Στο αίθριο του Πανδοχείου, 101. Ασημίνα Ξηρογιάννη

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα των  βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο Η προφητεία του ανέμου», κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Δωδώνη. (Πολύ πριν από αυτό είχα συμμετοχή σε δύο ανθολογίες για νέους ποιητές). «Η προφητεία του ανέμου» αποτελείται από δύο συλλογές: α. «Η σκέψη μου βυθίστηκε στα χέρια σου», που περιλαμβάνει ερωτικά ποιήματα και β. «Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού» που περιλαμβάνει ποιήματα με γενικό περιεχόμενο. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι η νουβέλα «Το σώμα του έγινε σκιά» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Ανατολικός. Είναι μια νουβέλα για την φθορά, τις εξαρτήσεις, τον χρόνο, τον έρωτα…βασισμένη σε αληθινή ιστορία. Με το τρίτο βιβλίο επιστρέφω στην ποίηση. Βασικά είναι μια αναμέτρηση με τις πληγές μου «Πληγές» ο τίτλος λοιπόν… από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2011. Και φέτος έχω μια συμμετοχή, σε συλλογικό έργο που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη και είναι αφιερωμένο στον Νικηφόρο Βρεττάκο, ο τίτλος είναι «Ανθολογία Ποίησης και πεζού λόγου (επιμέλεια Βάσω Παππά και Εύα Πετροπούλου Λιανού).

Γράφετε ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δυο; Πότε επιλέγετε το ένα αντί του άλλου;

Δεν επιλέγω. Με επιλέγουν! Αυτά επιλέγουν και τη στιγμή ….είναι όμορφη αυτή η ταλάντευση από  το ένα στο άλλο, σχεδόν μαγική…Δεν θα μπω στη διαδικασία να διαλέξω, δεν υπάρχει λόγος…..Υπάρχουν και οι θεατρικές μου γραφές άλλωστε…Ο χρόνος  θα δείξει ίσως…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οπουδήποτε μπορώ να παγιδεύσω ιδέες! Και στα πιο απίθανα μέρη! Ένα ερέθισμα μπορεί να καταγραφεί μέσα μου ή στο μπλοκάκι που πάντα κουβαλώ μαζί μου. Αυτό το ερέθισμα  με ταλαιπωρεί μέχρι να το αποτυπώσω στο χαρτί  με κάποιο τρόπο. Μετά αρχίζει η επεξεργασία όλου αυτού…που είναι συνήθως μια αργή και βασανιστική διαδικασία, που όμως παράλληλα μου χαρίζει μοναδική απόλαυση. Και να σημειώσω…είπα χαρτί γιατί γράφω με μολύβι πρώτα  οτιδήποτε(περισσότερο σβήνω θα έλεγα). Ο υπολογιστής έρχεται εφόσον  έχει ολοκληρωθεί το έργο. Και μάλιστα πολλές φορές βάζω άλλους να μου  δακτυλογραφούν τα κείμενα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

