Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 110. Άρης Μαραγκόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το Χαστουκόδεντρο είναι ένα μικρό, προσωπικό έπος, που προσδοκώ να διαβαστεί ως έπος μιας εποχής. (Ξέρω θα πείτε, «μεγάλη φιλοδοξία». Ναι, έχω. Η μικρή φιλοδοξία είναι μικρή.) Είναι η απόπειρα να καταλάβω/καταλάβουμε το γιατί και το πώς της νεοελληνικής μοίρας. Έπος-ντοκιμαντέρ, μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ, Σινεμά-μάτι / μυθιστόρημα-μάτι (για να θυμίσω τη δουλειά του σκηνοθέτη Τζίγκα Βερτόφ), μια κυβιστική οπτική της ελληνικής μας περίπτωσης: με άξονα τη ζωή ενός ζευγαριού κομμουνιστών που, όμως, υπήρξε η ζωή χιλιάδων ανθρώπων που δοκίμασαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια στους πιο αναξιοπρεπείς καιρούς, στις πιο αναξιοπρεπείς συνθήκες. Είναι, αν θέλετε, ένα μυθιστόρημα μύησης με πρωταγωνιστή την Ελλάδα του 20ού αιώνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα βιβλία μου μιλάνε πάντα για τα ίδια πράγματα. Αυτά που μου έκαναν εντύπωση από μικρό παιδί. Κυρίως από μικρό παιδί. Απλώς μιλάνε με διαφορετική φωνή το καθένα. Αυτό ψάχνω κάθε φορά: τη διαφορετική φωνή που θα μιλήσει για τα ίδια πράγματα. Τη διαφορετική φωνή την ακούω κάποια στιγμή μέσα μου. Ποτέ δεν εμπνεύστηκα από κάποιο βιβλίο. Εμπνέομαι από τις στενοχώριες και τις χαρές μου. Από τις ματαιώσεις, τις νίκες, τις ήττες μου. Υποθέτω το ίδιο κάνουν όλοι: από τον Τζόις έως τον τελευταίο γραφιά του 19ου αιώνα. Ω, η ζωή του καθενός μας είναι ολόκληρο roman fleuve, τι να λέμε τώρα! Το ζήτημα είναι να βρεις τη φωνή του, τη φωνή σου κάθε φορά που ξεκινάς κάτι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπορώ να δουλεύω ακόμα κι όταν γύρω μου γίνεται χαμός. Αντέχω ακόμα κι όταν με σταματάνε για να κάνω μια δουλειά, ή για να σηκώσω το τηλέφωνο… Άμα έχω μια ιδέα σφηνωμένη στο μυαλό μου δεν με εγκαταλείπει με τίποτε! Αλήθεια. Οπωσδήποτε προτιμώ την ησυχία. Δεν θέλω καθόλου να ακούω μουσική. Με αποσπά. Ο θόρυβος των ανθρώπων με αποσπά πολύ λιγότερο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολύ συχνά. Κάποτε δούλευα σε φροντιστήρια. Στο δεκάλεπτο διάλειμμα πήγαινα στο δωματιάκι που φτιάχναμε καφέ κι έγραφα. Στη δουλειά μου επίσης: πολύ συχνά γράφω ενώ γύρω μου καίγεται το σύμπαν και, υπόψη, είμαι πολύ συνεπής επαγγελματίας στη δουλειά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Από Έλληνες θα επέλεγα κάποιον από τους πρωτομοντέρνους π.χ. τον Βιζυηνό, τον Μητσάκη, τον Παπαδιαμάντη (με διάθεση να αποδομήσω εντελώς το θρησκευτικό του στοιχείο επιστρέφοντάς το στη βιβλική ιλύ όπου εξ ορισμού ανήκει…). Αλλά και ο Κοσμάς Πολίτης με ενδιαφέρει πολύ ως περίπτωση μοναχικού αγωνιστή… Η Ελισάβετ Μαρτινέγκου επίσης… Ο Νικόλας Κάλας, πάρα μα πάρα πολύ, αισθάνομαι καμιά φορά ότι του μοιάζω σε μερικά πράγματα…

