Στο αίθριο του Πανδοχείου, 163. Ελένη Κεφάλα

KefalaEleni1Περί Ποίησης

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του πρώτου σας βιβλίου ποίησης;

Ευχαρίστως. Το Μνήμη και παραλλαγές (Πλανόδιον 2007) δανείζεται τη δομή του από το αρχαίο δράμα και πιο συγκεκριμένα την τραγωδία. Ασπάζεται την άποψη που θέλει την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα ως ενιαίο κείμενο ή θέμα με παραλλαγές. Ποια είναι τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας; Η ζωή, ο θάνατος και το ταξίδι ανάμεσά τους -αυτό των πολλαπλών ζωών και πολλαπλών θανάτων. Αυτά είναι τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η παγκόσμια λογοτεχνία ανά τους αιώνες και ο κάθε συγγραφέας καταφέρνει να προσθέσει, αν τον ευνοήσει η τύχη, μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή. Ο Πλάτωνας αναφερόταν στη γνώση ως ανάμνηση. Το ίδιο υποστήριζε και ο Μπόρχες, αλλά χωρίς τη μεταφυσική διάσταση της πλατωνικής θεώρησης. Ανάμνηση και παραλλαγή είναι δυο έννοιες που διέπουν το βιβλίο. Η δραματική του δομή (πρόλογος, πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος) δημιουργούν μια σύνθεση εν κινήσει ή τουλάχιστον προβάλλουν την αντίληψη πως ο ποιητικός λόγος βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή. Εξάλλου, τα έχει πει αυτά ο Μπόρχες, η έννοια του τελικού κειμένου δεν ανήκει παρά μόνο στη θρησκεία ή την εξάντληση. Η ποίηση, όπως το θέατρo, είναι ανοιχτή σε διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Καμία ανάγνωση, καμία παραλλαγή, καμία ερμηνεία δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Ταυτόχρονα, παραφράζοντας τον Σαίξπηρ, το βιβλίο μάς υπενθυμίζει πως είμαστε αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένη η μνήμη μας. Ή καλύτερα είμαστε η μνήμη μας.

Μιλήστε μας για τη δεύτερη ποιητική σας συλλογή.

kefala-Χronorrafia1Να μου επιτρέψετε αντί του όρου ‘συλλογή’ να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘σύνθεση’. Η Χρονορραφία, που βγήκε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις Εκδόσεις Νεφέλη, είναι, όπως σημειώνεται στο εσώφυλλο της έκδοσης, μια δοκιμή στην πολυφωνία του χρόνου και ένας φόρος τιμής στις ασθενέστερες φωνές της ιστορίας. Η μαρτυρία ενός ανώνυμου και σχεδόν αγράμματου Κύπριου, που μεγαλώνει στο αγγλοκρατούμενο νησί το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα για να βρεθεί ανήμερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο ατμόπλοιο Άνδρος ανοιχτά της Ιταλίας με τελικό προορισμό τη Βρετανία, αποτελεί τον ιστό πάνω στον οποίο υφαίνονται οι υπόλοιπες ιστορίες (μεταξύ αυτών, η κατάκτηση της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς και η πτώση του καθολικισμού στη Σκωτία).

Η ποίηση ανασυντάσσει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και της μνήμης, τις οποίες βιώνουμε και εκφράζουμε κυρίως μέσα από τον κοινό λόγο. Η Χρονορραφία θεματοποιεί αυτήν ακριβώς τη λειτουργία της ποίησης, τον διάλογο δηλαδή του έντεχνου με τον κοινό. Δεν πιστεύω πως οι δυο βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν ‘ποιητικές λέξεις’, δεν μου αρέσει η εσκεμμένη χρήση άγνωστων ή δυσεύρετων φράσεων σε ένα ποίημα. Η εξεζητημένη σύνταξη μου φαίνεται επιτηδευμένη, σα να θέλει να σε κερδίσει με ένα ψέμα. Φυσικά αυτά είναι γούστα και η ποίηση έχει να κάνει πολύ με τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός μας. Πάντως η παρουσία της μαρτυρίας στο βιβλίο και οι δεσμοί που αναπτύσσει με τον έντεχνο λόγο αντικατοπτρίζουν, μεταξύ άλλων, και αυτή μου την πεποίθηση.