…Όχι, ο τρόπος δεν είναι συγκεκριμένος…Δοκιμάζω πράγματα. Όταν γράφω διαβάζω κιόλας. Διαβάζω γράφω, διαβάζω γράφω….πάνε πάντα μαζί…Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις…κείμενα άλλων που διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική μου γραφή….γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση…! Γενικά και ειδικά με  τρελαίνουν τα παιχνίδια ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ…η ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ κρυφή ή φανερή με άλλα κείμενα και λογοτέχνες…Λίγες φορές  ακούω μουσική όταν γράφω και διαβάζω, συνήθως προτιμώ τη σιωπή …και τις μικρές ώρες της νύχτας… Ωστόσο, λατρεύω τη μουσική και ακούω πάντα μέσα στην ημέρα… Κλασική, τζαζ, ελληνικό έντεχνο, τα πορτογαλλικά fados.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η Μάγια Μ. μου …είναι η ηρωίδα  ενός από τα δύο  βιβλία  ποίησης που μόλις τελείωσα…Η Μάγια Μ. είναι ίσως ο ποιητικός μου εαυτός …αυτός πάντα με ακολουθεί. Βασικά υπάρχει μέσα μου, κυλάει στις φλέβες μου…είναι αξεδιάλυτα δεμένος με την ύπαρξή μου και τη βαθύτερη ουσία μου…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά! Άλλωστε είμαι και γω από τους συγγραφείς που κουβαλάνε πάντα μαζί τους μπλοκάκι  για σημειώσεις, όπως είπα και προηγουμένως! Η έμπνευση μπορεί να σε βρει παντού. Ακόμα και σε μέρη που ποτέ δεν φαντάζεσαι μπορεί να πέσεις μοιραία πάνω στην αφορμή, στην αρχική ιδέα, στο ερέθισμα…τα οποία θα επεξεργαστείς αργότερα. Οπότε έχει τύχει να σημειώσω ή να γράψω μέσα σε λεωφορεία ,σε τραίνα, σε αυτοκίνητα, σε πλοία, σε καφετέριες….στην παραλία, οπουδήποτε…Και θεωρώ φυσικό να συμβαίνει αυτό.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ενδεικτικά  μόνο αναφέρω… Μπέκετ, Ιψεν, Σαίξπηρ, Καζαντζάκης, Εliot, Βιζυηνός, Καραγάτσης, Παπαδιαμάντης, Τσίρκας, Πρέσσφιλντ, Ελύτης, Σεφέρης, Καβάφης, Καρυωτάκης, Πίντερ, Κάρβερ, Κουτσί, Κούντερα, Κάφκα, Τσέχωφ, Μανσούρ, Χατζηλαζάρου, Κάμμινγκς, Ντ.Χ.Λώρενς, Τέννεση Ουίλλιαμς, Χοσέ Κάρλος Σομόθα, Αξελός.

 Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Η Βραδύτητα», Κούντερα, «Τα ελεγεία της οξώπετρας», «Μαρία Νεφέλη» Ελύτης, «Περιμένοντας τον Γκοντό», Μπέκετ, «Τhe remainds of the day», Kazuo Ishiguro (novel), Ruth Prawer Jhabvala  (screenplay) «O Πόλεμος της Τέχνης», Πρέσσφιλντ «Κυμβελίνος», Σαίξπηρ, «Δεσποινίς Τζούλια», Στρίντμπεργκ, «Η Φόνισσα», Παπαδιαμάντης, «Ο μικρός πρίγκηπας», Εξυπερί, «Θείος Βάνιας», Τσέχωφ, «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», Πιραντέλλο, «Ποιήματα», Λειβαδίτης, «Διακοπές στην πραγματικότητα», Βλαβιανός, «Ποιήματα», Χριστιανόπουλος, τα παραμύθια, τα αστυνομικά του Μαρή και της Αγκάθα Κρίστι και πολλά άλλα και όχι απαραίτητα με αυτήν τη σειρά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Είναι τα χριστουγεννιάτικα, τα πασχαλινά και τα παιδικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη και τα ψυχογραφήματα του Βυζηινού… Πάντα με αγγίζουν  κι ας μοιάζουν να έρχονται από εποχή μακρινή σε μας. Ακόμα αγαπώ τα διηγήματα του Τσέχωφ και του Κάρβερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν θα αναφερθώ συγκεκριμένα, όμως θα πω ότι υπάρχουν πολλοί νέοι ταλαντούχοι λογοτέχνες. Που έχουν όμορφες ιδέες, υπόσχονται πολλά και μάλιστα, ακολουθώντας τις επιταγές της εποχής, προβάλουν τη δουλειά τους  μέσω των social media επειδή την πιστεύουν. Παρακολουθώ  πάντα την λογοτεχνική κίνηση και ενημερώνομαι σχετικά με  εκδόσεις νέων δημιουργών.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αμλετ και η Μαντάμ Μποβαρύ! Και οι δύο ζηλευτοί!

Πώς βιοπορίζεστε;

Εδώ και δέκα περίπου χρόνια διδάσκω το μάθημα της Θεατρικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Έχω ανεβάσει κάμποσες παραστασούλες με τους μικρούς μου ηθοποιούς, τους μαθητές μου. Παράλληλα παραδίδω μαθήματα γλώσσας, λογοτεχνίας, καθώς και ιστορίας και θεωρίας του Θεάτρου και εργάζομαι ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού συνεργαζόμενη με ιδιωτικούς φορείς.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας;