Από ξένους θα ήθελα να γράψω (σε μια άλλη ζωή πια) για τον Λεονίντ Αντρέγιεφ και όλη εκείνη τη γενιά των ρώσων… Για τον Σέλεϊ επίσης και κυρίως για τη γυναίκα του Μαίρη, συγγραφέα του Φρανκεστάιν. Ω, είναι μεγάλος ο αριθμός για έναν άνθρωπο που βιογραφεί σε όλα του τα βιβλία, αρχής γενομένης με το Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου και πάει λέγοντας έως τη Μανία με την Άνοιξη και το Χαστουκόδεντρο.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής είναι συγγραφέας. Τελεία. Η κακή μετάφραση είναι έργο κακού συγγραφέα. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω: ο μεταφραστής μεταγράφει σε άλλο ιδίωμα, με άλλη έμπνευση, σε άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με άλλη υποδομή, σε άλλη κουλτούρα κ.λπ. ένα έργο. Κάνει δηλαδή εξαιρετικά πολλά και δύσκολα πράγματα. Μπορεί να καταστρέψει ένα έργο, μπορεί να αλλοιώσει ένα έργο, μπορεί να δώσει νέα πνοή σε ένα έργο. Όλα μπορεί να τα καταφέρει ο μεταφραστής, και τα καλά και τα άσχημα. Γι’ αυτό είπα, είναι συγγραφέας.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θεωρώ ότι η καλύτερή μου μετάφραση υπήρξε η Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς. Και με δυσκόλεψε και την απόλαυσα και κάτι (νομίζω) κατάφερα για τον Έλληνα αναγνώστη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εκτός από το Πλατεία Ουάσιγκτον συστήνω και το Μοντεράτο Καντάμπιλε της Μαργκερίτ Ντιράς. Ναι, ήταν κι αυτό μια πολύ καλή μετάφραση. Α! και τον Σαρραζίνο του Μπαλζάκ, κι αυτή δεν είναι κακή μετάφραση. Και τα τρία άλλωστε είναι, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, εξαιρετικά έργα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος θα χρηματοδοτούσε μια τετράχρονη-πεντάχρονη δουλειά για να μεταφράσω το Ulysses;

Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Τόπος. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου; Πότε ξεκίνησε, τι θυμάστε από τις πρώτες του μέρες, πότε αναλάβατε την διεύθυνσή του;

Είμαι ιδρυτικό στέλεχος του Τόπου. Είμασταν κάμποσοι άνθρωποι με όνειρα για το βιβλίο στον Τόπο. Το 2007. Τώρα έχουμε, οι περισσότεροι, πάντα την ίδια όρεξη και τα ίδια όνειρα. Αλλά η κρίση, ενώ βρισκόμασταν σε πλήρη ανάπτυξη, μας «χαστούκισε» άσκημα…

Διευθύνω μόνον το τμήμα λογοτεχνίας (και η λέξη «διευθύνω», ειδικά σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς σηκώνει πάρα πολύ νερό). Δεν έχω ιδέα και φυσικά δεν ασχολούμαι καθόλου με την οικονομική διαχείριση.

Σε ποιο βαθμό συμμετέχετε στην αισθητική εμφάνιση των εκδόσεων (εξώφυλλα κλπ.);

Συμμετέχω σε όλη τη διαδικασία όταν ένα βιβλίο με ενδιαφέρει. Το διαβάζω, το φροντίζω, το περιποιούμαι, με όλες τις έννοιες του όρου. Φυσικά και παίρνω μέρος στην αισθητική του εμφάνιση. Που δεν αφορά μόνο το εξωτερικό περίβλημα αλλά και το εσωτερικό (concept, στήσιμο, γραμματοσειρά, διάστιχο, ένθετες εικόνες και σχέδια κ.λπ.).