ΕξάλλοEleni-MnimiKaiParallagesυ, όπως διαφαίνεται από τον τίτλο, το βιβλίο αποτελεί μια σπουδή στον χρόνο. Οι μεταλλάξεις της γλώσσας, όπως για παράδειγμα η ανορθόγραφη μαρτυρία ή η μεταβολή των νοημάτων που συντελείται ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα ελληνική, καθρεφτίζουν τόσο τη μεταβλητότητά της όσο και το πέρασμα του χρόνου. Ταυτόχρονα, σε ένα μεταποιητικό επίπεδο, οι μεταλλάξεις αυτές υποδηλώνουν, σημασιολογικά πλέον, την πολυσημία του ποιητικού λόγου. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι επιμέρους ενότητες της σύνθεσης ουσιαστικά μιμείται τους μηχανισμούς της ίδιας της ποίησης. Θέλω να πω πως ο ποιητικός λόγος λειτουργεί μεταφορικά (κάθε λέξη ή έννοια μας μεταφέρει κάπου αλλού) και γι΄αυτό αναγκαζόμαστε να επιβραδύνουμε την ανάγνωση, κάτι που δεν κάνουμε κατ’ ανάγκη όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα. Με άλλα λόγια, στην ποίηση οι λέξεις αποκτούν διαφορετικό βάρος λόγω ακριβώς της μεταφορικότητάς τους. Ένας από τους στόχους της Χρονορραφίας είναι να δείξει αυτή τη λειτουργία της ποίησης (στην προκειμένη περίπτωση, ο έντεχνος λόγος έχει ως εφαλτήριο μια λέξη ή μια φράση της μαρτυρίας που μας μεταφέρει σε άλλα πεδία -χρονικά, χωρικά, γλωσσικά, σημασιολογικά, κ.ο.κ.). Ένα ποίημα της σύνθεσης τελειώνει με τον στίχο: ‘η ποίηση είναι’. Θα προσέθετα: και είναι παντού. Φτάνει να έχουμε πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας, όπως θα έλεγε ο ποιητής.

portada del Libro Pedro Paramo de Juan RulfoΤέλος, οι πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ των ποιημάτων, αυτόνομων ως επί το πλείστον, διακλαδώνονται και δημιουργούν παράλληλα και δαιδαλώδη νοηματικά επίπεδα. Η Χρονορραφία είναι ένα βιβλίο που ζητά τη συμμετοχή του αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. Ένα έργο που θαυμάζω είναι το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο. Κάθε φορά που το διαβάζεις ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Όσο περισσότερο επενδύεις στην ανάγνωση, τόσο περισσότερο κερδίζεις ως αναγνώστης. Δεν είναι ερμητικό κείμενο, είναι όμως απαιτητικό. Έχει να σου πει πολλά, φτάνει να έχεις όρεξη να το ακούσεις. Στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιαστεί αυτό που κάποιοι ονομάζουν immersive theatre ή interactive theatre. Για να είμαι ειλικρινής το ανακάλυψα τυχαία πρόσφατα σε ένα δοκίμιο τριτοετούς φοιτήτριας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος immersive poetry. Δεν ξέρω αν ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Πιθανόν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξενοδοχεία, βιβλιοθήκες, καφετέριες, τρένα, αεροπλάνα και βαπόρια. Και σε αγαπημένα μου μέρη, όπως για παράδειγμα στο Cavo Greco ή στην παραλία του St Andrews.

Jorge Luis BorgesΠερί Επιστημονικής Έρευνας

Είστε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του St Andrews στη Σκωτία. Ποιο είναι το ειδικότερο αντικείμενό σας;

Διδάσκω λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής με ιδιαίτερη έμφαση στην Αργεντινή. Τώρα τελευταία πειραματίζομαι και με άλλες μορφές τέχνης (κινηματογράφο, φωτογραφία, ζωγραφική). Ερευνητικά με ενδιαφέρουν ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητα και νεωτερικότητας, η σύγχρονη λογοτεχνία, η κριτική θεωρία, η ποίηση της πρωτοπορίας στην Αργεντινή και η ιστορική πρωτοπορία γενικότερα, ο Μπόρχες, κ.α.