Έχω σπουδάσει κλασική φιλολογία και στη συνέχεια θεατρολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επίσης έχω τελειώσει τη δραματική σχολή «Θέατρο – Εργαστήριο» (Εμπρός). Σαφώς και είμαι επηρεασμένη από τις σπουδές μου. Έχω ξαναπεί πόσο πολύ συνέβαλαν οι φιλολογικές μου σπουδές στο να μελετήσω λογοτεχνία, να διαβάσω κυρίως έλληνες  ποιητές και πεζογράφους. Συνάντησα δασκάλους (ένας από αυτούς ήταν και ο Δημήτρης Λιαντίνης) που με μύησαν  στο χώρο της λογοτεχνίας. Την ίδια εποχή που μπήκα στο Πανεπιστήμιο πειραματιζόμουν με διάφορα είδη γραφής, προσπαθούσα να αρθρώσω την δική μου φωνή και βίωνα  όλη την αγωνία σε σχέση με αυτό. Όχι πως η αγωνία της γραφής σταματά ποτέ βέβαια.

Αργότερα ήρθε το θέατρο…θεωρία και πράξη. Έχω αδυναμία στους διαλόγους…αυτό είναι εμφανές και στα διηγήματά μου. Κάποια ποιήματά μου από την «Προφητεία του Ανέμου» έχουν ως θέμα το θέατρο, και πιο ειδικά, τη μάσκα. Η νουβέλα μου «Το Σώμα Του Έγινε Σκιά» στην ουσία είναι δύο μεγάλοι παράλληλοι μονόλογοι ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα που αφηγούνται την ίδια ιστορία  ο καθένας από τη δική του σκοπιά. Δεν λείπουν όμως και κάποιες διαλογικές σκηνές που φωτίζουν τους χαρακτήρες των ηρώων μου. Θα μπορούσε το βιβλίο αυτό να διασκευαστεί θεατρικά και πρώτη φορά λέω σε συνέντευξη ότι  ναι, η θεατρική του μεταφορά είναι μελλοντικός μου στόχος…Ο ήρωας της νουβέλας μου είναι χορευτής και εδώ έρχεται και μια δεύτερη εξομολόγηση.

Πέρα από τις παραπάνω σπουδές και παράλληλα με αυτές ,έχω ασχοληθεί με το χορό για πάνω από 15 χρόνια. Από μικρή ηλικία και μέχρι τα 28 μου χρόνια έκανα κλασικό μπαλέτο και σύγχρονο χορό, είχα συμμετοχή σε παραστάσεις χορευτικές και χοροθεατρικές …είναι γνωστό σε όσους  με γνωρίζουν καλά. Οπότε δεν είναι  καθόλου τυχαία ούτε η επιλογή του θέματος της νουβέλας, ούτε το γεγονός ότι  ο ήρωάς μου, ο Άγγελος, είναι χορευτής…έχει πολλά στοιχεία δικά μου .Τέλος,…η θεατρική γραφή είναι μέσα στο πεδίο μου αναπόφευκτα. Ο Ποιητικός μου Μονόλογος «Χωριστά» έχει λάβει έπαινο από τον Ιωνικό Σύνδεσμο στα πλαίσια λογοτεχνικού διαγωνισμού. Αλλά και για τις  ανάγκες των παραστάσεων  που ανεβάζω στο σχολείο… πολλές φορές χρειάζεται να κάνω θεατρικές διασκευές ή να γράψω κάποιο έργο ή έστω κάποιο σκετς….