Για ποιους τίτλους είστε υπερήφανος; Ποιο βιβλίο σας απολαύσατε ως την τελευταία σελίδα; Ποιο θα προτιμούσατε να μην έχετε εκδώσει;

Είμαι πολύ περήφανος που εκδώσαμε (σε εξαιρετική φιλολογική επιμέλεια του Αριστοτέλη Σαΐνη) την Τριλογία του Βασιλικού. Περήφανος που «κλείσαμε» τα έργα του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Πoλύ περήφανος που έδωσα μορφή κατάλληλη στο χρονικό του Χρήστου Δανιήλ ώστε να ξαναδιαβαστεί η ποίηση της Μάτση Χατζηλαζάρου με το Ιούς Μανιούς ίσως και Aqua Marina. Ναι, από… περηφάνεια, για πολλά βιβλία μας, πάμε καλά.

Η ιστοσελίδα των εκδόσεων Τόπος παρουσιάζει όλες τις κριτικές θέσεις που αφορούν τα βιβλία αλλά και ειδικούς οδηγούς ανάγνωσης, ενώ το διαδικτυακό φανζίν ανοίγει θύρες σε διάφορα λογοτεχνικά ζητήματα. Ποια η θέση όλων αυτών στην αναγνωστική διαδικασία; Πώς αποφασίσατε την κατασκευή αυτών των περιεκτικών ιστοσελίδων;

Το Διαδίκτυο είναι εξαιρετικό εργαλείο για την προώθηση των βιβλίων. Το αγκαλιάσαμε από την πρώτη στιγμή. Δεν καθυστερήσαμε λεπτό. Αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που θέλουμε να κάνουμε ακόμα και δεν τα προχωράμε λόγω συνθηκών.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Ιστορία, Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Φωτογραφία, Ζωγραφική. Οι σπουδές μου επέτρεψαν στη γραφή μου να σταθεί πεισματικά, με άποψη, περισσότερο στην τέχνη του πράγματος, στην τέχνη του λόγου, παρά στον πεζό λόγο / περιεχόμενο / πλοκή του κάθε έργου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει όλες τις δουλειές που μπορεί να φανταστεί κανείς. Όλες, τις πιο απίθανες. Συνεχίζω παριστάνοντας τον εκδότη. Στην πραγματικότητα εργάζομαι ως επιμελητής, με την ακριβέστατη αγγλοσαξωνική έννοια του όρου, editor. Στην ανάγκη και ως διορθωτής. Στην ανάγκη και ως γραφίστας. Στην ανάγκη και ως φωτογράφος και επεξεργαστής illustrator, photoshop, κ.λπ. Με καταλαβαίνετε υποθέτω.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω έναν κλασικό συγγραφέα που δεν θα αποκαλύψω, διαβάζω πάντα τους κλασικούς, γράφω / σχεδιάζω, κάποια χρόνια κιόλας, ένα κόμικς.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω κουραστεί με τα εύκολα αναλώσιμα θεάματα όπως έχω κουραστεί και με τα εύπεπτα αναλώσιμα βιβλία. Έχω κουραστεί με τον αργό θάνατο του παγκοσμιοποιημένου σινεμά. Προσπαθώ να βλέπω μόνο ευρωπαϊκές παραγωγές. Η ταινία που μου αρέσει πάντα να αναφέρω είναι Η επέλαση των βαρβάρων, Les invasions barbares, του Ντενίς Αρκάν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπαινίσσεσθε υποθέτω τα social media, επειδή το διαδίκτυο δουλεύει, είτε μας αρέσει είτε όχι, όπως ας πούμε το ηλεκτρικό φως. Μια χαρά και τα social media. Εικόνα της κοινωνίας μας, με ό,τι σημαίνει αυτό. Δεν ζούμε σε ελεφάντινο πύργο. Μια χαρά, μου αρέσει. Συναντάς τόσον κόσμο που δεν θα συναντούσες ποτέ. Πληροφορείσαι απίθανα πράγματα που, ακόμα κι αν φαίνονται άχρηστα με την πρώτη ματιά, κάποτε αποδεικνύονται χρησιμότατα. Ένα απέραντο καφενείο. Ένας καταπληκτικός χώρος για flaneurs κ.λπ. Και για επαγγελματίες, όπως εγώ, χρησιμότατο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θέλω την αιώνια νιότη. Ο κόσμος υπάρχει για να γεννιέται, να μεγαλώνει, να γερνάει, να πεθαίνει. Είναι πάρα πολύ όμορφο πράγμα αυτό. Και δεν τρελαίνομαι με το δώρο της γραφής και της ανάγνωσης. Θα μπορούσα να ζήσω και σ’ ένα νησί των Αντιλών (ή έστω του Αιγαίου) ως ψαράς. Ή στο παράσπιτο των 30 τετραγωνικών μιας έπαυλης στην Ιταλία ως κηπουρός. Ω, θα ήμουν ευτυχής, μακάριος, ως πτωχός τω πνεύματι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερώτηση: «Σας αρέσει ο κόσμος που ζούμε;»