Το θέμα της διατριβής σας είναι «Περιφερειακός (Μετα)μοντερνισμός: Η Συγκρητιστική Αισθητική των Μπόρχες, Πίλια, Καλοκύρη και Κυριακίδη» (2007). Ποια ήταν η προβληματική σας, ποια η διαδρομή της μελέτης, ποια τα συμπεράσματά της;

Kefala-Peripheral (Post)ModernityΟ Μπόρχες αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τρεις σύγχρονους λογοτέχνες, δυο έλληνες και έναν αργεντινό. Μέσα από τις αισθητικές επιλογές τους, το βιβλίο εξετάζει ζητήματα νεωτερικότητας και πολιτισμικής ταυτότητας σε Ελλάδα και Αργεντινή. Στόχος του είναι να ανιχνεύσει τους μηχανισμούς που αναπτύσσονται στην ούτως καλούμενη γεωπολιτική περιφέρεια ως αποτέλεσμα της επαφής της με ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας. Η μελέτη αντιστρατεύεται τον όρο ‘αργοπορημένη’ νεωτερικότητα που συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τις χώρες αυτές. Διερευνά, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, τις πολιτισμικές διεργασίες που οδηγούν στη δημιουργία ποικίλων μοντέλων νεωτερικότητας ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, κ.ο.κ.) της κάθε χώρας. Όπως σωστά παρατηρεί ο Thomas Docherty αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ‘Πρώτου’ και ‘Τρίτου’ Κόσμου, ‘δεν υπάρχει ένας κόσμος (ούτε καν τρεις), αλλά πολλοί. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό και κανένας από αυτούς δεν χρειάζεται να εναρμονιστεί με τους υπόλοιπους’. Έτσι και η νεωτερικότητα δεν είναι μία αλλά πολλές, που αναπτύσσονται σε διαφορετικά χωροχρονικά πλαίσια ακολουθώντας διαφορετικές ταχύτητες. Η προσέγγιση που θέτει ως μέτρο σύγκρισης ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας δεν είναι μόνο επισφαλής, αλλά συχνά κρύβει και ένα είδος διανοητικού ιμπεριαλισμού. Επίσης, η επίμαχη διάκριση μεταξύ νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας εμφανίζεται ακόμη πιο προβληματιpigliaκή σε χώρες όπως η Αργεντινή και η Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας έτσι θέσεις όπως αυτές των Habermas, Lyotard και Jameson, που θέλουν την τελευταία να βρίσκεται σε συνεχή εμπλοκή με τη νεωτερικότητα, ή όπως αυτή του Eagleton, ο οποίος την αντιλαμβάνεται ως εξάντληση και κρίση των νεωτερικών αξιών. Θεωρώ πως πολύ συχνά οι δυο χώρες ακολουθούν παράλληλες κοινωνικοπολιτικές και αισθητικές πορείες -δυστυχώς και οικονομικές- παρέχοντας έτσι πρόσφορο έδαφος στους συγκριτολόγους. Κατά τη γνώμη μου οι νεοελληνικές σπουδές έχουν να κερδίσουν πολλά, ειδικά στο εξωτερικό, από τέτοιες συγκρίσεις. Ο διάλογος της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τη λατινοαμερικάνικη, ενίοτε άμεσος, αλλά πιο συχνά διεθλασμένος, έχει μελετηθεί ελάχιστα. Παραπέμπω σε ένα άρθρο του Δημήτρη Τζιόβα στο Βήμα με τίτλο ‘Τα σύνορα της σύγκρισης’ (13/01/2008).

Έχετε επιμεληθεί τον σύμμεικτο τόμο «Negotiating Difference in the Hispanic World: From Conquest to Globalisation» (2011). Πείτε μας λίγα λόγια.

Το βιβλKefala-Negotiating differenceίο προέκυψε από ένα διεθνές συνέδριο με θέμα την πολιτισμική ταυτότητα που διοργανώθηκε κάποια στιγμή στο St Andrews. Πραγματεύεται την έννοια της ταυτότητας ως αποτέλεσμα μιας διαλογικής διαδικασίας, μιας συνεχούς διαπραγμάτευσης δηλαδή με τη διαφορά. Αντικείμενο μελέτης του είναι η Λατινική Αμερική από την κατάκτησή μέχρι σήμερα. Ο τόμος καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα που εκτείνεται από το Μεξικό, την Κολομβία και την Κούβα μέχρι τη Χιλή και την Αργεντινή, με αναφορές στην Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση πάντα με τη Λατινική Αμερική. Η προσέγγιση είναι διεπιστημονική -συγκεκριμένα συνδυάζει τη λογοτεχνική θεωρία και τις πολιτισμικές σπουδές με την ιστορία της τέχνης, τις μεταφραστικές σπουδές και την ανθρωπολογία.

