εκεί, η τελετή περιελάμβανε μούχτι, μουντάρισμα σε γυμνά μέλη, έναν αδιάσπαστο ειρμό περιπεπλεγμένων χεριών και άχνες θερμής ανάσας.

Ο Βιγόν στο φράχτη Αλλατίνη εμπνέεται από το σοβαντισμένο ημιτοίχιο του φράχτη όπου το μελλοντικό ζεύγος ατένισε την επερχόμενη ένωση. Η βραδιά που αρχικώς εξελίχθηκε σε τραγέλαφο (με μαζικές τράκες για είσοδο στο κλαμπ και διακοπείσα ημιδιαδρομή ταξί λόγω περιορισμένου μπάτζετ) καταλήγει στην θριαμβική σκέψη του αφηγητή πως αποτελούν πλέον «μέρος του φρι σίνεμα». Πολύ όμορφα όλα για να είναι αληθινά: η χαμογελαστή και δήθεν υπεράνω κορασίδα δεν επανήλθε ποτές. Μια άλλη σειρά αδιανόητων εξωερωτικών ιστοριών εστιάζει σε στοιχεία, όπως τα επιζωγραφισμένα από τη μάνα του παπούτσια σε περίοπτη φωτογραφία του ώστε να είναι του γούστου της (! – Στιχουργώντας στην άκρη του μοιραίου καιρού), ένα καρφωμένο για ώρα τζάμι στην πλάτη του κατά την διάρκεια πολιορκητικού χορού (ΑΦΞ), τα μπλου τζην σε εύστοχη αποκαθήλωση (Bull jean).

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε καυλότητες και κρεβατικά, βατέματα έναντι φιλοξενίας και ιψενικές υστερίες, υποσχετικά χαμόγελα και ιδανικά της κινκωσύνης, θεωρητικές «κοινοκτημοσύνες γυναικείου σώματος και πνεύματος», την προτίμηση της Κόλμη, της Χαθήκαμε και της Φακμί Νάου από την Σιζκόν, την Ζιγοζγκόν και την εξάδελφή τους την Ντονγκώ, την αναζήτηση παλιάς εράστριας στο γκούγκλισμα (στον Αόμματο, ένα ακόμα κομψογράφημα),  ο συγγραφέας ως «νοσηρός καταγραφέας του βίου του» φτιάχνει λαμπρώς καμωμένες σελίδες που επιθυμεί να τις αντιμετωπίζουμε μόνο ως αποικία λέξεων. Άλλωστε, αρχίζεις και τα κάνεις λογοτεχνία όταν απελπίζεσαι πως αυτά που σκέφτηκες δε θα γίνουν. Άλλωστε παρά και την ύστατη εντρύφηση στο σκάκι «ακόμα κι όταν παίζει με τον εαυτό του χάνει συστηματικά». Άλλωστε «ο έρωτας πολύ σπάνια είναι φιλάνθρωπος». Το μόνο που μένει είναι «η πλουσιοπάροχη φαντασία που μπροστά της δεν μετρά καμιά πραγματική εμπειρία».

Άφησα την παιδικότητα και μαζί με άφησε κι εκείνη και προχώρησα με τις διαθέσιμες ορμόνες μου σε έναν κόσμο που με καλούσαν να υπάρξω και να προσποιηθώ. Στην ουσία, το μόνο που ήθελα ήταν να παραμείνω μέσα στο παραγκάκι του ακάλυπτου πίσω από το σπίτι του Μπίλη και να το κάνω περίπτερο, να πουλάω μπαζούκες σαν τον Τσαμπάζη ή να βρω μια μελλοντική χήρα, όπως τη χήρα την περιπτερού πίσω από του Αχτσόγλου και να πουλάω καραγκιόζηδες στην πιτσιρικαρία και τσιγάρα από την κούτα στα αλάνια. Κι όταν θα γινόμουνα πολύ μεγάλης ηλικίας, δηλαδή κάπου σαράντα, να αποθάνω. Χωρίς έτερο ίχνος και ερώτηση…[Το γενικό τρακάρισμα, σ. 93-94]

Εκδ. Ιανός, 2011 [Δεκέμβριος όμως –  άρα να υπολογιστεί παρακαλώ για την καλλίστων του 2012 λίστα], σελ. 315.  Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr με υπότιτλον «Ηλεκτρονική συνταγογράφηση δεκάδων ευαγγελίων που ευαγγελίζονται των αρρένων τις χαρές και τις λύπες».