Απάντηση: «Όχι, καθόλου, με τίποτε. Η ζωή όμως είναι υπέροχη.»

Σημ.: Παλαιότερα διανυκτερεύσαντες στο Πανδοχείο, Οδυσσέας και Διαστροφείς.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 109. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Αστοχία υλικού” που γράφτηκε μέσα σε ένα καλοκαίρι με τους ζαλιστικούς ρυθμούς μιας δωδεκάωρης και δεκατετράωρης απορρόφησης. Έγραφα πολύ, κοιμόμουν λίγο, ξαναέγραφα. Θυμάμαι μια φορά που σηκώνοντας άγαρμπα το χέρι από το πληκτρολόγιο έριξα το ποτήρι στο πάτωμα και η πρώτη σκέψη που ήρθε στο μυαλό μου ήταν η ηλεκτρονική εντολή της “αναίρεσης”.

Το απόλαυσα, όμως. Το απόλαυσα από την αρχή μέχρι το τέλος, γιατί με έσκαβε, με μαύριζε και με πονούσε.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

– “Τρεις μνήμες και δύο ζωές”, Μεταίχμιο, 2005, διηγήματα: όψεις της προσφυγιάς με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του όρου.

Γράφτηκε με αφορμή την προφορική αφήγηση κάποιου φίλου για την αυτοκτονία ενός ηλικιωμένου, όταν πληροφορήθηκε την πτώση του τείχους, και ένα ιστορικό παράθεμα από το τότε βιβλίο ιστορίας της γ´ λυκείου για τον ανάπηρο του Μεσόβουνου, που όταν αποφάσισαν οι Γερμανοί να του χαρίσουν τη ζωή προτίμησε να μείνει στη γραμμή της εκτέλεσης μαζί με τους συγχωριανούς του.

– “Καλά μόνο να βρεις, Κέδρος”, 2006, νουβέλα: η ξενότητα, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, που εκδηλώνεται μέσα από σχέσεις εκμετάλλευσης και κατατείνει στην αλλοτρίωση.

Ξεκίνησα να γράφω για έναν Κούρδο λαθρομετανάστη, που πεθαίνει λόγω ασφυξίας ανάμεσα στα κρέατα ενός φορτηγού-ψυγείου λίγο έξω από την Ηγουμενίτσα, κι ύστερα από δύο μήνες διάβασα την ίδια ακριβώς είδηση στην Ελευθεροτυπία. Απρόσκλητοι προέκυψαν στη γραφή μια Ρωσίδα πόρνη, ο αστυνομικός προστάτης και ένας απορημένος νέος, για να ολοκληρώσουν την ανθρωπογεωγραφία της νεοελληνικής πραγματικότητας.

– “Το παραμύθι του ύπνου”, Μεταίχμιο 2008, μυθιστόρημα: οι μικρές και οι μεγάλες προδοσίες της καθημερινότητας στο βωμό της μεσοαστικής βολής ή, αλλιώς, πώς  μεταμορφώνεται η αλήθεια σε ψέμα, για να καταλήξει παραμύθι.

Θυμάμαι ότι έχτιζα το σπίτι μου τότε. Από εκεί η έμπνευση. Θέλω να πω, από τις δικές μου μικρές ή μεγάλες προδοσίες.