Περί αδιακρισίας

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο έκθετος (El entenado) του Χουάν Χοσέ Σαέρ (ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά κείμενα με θέμα τους ιθαγενείς της Αργεντινής κατά την περίοδο της κατάκτησής της από τους Ισπανούς) και το The Ancient Concept of Progress του E. R. Dodds.

Τι γράφετε τώρα;

Διαβάζω γONETTI 1ια την εισαγωγή της δεύτερης μονογραφίας μου Five and One Theses on Modernity: Buenos Aires Across the Arts, 1921-1939. Το ακαδημαϊκό σύστημα στη Βρετανία δυστυχώς μας έχει μετατρέψει, ή κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μας μετατρέψει, σε μηχανές παραγωγής έρευνας, κάτι που συχνά οδηγεί σε ένα είδος συστημικού καταναγκασμού. Πολλές φορές (ίσως και τις πλείστες) αυτό μεταφράζεται σε ποσοτική παρά ποιοτική έρευνα. Αυτό τον τρόπο σκέψης θέλω να τον κρατήσω μακριά από την ποίηση. Γράφω όταν έχω κάτι να πω. Αν αυτό που έχω να δώσω δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο, δεν υπάρχει λόγος να το κάνω. Πιστεύω πως στην εποχή μας δημοσιεύουμε πολύ, μιλάμε ακόμη περισσότερο, αλλά διαβάζουμε πολύ πιο λίγο και ακούμε ακόμη λιγότερο. Η μακροσκελής βιβλιογραφία στην ποίηση δεν με ενδιαφέρει. Εξάλλου πολλοί από τους λογοτέχνες που θαυμάζω δεν υπήρξαν πολυγράφοι ή τουλάχιστον υπήρξαν θιασώτες της αριστοτελικής οικονομίας. Το ‘publish or perish’ δεν με αφορά. Όχι στην ποίηση τουλάχιστον.

Περί Ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχω αγαπήσει περισσότερο κείμενα και λιγότερο συγγραφείς. Μερικά ονόματα: Όμηρος, Καβάφης, Μπόρχες, Αναγνωστάκης, Καρυωτάκης, Σαπφώ, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Κορτάσαρ, Μανουέλ Πουίγκ, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Κάφκα, Ρούλφο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά που μου έρχονται στο μυαλό: KefalaEleni2Το Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο, τα Ανθρώπινα ποιήματα του Σέσαρ Βαγιέχο, οι Πρόσθετες διερευνήσεις του Μπόρχες, η Κατάσταση εξορίας της Κριστίνα Πέρι Ρόσι, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ, τα Φύλλα Χλόης του Ουίτμαν, τα Γυάλινα Γιάννενα και η Παραλογή του Γκανά, τα ομηρικά έπη, ο Οδυσσέας του Τζόυς, Οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Η γυναίκα της Ζάκυθος και οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι του Σολωμού, Ο Εξώστης του Καχτίτση, η Κίχλη του Σεφέρη, οι Τρωάδες του Ευριπίδη, Η καρδιά του σκότους του Κόνραντ, η Ανθρώπινη αλυσίδα του Σέιμους Χίνι, Ο πίθηκος Ξουθ του Πιτσιπίου, Οι 7 τρελοί του Ρομπέρτο Αρλτ. Επίσης, ποιήματα των Μπουκόφσκι, Πεσσόα, Ροσάριο Καστεγιάνος, Ολιβέριο Χιρόντο, Καρούζου, Παυλόπουλου, Ντενίς Λέβερτοφ, Νικανόρ Πάρρα και πολλών άλλων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα άπαντα των Μπόρχες, Κορτάσαρ, Ρούλφο. Πολλά των Παπαδιαμάντη, Ροϊδη, Βιζυηνού, Ιωάννου, Γονατά, Χάκκα, Ονέτι. ‘Η νήσος’ του Πίγλια. Τα κοσμικωμικά του Καλβίνο. Και πολλά άλλα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δον Κιχώτης.