Ερωτήσεις στον Υμνητή εναντίον Γυναικών

Κείμενα απευθείας λοιπόν από ευθείες αναρτήσεις. Αυτό σημαίνει πως όσο αναρτάτε, – και αναρτάτε συχνά και καταιγιστικά – θα έχουμε και εκδοθείσα λογοτεχνία;

Η ανάρτηση είναι ένα βολικό φίλτρο. Το κείμενο δεν σταλίζει στο συρτάρι, αλλά παραμένει συνεχώς εκτεθειμένο. Προσωπικά με έσωσε από την πτωχαλαζονεία.

Με τις θήλειες χαρακτερέσσες λοιπόν τελειώσατε; Μας τις λογοτεχνήσατε όλες;

Όχι. Τις πιο δραματικές τις φυλάγω για τον «Παράδεισο», ένα κείμενο που θα με απασχολήσει προσεχώς. Από κάποιο γραφειάκι της Κόλασης, εννοείται…

Αν δεχτούμε πως εκχειλίζετε πλέον όλα τα αξιοδιάβαστα (για εμάς) ή αξιόγραπτα (έστω προς δική σας εύφρανση) του βίου σας, δικαιούμαστε, φρονώ, να ζητήσουμε και πλήρες δελτίο γραπτών συμβάντων σε ανασκαφές, αναστηλώσεις, ιστορικές έρευνες και εν γένει ενός οριστικού τοπογραφικού του βίου σας. Τέτοιες έρευνες είναι πάντα αξιοδιήγητες αλλά οι εμπλεκόμενοι δεν τις λογοτεχνούν ποτέ.

Μόνον μια αντίστιξη αυτού του τοπογραφικού με προτάσεις ή παραγράφους που λανθάνουν στα «λογοτεχνικά» μου κείμενα θα έδινε λύση σε πολλών απορίες. Το δελτίο που αναζητάτε, είναι πιθανό να λανθάνει σε κάποιο από τα χιλιάδες δημοσιευμένα γραπτά μου. Εκεί, στην πυκνή δημοσίευση, ο συγγραφέας είναι ασφαλής. Υπάρχει και η λύση της ολιγογραφίας βέβαια, αλλά χρειάζεται πολλήν την φιλοδοξίαν. Η δική μου προέλευση είναι από ένα θεωρητικά σιδερόφραχτο άσυλο. Δεν έχω αυτοεκτίμηση και καταθλίβομαι συχνά. Γι’ αυτό είμαι σαρκαστικός και χιουμορίστας. Γιά την τελευταία σας πρόταση, έχω ένσταση, καθώς έχω «λογοτεχνήσει» ακόμη και τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Κατόπιν θα έχουμε το θάρρος να αιτήσουμε να συνθέσετε ένα μεγάλο βυζαντινό μυθιστόρημα, όπως δηλαδή που επιτέλους όπως δηλαδή συνέβη σε μικρή κλίμακα με το Θεόπαιδο και ο Χαμαιδράκοντα χωρίς το μονοκόμματο, δύσκαμπτο, δακρύβρεχτο και εθνοσωτήριο στιλ των τυπικών σύγχρονων «μυθιστορημάτων Βυζαντίου».

Αυτό το μυθιστόρημα στήνεται από το 2003 και είναι η «Εσπανιόλα».

Σε Πανδοχείο όπου διανυκτερεύσατε μας τάξατε καμιά εκατοστή ποστ για το πώς, πότε, γιατί και με ποία τιμήματα και επιβραβεύματα γράφτηκαν τα βιβλία σας. Έκτοτε αναρτήματα γράφτηκαν πολλά όχι όμως για το θέμα. Μας κοροϊδεύετε;

Εσείς με κοροϊδεύετε και δεν σας αδικώ. Έχω την εντύπωση πως δεν έχω γράψει έως σήμερα απολύτως κανένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Απεναντίας, το χω παρακάνει με τα αυτοαναφορικά. Μη μου αγχώνεστε, προλαβαίνω. Έτσι που το έχω σχεδιάσει, θα γράφω και πεθαμένος.