– “Αστοχία υλικού”, Μυθιστόρημα, 2010: η μετάλλαξη των ειδών και η αλλοτρίωση των ανθρώπων, όπως αποκαλύπτονται στις σχέσεις ενός συνηθισμένου μεσοαστικού ζευγαριού της πρωτεύουσας, για να διαλύσουν πρώτα τη σχέση τους κι ύστερα να κατασπαράξουν και τους ίδιους.

Οδηγούσα, όταν άκουσα στο ράδιο για το καθεστώς της απαγόρευσης των ερωτικών σχέσεων ανάμεσα στα στελέχη μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Στη συνέχεια προέκυψε η ιδέα για μια εταιρεία μεταλλαγμένων ειδών.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δανείζομαι την αρχή από το διήγημα που ολοκλήρωσα δυο μέρες πριν. Νομίζω ότι ταιριάζει γάντι:

«Ζω σε μιαν υπό κατοχή επικράτεια λέξεων και κάθε φορά, που προσπαθώ μ’ ένα γραφτό να βεβαιώσω τα πνευματικά μου δικαιώματα στην κυριότητα, στη νομή και τη χρήση τους διαβάζω ξανά και ξανά το ανέκδοτο χειρόγραφο του Πεσόα, που ως γνωστόν περιέφεραν οι ηττημένοι του εμφύλιου πολέμου στο ξύλινο Κιβώτιό τους, για να το αποθέσουν στην είσοδο ενός τεράστιου Πύργου με σκοτεινά γραφεία και δαιδαλώδεις διαδρόμους λίγο προτού εκτελεστούν, όπως μας ιστορεί η Αισθηματική Αγωγή, τα ξημερώματα της 18ης Ιουνίου του 1948 από τις δυνάμεις της παλινόρθωσης, και βρίσκω ξανά και ξανά τον εαυτό μου πίσω από τις σκιές των δικών μου ηρώων να αφουγκράζεται το αύλισμα του μικρού βοσκού, που κάθε απόγευμα παρασύρει εν αγνοία του αθώες παιδούλες στο μεγάλο μπλουμ, ενόσω οι γιαγιάδες τους εξομολογούνται τα ένοχα κρίματά τους στον Πατριάρχη Ιωακείμ, μια μέρα ακριβώς αφότου συλλειτούργησε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου μαζί με την εγκυμονούσα Πάπισσα Ιωάννα.