Στα ζωγραφισμένα πορτρέτα: Jorge Luis Borges, Ricardo Piglia, Juan Carlos Onetti.

Μαργκερίτ Ντυράς – Μετέωρο πάθος

Ο αduras exofνεπαρκής λόγος και η ηδονοβλεψία της γραφής

Συνέντευξη στην Λεοπολντίνα Παλλόττα Ντέλλα Τόρρε

1. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η πολλαπλότητα του εαυτού

Συχνά στη ζωή μου είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχω: χωρίς κανένα πρότυπο, καμία αναφορά, πάντα σε αναζήτηση ενός τόπου, χωρίς ποτέ να βρεθώ εκεί που θα ήθελα να είμαι, πάντα καθυστερημένη, πάντοτε ανίκανη να απολαύσω όσα απολάμβαναν οι άλλοι. Σήμερα η ιδέα αυτής της πολλαπλότητας μου αρέσει; πιεζόμαστε να φτάσουμε σε μια αποκλειστική μοναδικότητα, ενώ ο πλούτος μας βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη διάσπαση. [σ. 156]

…εξομολογείται η Μαργκερίτ Ντυράς σε μια σειρά οικιακών συζητήσεων πάνω στην γραφή και το κείμενο, την λογοτεχνία και την κριτική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, το πάθος και την γυναίκα, τα πρόσωπα και τους τόπους – σε ίδια και παρόμοια σχήματα άλλωστε συστηματοποιούνται εδώ οι απολαυστικοί ετούτοι διάλογοι. Φυσικά η αρχή αφορά την παιδική ηλικία…

duras.1266995641Δεν θα υπάρξει ποτέ κάτι αντίστοιχο σε ένταση σαν την παιδική ηλικία, είναι βέβαιη η Ντυράς. Ο Σταντάλ έχει δίκιο: η παιδική ηλικία είναι απεριόριστη. Στην δική της παιδική ηλικία εκείνη ήταν περισσότερο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, μονίμως ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια και δυτικούς κανόνες, με εκθαμβωτικές αναμνήσεις «τόσο δυνατές που καμιά γραφή δε θα μπορέσει ποτέ να τις ανακαλέσει». Κατηγορούσε τον Θεό για τα λοιμοκαθαρτήρια έξω από τα χωριά αλλά και ενθαρρυνόταν από τα ζωτικά γέλια των εγκλείστων. Κάποτε εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα της κι έκτοτε ζει «εξόριστη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια», όπως οι Εβραίοι: όλα όσα πήρα μαζί μου στις περιπλανήσεις μου έγιναν πιο δυνατά και από το γεγονός ότι ήταν μακρινά, απόντα.

Φυσικά τα βιώματα αLouis Boudreault _paintingsπό τα πρώτα εκείνα δώδεκα χρόνια δεν έπαψαν να την επισκέπτονται. Γύρω τους και οι δευτεραγωνιστές της τότε ζωής της: μια χήρα πια μητέρα που αγόρασε γη που δεν ήταν καλλιεργήσιμη, πλημμύρισε από τον ειρηνικό, την δούλεψε μάταια για είκοσι χρόνια και κατέληξε μόνη, φτωχή και πικρόχολη, πάντα φοβισμένη απέναντι στους διανοούμενους, ότι κάτι από αυτούς πάντα θα της ξεφεύγει. Κι ένας αδελφός η επαφή με το σώμα του οποίου της προκαλούσε φρίκη και ταυτόχρονα την τραβούσε. Ούτως ή άλλως εκείνη άρχισε να γράφει «για να κάνει να μιλήσει η σιωπή κάτω από την οποία την είχαν συνθλίψει»· στα δώδεκά της, τής φαινόταν «ο μόνος τρόπος. Τα χρόνια του Παρισιού ήρθαν όταν κατάλαβε το λάθος της να περιμένει μέχρι να αντιληφθεί την παρουσία της η οικογένειά της· εκεί και η κατανίκηση του αισθήματος της αθλιότητας που της είχε μεταδώσει εκείνη η μητέρα.