Στa ιστολόγιά σας ασκείται, κατά την απόλυτα πανδοχειακή μας άποψη, η ηλεκτρονική λογοτεχνία ως οφείλει να ασκείται: με πληθώρα εικόνων, φωτογραφικών, προσωπικών τεκμηρίων και άλλων εικονιδίων. Προσθέτετε δε και άλλα «συνοδευτικά», από διαδικτυακά αλιεύματα έως επί τούτου τραβηγμένες φωτογραφίες. Σας διασκεδάζει το είδος; Σκεφτήκατε ποτέ την χαρτοποιημένη συνδυαστική λόγου και εικόνας έκδοση;

Όχι, δεν με διασκεδάζει. Με ηρεμεί. Θεωρώ αυτήν την αναφορική σχέση, πηγή κάθε στοχασμού. Δεν έχω όμως καιρό. Μου χρειάζονται συνεργάτες, σύμμαχοι, ομού στην τρέλα. Κάθε μέρα «χάνω» μερικά διηγήματα και κάθε μήνα, τουλάχιστον ένα μυθιστόρημα. Εάν είχα γραμματέα, θα έχανα λιγότερα. Ξέρετε πως γράφω με δυό δάχτυλα και έφτασα σε ημερήσιες 68 σελίδες; Άφησα τον εαυτό μου να ξεχειλίσει και έσπασαν τα υδραυλικά. Τρέχω πίσω από τις λέξεις μου. Αλλά θα χρειαζόμουνα μιάς μορφής υπαγόρευση, προκειμένου να δώσω τυποτεχνικές αρτιότητες.

Η τακτή ηλεκτρονική γραφή σας παρέχει την δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας, επαφής με αντιδράσεις των αναγνωστών σας και τις παρελκόμενες ανατροφοδοτήσεις;  Σας αφαιρεί την πολύχρονη ταλαιπωρία πάνω από τη λευκή σελίδα; Εν τέλει τι κερδίζετε και τι χάνετε;

Ποια λευκή σελίδα; Μόλις ανταμώσω μια, ευθύς την συμπληρώνω. Χάνω πολλά. Την έκπληξη, την τυχαιότητα, την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Κερδίζω τον ύπνο μου. Αυτοί που με σιχαίνονται στο διαδίκτυο είναι καλύτεροί μου.

Και μια «εσωτερική» ερώτηση κοινής διαστροφής που μπορεί να παραμείνει προσωπική και μη δημοσιεύσιμη: Ποιος είναι ο αγαπημένος σας «γνωστός» βυζαντινός ναός; Άγνωστος; Τείχος; Τοιχογραφία; Αρχαιολογική τοποθεσία;

Δημοσιεύστε την. Γνωστός ναός: Το Κιλισέ τζαμί στην Πόλη. Ο άγνωστος: ο ναός στο Καστρί του Στρυμόνα, 13ος, με πτυχωτό τυφλό τρούλλο στον νάρθηκα, τριγυρισμένος από μια βασιλική του 19ου αιώνα. Όλα τα τείχη, κάθε εποχής. Ορφάνι, Μαυρούδα, κάτι ίχνη χαλκιδικών πόλεων, η κορυφή στο Χωρύγι (Κιρέτς). Δεν συμπαθώ τις τοιχογραφίες, αλλά τα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Αρχαιολογικός τόπος: όποιος δεν έχει δεχτεί τις θωπείες του ΕΣΠΑ…

Εικόνες: Α. Από τα ιστολόγια του συγγραφέα: έκτυπη σε τσιγαρόκουτο προσωπογραφία του συγγραφέα, ο ίδιος (1970) σε Αγία Μαρίνα Ρεντίνας (1868/9), πριν το κάστρο, μετά βαρείας Ζενίτ 6, μορφή γλυκιάς ροκ εντ ρολλ εκδίκησης, βουστάσιο σήμα κατατεθέν του ημιφερώνυμου ιστολογίου, τo «χειρόγραφο» από το Ηχομυθιστόρημα του καπετάν Άγρα, τυπωμένο σε εκτυπωτή ακίδας με τους τόνους περασμένους από πάνω (κείμενο του 1987, αντίγραφο του 1993) και σκαρίφημα της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες εδώ.