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παρακολουθώ τις δραστηριότητες αρκετών λογοτεχνικών περιοδικών… Όταν ήμουν φοιτήτρια θυμάμαι διάβαζα την «Λέξη». Όμορφες προσπάθειες γενικά  στον τομέα αυτό… το «Δέντρο» μου αρέσει πολύ, το «Κουκούτσι», το «Εντευκτήριο», η «Σοδειά», ο νεοϊδρυθείς «Σίσυφος» και άλλα. Όμως δυστυχώς διάβαζα ένα άρθρο στο Βήμα τις προάλλες που λέει ότι πολλά από αυτά τα περιοδικά που μας κρατούσαν συντροφιά τόσα χρόνια κινδυνεύουν να κλείσουν, βασικά παλεύουν να μείνουν όρθια   …Μήπως είναι το τέλος εποχής και η αρχή μιας άλλης; Nα, δείτε εδώ. Επειδή ρωτάτε για το αγαπημένο μου όμως… θα αναφερθώ στην «Ποιητική»! Καλοστημένο, με πλούσια ύλη, πάντα με ξαφνιάζει ευχάριστα, βρίσκω  θέματα σχετικά με την τέχνη της Ποίησης  που με ενδιαφέρουν και με συγκινούν  ιδιαίτερα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα επέλεγα ένα θεατρικό πρόσωπο…τον  θεατρικό συγγραφέα Χάρολντ Πίντερ!!!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ πάντα κινηματογράφο, ελληνικό και ξένο. Τον αγαπώ εξίσου με το θέατρο. Όταν σπούδαζα στην Θεατρολογία Αθήνας είχαμε  μάθημα  υποχρεωτικό κινηματογράφου σε αρκετά εξάμηνα το οποίο απολάμβανα αφάνταστα. Ο δύσκολος αλλά ποιητικός κινηματογράφος του Αγγελόπουλου εμένα  με κέρδισε. Ο Αγγελόπουλος μόνος  του είναι σχολή και ρεύμα μαζί. Λατρεύω τον Παντελή Βούλγαρη, έχω δει  σχεδόν όλες του τις ταινίες. Τον θεωρώ πολύ σημαντικό. Παρακολουθώ στενά τον νέο ελληνικό κινηματογράφο όλα τα χρόνια. Αλλά ξεχωρίζω και κάποιους ξένους σκηνοθέτες. Τον Λαρς Φον Τριαρ και τον Γούντι Άλλεν ας πούμε. Αγαπημένες μου ταινιες…(έχω δει την καθεμία από αυτές πάνω από 10 φορές): Φρίντα, Great expectations, οι Ωρες !!! Εξαιρετικές!!! Το Θέατρο είναι  αναπόφευκτα μέσα στη ζωή μου… Επειδή  θεατρο-παιχνιδίζω και διδάσκω θέατρο σε παιδιά και εφήβους παρακολουθώ πολύ παιδικό και εφηβικό θέατρο, καθώς και χοροθέατρο…Από σκηνοθέτες θεάτρου, παρακολουθώ από κοντά  τη δουλειά του Λευτέρη Βογιατζή και του Θωμά Μοσχόπουλου που ήταν και δάσκαλός μου στο μάθημα της σκηνοθεσίας θεάτρου στο «Θέατρο – Εργαστήριο». Εξακολουθώ να μελετώ  θεατρικά  έργα  και αρθρογραφώ  στην εφημερίδα του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

… μόλις χθες τελείωσα  τον «Κρυφό Κήπο» του Νάιτζελ Μακ Κρέρι.

Τι γράφετε τώρα;

Πριν κάποιο διάστημα  ολοκλήρωσα δυο έργα…Την ποιητική συλλογή «Εποχή μου είναι η ποίηση» (ένα διάλογο ανάμεσα στην εποχή και την τέχνη της ποίησης) και το ποιητικό βιβλίο «Η μυστική ζωή της Μάγιας Μ.». Έχουν γίνει αρκετές προδημοσιεύσεις σε ηλεκτρονικά περιοδικά και  blogs….Τώρα  δουλεύω  αφενός μεν πάνω στην συνέχεια της Μάγιας Μ. (γιατί θα υπάρχει και συνέχεια) και αφετέρου πάνω σε μια νέα  ανεξάρτητη συλλογή …

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

To varelaki, σελίδες Τέχνης και Πολιτισμού, μπήκε σε λειτουργία  το 2009 και μέχρι σήμερα αποτελεί μια σταθερή παρουσία μέσα την μπλογκόσφαιρα. Ίσως να είναι το μοναδικό μπλογκ που δεν δημοσιεύει φωτογραφίες. Είναι κατ’ επιλογήν  Kαθαρός Λόγος. Βέβαια οι πειρασμοί είναι πολλοί, γιατί, κακά τα ψέματα, ζούμε στην εποχή της εικόνας και η εικόνα έχει τεράστια δύναμη…Το varelaki επιμένει σε αυτή την γραμμή πριμοδοτώντας τη φαντασία του αναγνώστη  και…όσο αντέξει. Το μπλογκ περιλαμβάνει δημοσιεύσεις που αφορούν στην ποίηση, στο θέατρο ,αλλά και στην λογοτεχνία γενικότερα. Ακόμα, δημοσιεύσεις που μπορεί να αφορούν και άλλες μορφές τέχνης. Εμφανώς έχει αδυναμία στην Ποίηση, αλλά αυτό δεν αποτελεί αιτία μομφής. Επιπλέον, περιλαμβάνει κείμενα δικά μου, αλλά και άλλων συντακτών τους οποίους φιλοξενεί κατά καιρούς. Περιλαμβάνει παρουσιάσεις βιβλίων, κριτικές, καθώς και τη στήλη «Τhe art-maniac».