2. Να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας…

Η εγγραφή της marguerite-durasστο Κομμουνιστικό Κόμμα υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ένταξης σε μια συλλογική και συμμετοχική συνείδηση. Η δέσμευση σήμαινε να αφήσει την προσωπική της μοίρα και να ακολουθήσει του κόμματος· η δυστυχία της από προσωπική να γίνει ταξική. Κατά την οκταετή θητεία της άργησε να καταλάβει ότι «η εργατική τάξη ήταν θύμα των ίδιων της των αδυναμιών, ότι ακόμα και το προλεταριάτο δεν έκανε τίποτα για να βγει από τα όρια της μοίρας της». Η Ντυράς το είδε κατά πρόσωπο: η μαρξιστική δημαγωγία, στην προσπάθειά της να εκμηδενίζει τις αντιφάσεις του ατόμου, το μόνο που κάνει είναι να το αλλοτριώνει περισσότερο. Κάθε απόπειρα απλοποίησης της ανθρώπινης συνείδησης εμπεριέχει κάτι το φασιστικό. / Όπως όλα τα καθεστώτα, ο μαρξισμός φοβάται ότι «ορισμένες ελεύθερες δυνάμεις» – το φαντασιακό, η ποίηση, ακόμα κι ο έρωτας – αν δεν καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να υποσκάψουν τα θεμέλιά του, και εφάρμοσε πάντα ένα είδος λογοκρισίας της εμπειρίας, της επιθυμίας. [σ. 33]

DSC_0390Άλλωστε, για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα «πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο». Κι όμως, η συγγραφέας πίστεψε στην πολιτική ουτοπία: στον Αλιέντε, στην επανάσταση του 1917, στην άνοιξη της Πράγας, στα πρώτα χρόνια της Κούβας, στον Τσε Γκεβάρα, στο παρισινό 1968, γνωρίζοντας ακριβώς ότι κι αυτό ήταν ουτοπία. Η παράνοια και η ουτοπία μας σώζουν, μας προφυλάσσουν από όλα. Ο Μάης του ’68 ήταν πολύ πιο χρήσιμη πολιτική αποτυχία, με το ιδεολογικό κενό που δημιούργησε, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη νίκη. Μάθαμε να κινούμαστε χωρίς να φοβόμαστε τις συνέπειες ή τις αντιφάσεις, να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας. Αντίθετα, είναι στο φόβο του κενού, στην επιθυμία καταστολής και του παραμικρού ρίσκου που θεμελιώνεται η εξουσία… Καμία ιδεολογία δεν προσδιόρισε τη γραφή της. Κάθε φορά που έγραφε ξεχνούσε κάθε ιδεολογία και κάθε αναφορά σε κουλτούρα.

3. Το ανέκφραστο πάθος και η ηδονοβλεψία της γραφής

3Ειδικό κεφάλαιο συζήτησης αφιερώνεται στο πάθος, που αν και υπήρξε το κατεξοχήν θέμα όλων των τεχνών, τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο να ειπωθεί και να περιγραφεί. Όταν έγραφε το βιβλίο της Ο εραστής ένοιωθε ένα είδος ευτυχίας. Το βιβλίο είχε βγει από το σκοτάδι, ένα σκοτάδι όπου είχε κρύψει την παιδική της ηλικία. Η συγγραφέας το χαρακτηρίζει ως ένα άγριο κείμενο, που έβγαλε την βίαιη πλευρά της· σαν το κινέζικο σώμα του που δεν της άρεσε, έδινε όμως ηδονή στο δικό της. Η γυναίκα του Moderato Cantabile και του Χιροσίμα αγάπη μου ήταν εκείνη, «εξουθενωμένη από το πάθος και μη μπορώντας να το εκφράσει με το λόγο», αποφάσισε να το γράψει, «σχεδόν με ψυχρότητα». Όσο για το βιβλίο της Έρωτας, αυτό που μένει είναι όλα εκείνα που μένουν μετέωρα, μέσα στο πάθος, δίχως την δυνατότητα να τα ονομάσεις. Το νόημα του βιβλίου βρίσκεται ολοκληρωτικά εκεί, σε αυτό τον ελλειπτικό λόγο. Άλλωστε, όπως λέει αλλού, τα βιβλία βγαίνουν ύστερα από μεγάλες, ατέλειωτες σιωπές.