Β. Επιλογές του Πανδοχέως, και πάντα σε άμεση συνάρτηση με τα γραφέντα και διαβασθέντα: γυμνό του Αλαίν Ντεραίν (που ο συγγραφέας είδε στην Αρετού, εξ ου και φερώνυμο κείμενο), ξυπόλυτη, παπουτσωμένη και γυμνωμένη αναγνώστρια των Ύμνων, Ewa Aulin στο Candy του Christian Marquand (1968) που κυκλοφορούσε ως ξεκούδουνη απορούσα κυνηγός ηδονών, που τις εκλάμβανε ως πνευματικές αξίες, Ρίτα Κούλιτζ, 4 αντικριστοί του Λουστάλ και μια του φρι σίνεμα: η ανάσανη Τζην.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 86. Μαρία Ξυλούρη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μακρύς o κατάλογος: Πολ Όστερ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Πέρσιβαλ Έβερετ, Λίντια Ντέιβις, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν (ειδικά της πρώτης, πιο μακάβριας περιόδου του). Δίνω μάχη με τον Τόμας Πίντσον (προφανώς, κερδίζει ο Πίντσον). Ακόμα: Αλεχάντρο Σάμπρα, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Νικόλ Κράους.

Από Έλληνες, Αντρέας Φραγκιάς, Στρατής Τσίρκας, Ζυράννα Ζατέλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Λένος Χρηστίδης· και Σώτη Τριανταφύλλου, επειδή πέρασα την εφηβεία μου με τα βιβλία της.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μακρύς κατάλογος #2: Η Ιερή Πείνα του Άνσγουορθ· Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Όστερ (όπως και αρκετά ακόμα από τα βιβλία του Όστερ)· 2666 του Μπολάνιο· Infinite Jest του Γουάλας· Ωκεανός του Μπαρίκο· Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου· Το κουρδιστό πουλί του Μουρακάμι· Ο Άτλας του ουρανού του Μίτσελ· Us του Κίμπολ· Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Φόερ· Όταν όλα καταρρέουν της Κράους.

Από ελληνικά βιβλία: Η χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· Το Πλήθος του Φραγκιά· Το διπλό βιβλίο του Χατζή· Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζατέλη· Ο άγιος της μοναξιάς της Καρυστιάνη· Οι τέσσερις τοίχοι του Χατζηγιαννίδη· Η Ανάκριση του Μαγκλίνη· το μόνιμο αντικαταθλιπτικό μου, το Λοστρέ του Χρηστίδη· Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης της Τριανταφύλλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πολλά από τα διηγήματα του Τσίρκα, του Κάρβερ και του Γουάλας. Σχεδόν όλα τα διηγήματα της Λίντια Ντέιβις, αλλά ιδίως τα πιο σύντομα – όπως, για παράδειγμα, το “Collaboration With Fly” από τη συλλογή Varieties of Disturbance:

I put that word on the page,

but he added the apostrophe.

Το Orientation του Ντανιέλ Ορόζκο. Περσινή Αρραβωνιαστικιά και Μανιώδης του καπνού της Ζατέλη. Και ζήλεψα πολλά από τα διηγήματα της συλλογής How They Were Found του Ματ Μπελ που διάβασα πρόσφατα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος υπάρχουν αρκετά πρόσωπα που οι αναγνώστες θα θυμούνται από το Rewind· τα δύο βιβλία επικοινωνούν, αν και δεν είναι συνέχεια το ένα του άλλου. Απλώς η διαδικασία ήταν κάπως ανάποδη – το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι βιβλίο που το γράφω και το ξαναγράφω πολύ πριν γεννηθεί το Rewind, οπότε δεν μπήκαν οι ήρωες του Rewind στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, αλλά το αντίστροφο. Το είχαν συνηθίσει, εξάλλου, να εμφανίζονται σε ό,τι κι αν έγραφα με το έτσι θέλω. Ελπίζω τώρα, που με την έκδοση του Πώς τελειώνει ο κόσμος η ιστορία τους οριστικοποιήθηκε (όσο μπορεί, τέλος πάντων, να οριστικοποιηθεί μια ιστορία), να μην ξανασυναντηθούμε.

(Ξέρω, βέβαια, πως όλα αυτά είναι παραμύθια: πλάσματα του μυαλού μου είναι, εγώ τους ελέγχω· άρα δεν μ’ ακολουθούν αυτοί, εγώ τους ακολουθώ μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί τους. Μα αν δεν μπω στη διαδικασία να ξεγελαστώ ότι μόνοι τους τα σκέφτονται και μόνοι τους τα κάνουν, θα πρέπει να τους ελέγχω συνειδητά, και φοβάμαι ότι θα μοιάζουν με μηχανάκια.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Φλώρα από τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· ο Φάνσοου από το Κλειδωμένο δωμάτιο και ο Έκτορ Μαν από το Βιβλίο των ψευδαισθήσεων του Όστερ· ο Αρτσιμπόλντι από το 2666 του Μπολάνιο· η Madame Psychosis από το Infinite Jest του Γουάλας· το ζευγάρι Ρότζερ και Τζέσικα από το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχει συμβεί να γράψω στις αεροπορικές θέσεις στα καράβια από και προς την Κρήτη, ώρες που οι συνεπιβάτες κοιμούνταν του καλού καιρού· με τα χρόνια, όμως, ανέπτυξα μια δυσανεξία, τόσο στις αεροπορικές θέσεις, όσο και στο γράψιμο σε δημόσιους χώρους. Προτιμώ την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις, δοκιμές για διηγήματα, παρατηρήσεις για χαρακτήρες που δεν έχουν ακόμα όνομα ή βιβλίο, περιστατικά από τη ζωή τους. Οργανώνω τις ιστορίες μου ή σκηνές από τις ιστορίες μου στα μέσα μεταφοράς, παρατηρώντας τους συνεπιβάτες μου κι ακούγοντας μουσική. Καθετί που ακούω, βλέπω, σκέφτομαι ή διαβάζω μπορεί να είναι υλικό για βιβλίο, ακόμα κι αν δεν το αναγνωρίζω ως τέτοιο στην ώρα του.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η πρώτη γραφή γίνεται πάντα με χαρτί και στιλό – δυσκολεύομαι πολύ μπροστά στην οθόνη. Ξεκινάω τη δακτυλογράφηση μονάχα όταν το βιβλίο είναι –κατά το μεγαλύτερο μέρος του, τουλάχιστον– ολοκληρωμένο στο χειρόγραφο· μόνο μικρές παράγραφοι και φράσεις του Rewind και του Πώς τελειώνει ο κόσμος γράφτηκαν απευθείας στον υπολογιστή. Αλλά και μετά τη δακτυλογράφηση, πάλι στο χαρτί και το στιλό επιστρέφω – τυπώνω, περνάω τις διορθώσεις στο τυπωμένο, μετά τις περνάω και στο ηλεκτρονικό αρχείο, ξανατυπώνω, ξαναδιορθώνω. Στην κόλαση θα θέλω να τυπώσω και δεν θα έχω χαρτί.

Δεν επιδιώκω να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα για να γράψω. Απλώς, αποφεύγω συστηματικά το γραφείο – είναι πιθανότερο να με βρεις να γράφω και να δακτυλογραφώ στο τραπέζι της κουζίνας ή στον καναπέ. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω ότι έχω άλλες παραξενιές – για παράδειγμα, το ότι γράφω κυρίως βραδινές ώρες έχει να κάνει με τις απαιτήσεις του οκταώρου κι όχι με δική μου προτίμηση.

Μουσική άλλοτε ακούω όταν γράφω (συχνά το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά), άλλοτε όχι – τα τελευταία χρόνια, συχνότερα όχι. Αλλά είναι σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας, αφού πολλές σκηνές ή κι ολόκληρα κεφάλαια οργανώνονται στο μυαλό μου με σάουντρακ συγκεκριμένα τραγούδια. Αρκετές από τις μουσικές αναφορές του Rewind, για παράδειγμα, είναι τραγούδια που μου χρησίμευσαν στο στήσιμο κεφαλαίων του βιβλίου. Αντίστοιχα δούλεψα και στο Πώς τελειώνει ο κόσμος. Εκτός από τα τραγούδια που αναφέρονται στο βιβλίο, το σάουντρακ περιλαμβάνει το Suicide Dream 2 από How to Dress Well, και το Tonight We Fly των Divine Comedy στην εκδοχή του Νιλ Χάνον με τον Ντιουκ Σπέσιαλ.

Στο mp3 player μου αυτό τον καιρό υπάρχουν Tindersticks, Walkabouts, Wu Lyf, Tarnation, Weeknd, Μαρκ Λάνεγκαν, ΠιΤζέι Χάρβεϊ, Τόρι Έιμος και Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ και Μπρους Σπρίνγκστιν.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του πρώτου σας βιβλίου (Rewind);

Ευχαρίστως, αλλά την ξενάγηση θα σας την κάνει ο Πέτρος· αυτόν ν’ ακολουθήσετε. Παρά τις φήμες που τον θέλουν πολλά κιλά μαλάκα, είναι, νομίζω, καλό παιδί.