Αυτή η στήλη περιέχει μια σειρά από συνεντεύξεις που έχω πάρει  από διάφορους ποιητές, πεζογράφους, ανθρώπους του θεάτρου, ηθοποιούς, και άλλους. Καταθέτουν τις σκέψεις τους και τη δουλειά τους…Η συνέντευξη που πήρα πρόσφατα ήταν από τον  ποιητή και μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα. Μέσα στο varelaki υπάρχει και η δική μου προσωπική γωνιά. Είναι συγκεντρωμένα όλα τα στοιχεία  αναφορικά με το έργο μου: ποιήματά μου, πεζά μου, θεατρικά μου, προδημοσιεύσεις από τα βιβλία μου, κριτικές για το έργο μου, κριτικές δικές μου για το έργο άλλων, λινκς που αφορούν δημοσιεύσεις της δουλειά μου σε άλλα blogs ή ηλεκτρονικά περιοδικά, κείμενά μου για την ποίηση και γενικά, συνεντεύξεις μου. Για περισσότερα, εσείς και οι αναγνώστες σας, δείτε εδώ. Το varelaki δέχεται κείμενα, βιβλία και συνεργασίες. Πολλοί νέοι και παλαιότεροι λογοτέχνες έχουν διαβεί το κατώφλι του και έχουν καταθέσει τη δουλειά τους.

To ιστολογείν είναι, πιστεύω, ένα υπέροχο ταξίδι στην γνώση  και στον πολιτισμό, όπως και το διαδικτυώνεσθαι. Δεν είμαι  από αυτούς που βλέπουν παντού τέρατα. Ο τρόπος χρήσης του διαδικτύου, αλλά και των social media είναι το κλειδί για όλα. Ακόμα και το facebook που όλοι το κατηγορούν, αλλά όλοι είναι μέσα, μου  έχει προσφέρει πολλά θετικά, περισσότερα από αρνητικά  Είχα τη ευκαιρία να γνωριστώ με αξιόλογους ανθρώπους και με ομότεχνους, να ανταλλάξουμε απόψεις, να γνωρίσει  ο ένας την δουλειά του άλλου και να προχωρήσουμε σε συνεργασίες και σε φιλίες ακόμα. Έχω τοποθετηθεί ανοιχτά πάνω στο θέμα του φατσοβιβλίου και της επίδρασής του πάνω μας και της λειτουργίας του. Έχω υποστηρίξει στο protagon πως η ποίηση ανθίζει μέσα στο διαδίκτυο. Δείτε εδώ και σε παραπλήσιο κείμενο στο varelaki εδώ.

Να σημειώσω τέλος ότι δεν θεωρώ ότι η στενή σχέση με το διαδίκτυο απειλεί τη σχέση μας με το βιβλίο .Είναι δυο πράγματα που δεν συγκρίνονται. Και είναι άδικο να γίνεται σύγκριση εντέλει. Όσοι λατρεύουμε  το βιβλίο ξέρουμε να διαχωρίζουμε τα πράγματα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Ναι, διαβάζω και παρουσιάσεις και κριτικές για διάφορα βιβλία (και για τα δικά μου φυσικά) …Και έντυπες και ηλεκτρονικές όσο μπορώ! Με την παρουσίαση αισθάνομαι πάντα πιο άνετα. Η κριτική όμως είναι πράγμα εξαιρετικά δύσκολο και οφείλει κανείς να έχει βαθιά γνώση των  πραγμάτων  και να είναι πολύ προσεκτικός και ακριβής στις παρατηρήσεις του, ώστε να μην δημιουργούνται παρανοήσεις, παρεξηγήσεις και άλλα παρόμοια… Η  άσκηση κριτικής είναι κι αυτή μια μορφή έκθεσης στον κόσμο. Και οι κριτικοί δέχονται  κι οι ίδιοι κριτική  μοιραία!

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν θα απαντήσω ακριβώς…δεν τυχαίνει να έχω κάτι ιδιαίτερο να θυμηθώ… Όμως…θα σας πω μια πολύ σύντομη ιστορία, που αποτελεί το πρώτο υλικό για ένα διήγημα που ετοιμάζω… Λοιπόν…. Ένας άντρας είναι μέσα τον ηλεκτρικό. Είναι βραδάκι Αυγούστου και  υπάρχει λίγος κόσμος μέσα στο  βαγόνι. Άλλωστε και η πόλη είναι άδεια τέτοια εποχή. Για να περάσει η ώρα διαβάζει ένα λογοτεχνικό βιβλίο που έχει σασπένς. Η  κεντρική ηρωίδα του  περνάει ερωτική απογοήτευση και ετοιμάζεται να  αυτοκτονήσει, πιο συγκεκριμένα…να πέσει στις ράγες του τρένου … Είναι απορροφημένος στο διάβασμα  του βιβλίου, αλλά παρόλα αυτά ακούει την ανακοίνωση από τα μεγάφωνα ότι ο ηλεκτρικός σταματάει την πορεία του. Κάτι είχε συμβεί. Μετά από δευτερόλεπτα  άκουσε έναν κύριο να λέει εκνευρισμένος: Ποιος ξέρει πόση ώρα θα περιμένουμε πάλι; Ο άντρας διαποτισμένος από μια παράξενη αναστάτωση, άρχισε να συνομιλεί με τους λίγους συνεπιβάτες…Την άλλη μέρα έμαθε από τις εφημερίδες τί είχε γίνει .Μια κοπέλα έπεσε στις ράγες και αυτοκτόνησε. Ελένη Ζαφειρίου ήταν το όνομά της. Ήταν σίγουρος ότι κάπου είχε ακούσει αυτό το όνομα. Μα ναι, ήταν το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου. Η κοπέλα για την οποία  διάβαζε χθες ότι ετοιμαζόταν να αυτοκτονήσει….Σε ποιό κεφάλαιο ήταν να δεις;; Τί να συνέβη παρακάτω; Έψαξε το βιβλίο…μέσα στην τσάντα του….δεν το βρήκε…έψαξε στον καναπέ…με το βλέμμα πάνω στο τραπέζι…πουθενά…Το βιβλίο είχε εξαφανιστεί…Κάπως έτσι….

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ξέρετε…θίγετε τώρα ευαίσθητες χορδές μου…Είχα πάντα θέμα με τα γηρατειά, την αλλοίωση των μορφών…Δεν φοβόμουν τον θάνατο, αλλά έτρεμα τα γηρατειά. (Ένα από τα κοινά μου σημεία με τον ήρωα της νουβέλας μου, τον Άγγελο.)Έτρεμα στην κυριολεξία, λοιπόν. Το δούλεψα πολύ μέσα μου όλο αυτό με τα χρόνια…έχω συμφιλιωθεί αρκετά με την ιδέα… Ίσως τελικά και η αιώνια νιότη να είναι αφόρητα βαρετή…δεν θα το μάθουμε ποτέ όμως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

(Κάνοντας χιούμορ)…Η αλήθεια είναι ότι όλοι με ρωτούν από πού προέκυψε το όνομα του Ιστολογίου μου, Varelaki. Εσείς όμως  δεν με ρωτήσατε. Αλλά και να με ρωτούσατε, θα είχα τη χαρά να μην απαντήσω για άλλη μια φορά….οπότε….

Στις εικόνες: H. Ιbsen, J. Mansour, H. Pinter, F. Kafka, Μ. Χατζηλαζάρου, e.e. cummings, D.H. Lawrence, T.S. Eliot, J.C. Somoza, Great Expectations, The Hours.

Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου

Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια

«Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ, σ. 44)

Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί;  Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Μια ολόκληρη σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων οδηγούν στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες που μεταγράφονται εδώ από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει από το 2006 ο Α.Χ. είτε μόνος του είτε με την Μικέλα Χαρτουλάρη.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύειπως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία». Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.

Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας». Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Ο Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 589.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (Φθινόπωρο 2012).

Στις εικόνες: John Banville, Antonio Tabucchi, Paul Auster, Javier Cercas, Harry Mulisch, José Saramagu, Hans Markus Enzersberger, Martin Walser, Niccolò Amaniti, Amos Oz.