Η ηδονοβλεψία, μια μόνιμη θεματική στο έργοmarguerite-duras-2-by-laura-grigorita[41378] της μοιάζει να θέλει να επικυρώσει την αδιάκοπη παρουσία ενός τρίτου που κοιτάζει το φούντωμα του πάθους σε ένα ζευγάρι, όπως ορθά παρατηρεί η ερωτούσα. Και πράγματι η συγγραφέας πιστεύει ότι ο έρωτας γίνεται με τρεις: ένα μάτι που κοιτάζει, την ώρα που η επιθυμία κυκλοφορεί από τον έναν στον άλλο. Αλλά εδώ κάνει μια ευφυή σύνδεση: θα αποκαλούσε τη γραφή τρίτο στοιχείο μιας ιστορίας. Άλλωστε, δεν συμπίπτουμε ποτέ τελείως με αυτό που κάνουμε, δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά εκεί που νομίζουμε πως είμαστε. Ανάμεσα σ’ εμάς και στις πράξεις μας υπάρχει μια απόσταση, τα πάντα γίνονται εξωτερικά. Τα πρόσωπα κοιτάζουν ξέροντας ότι τα κοιτάζει κι αυτά κάποιος άλλος.

4. Ο ανεπαρκής λόγος, ο ελλειπτικός λόγος

5Υπάρχει μια αίσθηση ανείπωτου στα κείμενα της Ντυράς: κενά από το ένα απόσπασμα στο άλλο, διαλείψεις του λόγου, μια νέα σημειωτική, μια νοσταλγία για τη χαμένη μυθοπλασία. Η σιωπή, η συγκράτηση, αυτό που αποσιωπάται ή απλώς αναφέρεται υπαινικτικά, ο ανώφελος λόγος, μια ενύπαρκτη αδυναμία να φτάσεις τον άλλον. Τελικά οι σιωπές που τέμνουν τον λόγο έχουν δυνατότητα επικοινωνίας μεγαλύτερη απ’ οποιουδήποτε λόγου; Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα ανεπαρκές και ψεύτικο μέσο έκφρασης της επιθυμίας.

duras1Θεωρούμε συχνά ότι ο χρόνος της ζωής διακόπτεται από τα γεγονότα: στην πραγματικότητα αγνοούμε την εμβέλειά τους. Εκείνο που μας ξαναδίνει τη χαμένη σημασία τους είναι η μνήμη. Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοια βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασική έννοια, δεν με ενδιαφέρει: δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη: αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό: αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει. [σ. 70 – 71]

DurasΗ γραφή της Ντυράς αγνοεί και την γραμμικότητα ή την χρονική ακολουθία· εκμηδενίζει κάθε ενότητα πράξης και τοπίου ενώ ακολουθεί μια συνεχή συγχρονία, όπου σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί η συνάντηση με κάποιο άλλο που εκτυλίσσεται αλλού. Ο χρόνος της ιστορίας συμπίπτει με την άμεση αποκατάσταση ενός εσωτερικού χρόνου και με την απελευθερωμένη ροή μιας πράξης σύμφωνα με τις διάφορες χωροχρονικές συντεταγμένες.

5. Τα γεγονότα ως κύκλοι στο νερό …

Τα γεγονότα της ζωής μας δεν είναι ποτέ μοναδικά και δεν διαδέχονται το ένα το άλλο με μονοσήμαντο τρόπο, όπως θα θέλαμε. Πολλαπλά, ακατανίκητα, αναμεταδίδονται αενάως στη συνείδηση, πηγαινοέρχονται από το παρελθόν μας στο μέλλον, καθώς διαχέονται σαν τη ηχώ, σαν τους κύκλους στο νερό, και εναλλάσσονται κάθε φορά μεταξύ τους. [σ. 76]

Το προσωπικό της σpg056-01τοίχημα υπήρξε ακριβώς η αποκρυπτογράφηση αυτού «που υπάρχει ήδη μέσα μας σε αρχέγονη κατάσταση, δυσερμήνευτο για τους άλλους», στο χώρον που αποκαλεί «χώρο του πάθους». Κάπου εδώ θυμάται και την γνωστή παλιά προσταγή: είναι ανάγκη να στρωθείς στο γράψιμο χωρίς να ξέρεις ακόμα τι θα γράψεις – η ίδια η γραφή εκφράζει αυτήν την άγνοια, αυτήν την αναζήτηση του σκοτεινού χώρου όπου συσσωρεύεται το σύνολο των εμπειριών. Οι συγγραφείς, άλλωστε, δίνουν μορφή σε αυτό που οι άλλοι αισθάνονται με ασάφεια· ένας λόγος παραπάνω να τους κυνηγούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ιδού το έργο της λογοτεχνίας: να αναπαραστήσει το απαγορευμένο· να πει αυτά που δεν λέγονται κανονικά.