Έτσι, διατελώ αμήχανος και συγκεχυμένος, χτυπώντας πλήκτρα, ανασκολοπίζοντας λέξεις και σέρνοντας από τα μαλλιά περιόδους, με την εφηβική αφέλεια της ανακάλυψης μιας νέας ηπείρου και την αλαζονική προσδοκία μιας νέας κοσμογονίας να ξεθυμαίνουν από το πρώτο κιόλας μαρτυριάρικο γράμμα, που σε πείσμα των πιο πετυχημένων μεταφορών μου διακηρύσσει με την αξιοπιστία του αυτόπτη μάρτυρα ότι παραμένω αυτόκλητος προσκεκλημένος στο Κοινόβιο του Χάκκα, το τρίτο μέρος από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή, ο “καλά τους κάνανε” τουρίστας του Ιωάννου, ο αργόσυρτος λυγμός του Λειβαδίτη για τη δική του Μαρία, ένα ανολοκλήρωτο ημιστίχιο από τους σπασμούς της Γώγου, τα απειλητικά μάτια της κατσαρόλας του Ρίτσου, το πρώτο τεύχος του Ιδεοδρόμιου, μαζί βέβαια με όλη τη σειρά από τον “Μικρό Σερίφη” και έναν ξεσκισμένο “Ταρατατά” που είχα κάποτε βρει, σουλατσάροντας στο δάσος, πεταμένο  από τους φαντάρους της θερινής διαβίωσης».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τους ζω καθεμέρα γύρω μου, σπανίως μέσα μου. Δεν μ’ ακολουθούν, γιατί δεν μου χρωστάνε τίποτα. Εγώ τους οφείλω, γι’ αυτό και τους αναζητώ σε ανύποπτα λόγια και βλέμματα ή σπαράγματα προσωπικής και δάνειας μνήμης.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γίνεται ως εξής: ένα ανύποπτο ανάγνωσμα ή άκουσμα καλλιεργεί υπογείως μια απροσδιόριστη εμμονή που με βασανίζει για καιρό, ώσπου να μορφωθεί από μόνη της σε ιδέα και να παρουσιαστεί μπροστά μου σαν ολοκληρωμένο σχέδιο γραφής. Από εκεί και πέρα, εννοώ από την πρώτη λέξη μέχρι και την τελευταία, το βιβλίο γράφεται μόνο του, ενώ η δική μου συνδρομή περιορίζεται στο πάτημα των πλήκτρων.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φθινόπωρο και χειμώνας είναι, κατά κανόνα, η περίοδος της συγγραφικής κυοφορίας, άνοιξη και καλοκαίρι της γραφής. Αλλά πάντα, εννοώ και κατά τη γραφή και κατά την ανάγνωση, σε συνθήκες απόλυτης σιγής. Πού και πού μόνο, όταν δηλαδή με πιάνουν τα διαόλια μου ξεδίνω με Pattie Smith, Rory Gallagher, Nick Cave, Led Zeppelin ή Αγγελάκα, Μάλαμα και Active Member.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών ή της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τέλειωσα τη Φιλοσοφική Ιωαννίνων και εργάζομαι ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Μου ‘πε κάποτε ο Κώστας Βούλγαρης ότι για να υπάρξω ως λογοτέχνης πρέπει να αυτοκτονήσω ως φιλόλογος. Θυμάμαι ότι στην αρχή ενοχλήθηκα, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι νομίζω ότι είχε απόλυτο δίκιο.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω ολοκληρώσει μια συλλογή διηγημάτων, αλλά με την κατάσταση που επικρατεί στον εκδοτικό χώρο και ειδικά με την τύχη που επιφυλάσσεται στα διηγήματα, υποπτεύομαι ότι θα αργήσει η έκδοση. Στο μεταξύ, λέω να αρχίσω ένα μυθιστόρημα, γιατί έστω και ασυναίσθητα νιώθω ότι κάτι κυοφορείται εδώ και καιρό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Από την προσωπική μου εμπειρία (δικτυωμένος από χρόνια, παλιός μπλόκερ στο ixnilasies.blogspot.com, εσχάτως και στο  FB) κλίνω πλέον στην άποψη πως ό,τι πιστέψαμε σαν καταφύγιο ή εφαλτήριο της ελευθερίας (του λόγου, των ιδεών, των κινημάτων), εξελίσσεται σε έναν ακόμη μηχανισμό ελέγχου. Δεν αναφέρομαι μόνο στον καταιγισμό των ιδεών, ούτε στη στρέβλωση της επικοινωνίας ούτε στο υβρίδιο του πολίτη του πληκτρολογίου αλλά και στον τρομακτικό ηλεκτρονικό έλεγχο του ιδιωτικού βίου. Δεν παύω όμως να ελπίζω και να αγωνίζομαι διαδικτυακά. Η μόνη διαφορά είναι ότι γκρεμίστηκαν οι αρχικές ψευδαισθήσεις.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Για τη σχέση της λογοτεχνίας με την περιρρέουσα πραγματικότητα ή, αλλιώς, για τη θέση των λογοτεχνών μπροστά στα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα. Οπότε θα  ‘πρεπε να μιλήσω αφενός για τους μηχανισμούς της οικονομικής εξουσίας που επιχειρούν να μετατρέψουν τη λογοτεχνική γραφή σε εμπορικό προϊόν και αφετέρου για τα φαινόμενα του αυτισμού και της περιχαράκωσης της λογοτεχνικής γραφής πίσω από τα τείχη της τέχνης της. Αλλά αυτή είναι μια μακριά κουβέντα…

Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία.

Στις εικόνες:  Γιώργος Ιωάννου, Το δεύτερο τεύχος, Κατερίνα Γώγου, Fernando Pessoa, Δισέλιδο Ιδεοδρομίου.