Ναι, το στόμα της κοπέλας δίπλα του είναι ραμμένο. Αυτός της το έραψε, γιατί δεν άντεχε να την ακούει.

Σε λίγο θ’ ανέβει στο μηχανάκι του για να πάει στο πατρικό του, όπου ο πατέρας του ζει με μια γυναίκα που είναι νεκρή και ζωντανή ταυτόχρονα.

Ακολουθήστε τον, δεν κινδυνεύετε.

Νομίζω, δηλαδή.

Θα μας ανοίξετε και τα παράθυρα του δεύτερου βιβλίου σας που μόλις κυκλοφόρησε;

Το καλοκαίρι του 2000 εξαφανίζεται μια έφηβη, η Άννα· το φθινόπωρο του 2007 αυτοκτονεί ο αδελφός της, ο Δημήτρης. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα περίγραμμα αυτών των δύο απουσιών· με κέντρο την εξαφάνιση της Άννας και τον θάνατο του Δημήτρη ξετυλίγεται μια σπείρα από ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι βρέθηκαν στη σκιά που άφησαν τα δύο αδέλφια φεύγοντας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα μια ανάγνωση του Infinite Jest, έναν γάτο ονόματι Χαρούκι, μια κοπέλα που τη φωνάζουν Κατσαρίδα, ταξίδια με πλοίο και ταξίδια με τρένο, λυπημένους επιβάτες λεωφορείων και τρόλεϊ, γυναίκες που ερωτεύονται κτίρια, έναν γέρο που τον επισκέπτεται η μακαρίτισσα η γυναίκα του στον ύπνο του για να του ανακοινώσει ποιος είναι για θάνατο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως κειμενογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ομολογώ ότι πλην του Διαβάζω δεν παρακολουθώ με συνέπεια κάποιο άλλο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό (αυτό να καταγραφεί σαν δική μου αδυναμία, κι όχι σαν αδυναμία των περιοδικών). Παρακολουθώ κυρίως σάιτ και μπλογκ που ασχολούνται με την αμερικάνικη λογοτεχνία (The Millions, Biblioklept, Moby Lives κ.ά.).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μάλλον τον Αντρέα Φραγκιά.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο όχι τόσο όσο παλιότερα· θέατρο σχεδόν καθόλου. Η Κόκκινη ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι είναι από τις αγαπημένες μου – ίσως επειδή την είδα ακριβώς τον καιρό που έπρεπε. Άλλη αγαπημένη μου είναι το Hedwig and the Angry Inch του Τζον Κάμερον Μίτσελ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Στη δική μου περίπτωση η ποίηση ήταν μια εφηβική αρρώστια που παρατράβηξε· στα 22-23 μου αναγκάστηκα να το παραδεχτώ και την εγκατέλειψα. Προφανώς η ποίηση δεν έχασε απολύτως τίποτα. (Όπως δεν θα έχανε κι η πεζογραφία αν σταματούσα να γράφω· απλώς την απώλειά της δεν θα την άντεχα εγώ.)

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα το Rien ne va plus της Μαργαρίτας Καραπάνου, και το Fire Season του Φίλιπ Κόνορς.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια και με άφησαν ήσυχη οι προηγούμενοι ήρωες, μπαινοβγαίνω στα σπίτια νέων και καταγράφω τα χούγια τους (με το φόβο μην κι επιστρέψει κάνας Ορέστης να μου ζητήσει τα ρέστα). Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις κι αφετηρίες ιστοριών και περιμένω να δω ποιος απ’ όλους θα με πείσει ότι η δική του ιστορία είναι πιο επείγουσα για ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτήν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο, διαδρομή, βιβλίο, λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα στο μετρό το Last Days του Μπράιαν Έβενσον. Ο ήρωας του βιβλίου έχει πρόσφατα χάσει το χέρι του και βρίσκεται παγιδευμένος σε μια αίρεση. Για να φύγει από εκεί ζωντανός, πρέπει να διαλευκάνει έναν φόνο. Στην αίρεση όλοι είναι μανιακοί του ακρωτηριασμού· όσο περισσότερους ακρωτηριασμούς έχει κάποιος, τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στην ιεραρχία. Μια και του λείπει μόνο ένα χέρι, ο ήρωας δεν μπορεί να μιλήσει με πιο υψηλόβαθμα στελέχη και δεν έχει πρόσβαση σε σημαντικές πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Είναι προφανές ότι έχει μόνο μια επιλογή, αν θέλει να βγει από κει μέσα: να αρχίσει να αυτοακρωτηριάζεται ώστε να ανέβει στην ιεραρχία και να συνεχίσει την έρευνα.

Διαβάζω, λοιπόν, την περιγραφή μιας συνάντησης των μελών της αίρεσης· κάθε μέλος είναι ένας κατάλογος ελλείψεων: δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο χεριού, αριστερό χέρι, μάτι. Όταν τους λείπει μάτι δεν βάζουν γυάλινο, απλώς το βλέφαρό τους είναι μόνιμα κλειστό. Ο συρμός σταματά στο Σύνταγμα κι επιβιβάζεται μια κοπέλα παραπατώντας. Έτσι όπως είμαι βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, σκέφτομαι ότι παραπατά επειδή της λείπουν δάχτυλα του ποδιού και δεν μπορεί να ισορροπήσει καλά. Έρχεται και στέκεται δίπλα μου, με στριμώχνει κιόλας με την τσάντα της σα να μην μπορεί να υπολογίσει την απόσταση από μένα (ο συρμός είναι σχεδόν άδειος, δεν είναι ότι δεν έχει χώρο να σταθεί). Κάνω λίγο στην άκρη και συνεχίζω το διάβασμα, αριστερό πόδι, δεξί πόδι, αριστερό χέρι, δάχτυλο χεριού, δάχτυλο χεριού, μισή γλώσσα, αφτί, μάτι, και εκείνη γυρνά και με ρωτάει αν πάει καλά για Ευαγγελισμό και βλέπω ότι το ένα βλέφαρό της είναι κλειστό.

Δεν έχω τολμήσει να ξαναγγίξω το βιβλίο από τότε.

(Για την ιστορία, δεν πήγαινε καλά για Ευαγγελισμό – ήμασταν στο συρμό για Άγιο Δημήτριο. Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε με έναν κύριο ότι έπρεπε να κατέβει Ακρόπολη, να γυρίσει στο Σύνταγμα και από εκεί να πάρει τη μπλε γραμμή. Δεν καταλάβαινε. Εντέλει την πείσαμε να βγει στην Ακρόπολη. Κατέβηκε παραπατώντας πάλι, σχεδόν έπεσε πάνω σε ένα ζευγάρι. Ακόμα αναρωτιέμαι τι της συνέβαινε.)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί βάφτισα μια ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου Κατσαρίδα και πώς είναι το πραγματικό της όνομα. Μόνο και μόνο για να έχω τη διεστραμμένη χαρά να μην απαντήσω, όπως αρνούμαι συστηματικά ν’ απαντήσω τι περιέχουν τα κουτιά που μεταφέρει ο Πέτρος του Rewind.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αναγνωστικά μου είναι, πλέον, απαραίτητο, αφού μέσω διαδικτύου ενημερώνομαι για βιβλία και συγγραφείς και συζητάω με άλλους αναγνώστες. Συγγραφικά σου προσφέρει εξαιρετικά εργαλεία, τόσο για να εμπλουτίσεις τη δουλειά σου (είναι, για παράδειγμα, πολύ πιο εύκολο να κάνεις έρευνα πια), όσο και για να την παρουσιάσεις και να «συναντηθείς» με το κοινό. Το κλειδί, βέβαια, είναι ακριβώς η δουλειά σου: τα βιβλία είναι πάντα σημαντικότερα για έναν συγγραφέα από τη διαδικτυακή του παρουσία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να συζητήσω την πρόταση, καθώς δεσμεύομαι ήδη από αποκλειστικό συμβόλαιο με το διάβολο: του πούλησα την ψυχή μου σε αντάλλαγμα ενός magnum opus. (Μάλλον κορόιδο πιάστηκα, αλλά ας ζήσω λίγο ακόμα με τις ψευδαισθήσεις μου.)

Στις εικόνες: Πολ Όστερ, Αλεχάντρο Σάμπρα, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Νικόλ Κράους, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν, οι 2 αγαπημένες ταινίες, Ζοζέ Σαραμάγκου.

Προσφορά της συγγραφέως: εικαστικό του Narita (UbahnCode) για το Πώς τελειώνει ο κόσμος, βασισμένο σε φωτογραφίες του TheSkyEtc, φωτογραφία του TheSkyEtc για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και προσωπική της φωτογραφία από τον Παναγιώτη Γαβριήλογλου.