6 …και το κενό ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη

Ακριβώς σε αυτά τα ελλειπτιNEAUPHLE LE CHATEAU: HOUSE OF MARGUERITE DURASκά σχήματα είναι απαραίτητη μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο. Αυτό που δεν έπαψε να ενδιαφέρει την Ντυράς ήταν η μελέτη του ραγίσματος, των δυσαναπλήρωτων κενών που χωρίζουν τη λέξη από την πράξη, τα κατάλοιπα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται ή περιχαρακώνεται σε ιστορίες ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Το μάθημα, άλλωστε του Εραστή ήταν αρκετό: στην προσπάθειά της ονομάσει εκείνη την ιστορία βγάζοντάς την από το πρωταρχικό και ιερό σκοτάδι, η γλώσσα σκοτώνει κάθε πάθος, το οριοθετεί, το μειώνει. Σε μια γνωστή αποστροφή της, η συγγραφέας λέει ότι δεν είναι το σεξ αυτό που την ενδιαφέρει, αλλά εκείνο που βρίσκεται στη ρίζα του ερωτισμού, η επιθυμία· αυτό που δεν μπορούμε, ίσως και να μην πρέπει, να κατευνάσουμε με το σεξ. Σε άλλη της συνομιλία, όπως αναφέρεται στις υποσημειώσεις, είχε δηλώσει: Εκείνο που μετράει δεν είναι η ερωτική πράξη, είναι να έχεις επιθυμία. Το πόσοι άνθρωποι κάνουν έρωτα χωρίς επιθυμία, φτάνει πια.

4 - tumblr_mvhupk3w6y1qd0hmpo1_500Και τελικά, αυτή η ιέρεια της γραφής δεν παύει να υποστηρίζει ότι τα πράγματα που μας ανήκουν περισσότερο από όλα περνούν από εκεί ακριβώς: από τον προφορικό, άμεσο λόγο, να πιστεύει ότι εκείνο που αποφασίζει για μας δεν είναι η θέλησή μας αλλά η ακούσια μνήμη και να επιμένει ότι πρέπει τα βιβλία να απελευθερωθούν τα βιβλία από το κλουβί της γραφής, να γίνουν ζωντανά και ικανά να κυκλοφορήσουν, να κάνουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν. Κάπου εκεί εκφράζει την ωραία έκπληξη της έμπνευσης ενός συγκροτήματος από το Hiroshima mon amour. Φυσικά πρόκειται για τους περίφημους «νεοκυματικούς» τότε Ultravox, που πιστά αρχίσαμε να ακολουθούμε στις αρχές εκείνου του ηλεκτρονικού νέου ροκ, προτού αγαπήσουν κι αυτοί τα ανοιχτά στάδια. Πού να γνωρίζαμε κι εμείς τότε, ότι σχεδόν σαράντα χρόνια μετά θα συνεχίζαμε να απολαμβάναμε την γραφή της ηθικής αυτουργού αλλά και κάθε της λόγο σε αυτό το τόσο απολαυστικό διαλογικό βιβλίο. Somehow we drifted out so far, communicate like distant stars….

Εκδ. Ολκός, 2013, μτφ. Βάσω Μέντζου, σελ. 189, με 79 σημειώσεις του/της Ρενέ ντε Σεκαττί [Marguerite Duras, La passion suspendue. Entretiens avec Leopoldina Pallotta della Torre, 2013]

ΥΓ. Εμπνευσμένος από την Marguerite Duras και αφιερωμένος στο πρόσωπό της ήταν και ο δίσκος Hommage a Duras που κυκλοφόρησαν Οι αγαπημένοι μας Δίσκοι του Λυκόφωτος το 1987, με συμμετοχές των Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti Column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά.