Στο αίθριο του Πανδοχείου, 98. Σέργιος Γκάκας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Χούλιο Κορτάσαρ, Ντον ΝτεΛίλλο, Τζον Μ. Κουτσί, Χρήστος Βακαλόπουλος, Ιωάννα Καρυστιάνη.

(Θα ήθελα να σημειώσω ότι οι απαντήσεις μου, που έχουν να κάνουν με πρόσωπα και έργα, δίνονται τον Ιούνιο του 2012. Αν με ρωτούσατε πριν ή μετά από ένα μήνα ίσως ήταν διαφορετικές.)

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Σ. Τσίρκα, οι ποιητικές συλλογές του Γιάννη Βαρβέρη και του Γιώργου Μαρκόπουλου, Η μαγεμένη ψυχή του Ρ. Ρολλάν, Το κουτσό του Χ. Κορτάσαρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Μ. Λόουρι, Η σούμα του Δ. Σαββοπουλου, Το τελευταίο φιλί του Τζέημς Κράμλεϋ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τζακ και Κινέτα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Εκεί, πού όμως, πώς; και Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη του Χούλιο Κορτάσαρ,  Νυχτερινό σχολείο του Ρέιμοντ Κάρβερ, όλες οι Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο και οι Τεχνητές αναπνοές του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης και τα νεότερα σε ηλικία μέλη της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας, δηλαδή ο Νεοκλής Γαλανόπουλος, ο Βασίλης Δανέλλης, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης και ο Κώστας Μουζουράκης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι ευτυχώς. Έχω φίλες και φίλους που οι ζωές τους είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φίλιπ Μάρλοου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε σπίτια φίλων που με φιλοξενούσαν και σε δωμάτια ξενοδοχείων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν νομίζω ότι έχω παγιδεύσει μια ιδέα που γεννήθηκε από ένα πρόσωπο, μια φράση ή ένα περιστατικό, κάθομαι στο γραφείο μου, ανάβω τη λάμπα, βεβαιώνομαι ότι η πένα μου έχει μελάνι, το πακέτο τσιγάρα, η κούπα μου καφέ, τσάι ή ό,τι απαιτεί η στιγμή και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι εξακολουθώ να είμαι συγγραφέας.

Συνήθως δεν ακούω μουσική όταν γράφω.

Οι μουσικές μου προτιμήσεις αλλάζουν ανάλογα με τη στιγμή και τους ανθρώπους που είναι κοντά μου. Οι αγάπες μου αυτόν τον Ιούνιο είναι η Φλέρυ Νταντωνάκη, ο Ζακ Μπρελ και η Νουόβα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε. Και τα βράδια στην αυλή του φίλου Νικήτα, ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας, είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Κάσκο: Η Κατερίνα στη Θεσσαλονίκη, η ίδια η Θεσσαλονίκη, το αλκοόλ, η ομίχλη, το τσίρκο, η αγάπη μου για τον Τσάντλερ.

Στάχτες: Είναι καλοκαίρι και συμμετέχω σ’ ένα θίασο που περιοδεύει στην Ελλάδα. Μια ηθοποιός μου εξομολογείται σ’ ένα μπαρ μιας πόλης της Μακεδονίας ότι θα ήθελε κάποτε να έχει σωματοφύλακα στις περιοδείες της. Έτσι ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα σε μικρά δωμάτια ξενοδοχείων.

Συμμετέχετε με κείμενά σας σε πολλές ανθολογίες και συλλογές ιστοριών αστυνομικής λογοτεχνίας. Από πότε εμπλέκεστε με το είδος, τι χαρές σας προσφέρει, πού υπερισχύει από άλλες επιλογές;

Οι πρώτες μου συμμετοχές σε συλλογές διηγημάτων (Η τέχνη του γράφειν, εκδ. Καστανιώτη και Πέντε ζωγράφοι ζητούν συγγραφέα, εκδ. Πατάκη) ήταν μια προσπάθεια μίμησης του τρόπου του Κορτάσαρ. Αυτές είναι οι μικρές ιστορίες μου που αγαπώ πιο πολύ. Μετά έγραψα διηγήματα με ‘αστυνομική’ φόρμα. Μερικά καλά και μερικά μέτρια. Πάντως, θα ήθελα να βρω τον χρόνο και το μέσα μου κίνητρο να γράψω κι άλλες μικρές ιστορίες. Είναι χρήσιμες ανάσες, σαν επιστολές σε αγαπημένα πρόσωπα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη σκηνοθεσία θεατρικών παραστάσεων και τα δικαιώματα των βιβλίων μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι γονείς μου, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι στα χρόνια του εξήντα και του εβδομήντα, ξόδευαν απ’ το υστέρημά τους για να αγοράζουν βιβλία. Είχαν όλα τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης, η οποία έγινε η πρώτη μου αγάπη. Από τότε διαβάζω σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά. Δεν γίνεται όμως να μην νοσταλγώ τον Χάρτη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τον μακαρίτη φίλο μου Μάκη Στάθη, ιατρό και ποιητή. Ή την Ιωάννα Καρυστιάνη. Ή τον παλαιό ποδοσφαιριστή Βασίλη Μποτίνο.

Θα μας ξεναγήσετε στους βασικούς σταθμούς της ενασχόλησής σας με τη σκηνοθεσία;

Το 1973, στο σχολείο, μπλέχτηκα με τη σκηνοθεσία της Αποικίας των τιμωρημένων του Καμπανέλλη. Ήμουν 16 χρονών. Από το 1978 ως το 1983 ήμουν μέλος του θιάσου Άστεγοι στο Χαλάνδρι. Ήταν η πιο δημιουργική περίοδος της ζωής μου. Από τότε μέχρι σήμερα, υπήρχαν καλές και κακές στιγμές. Πέρσι ένοιωσα πάλι νέος δουλεύοντας με τον θίασο των Ex animo.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Γοητεύομαι κυρίως από ηθοποιούς αλλά ο κατάλογος είναι τεράστιος και ανανεώνεται συνέχεια. Τελευταία, χάρηκα που γνώρισα τον Ρ. Καστελούτσι και το έργο του. Απόλαυσα την ταινία του Καουρισμάκι Το λιμάνι της Χάβρης και την τηλεοπτική σειρά The wire.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μαθητής έγραφα στίχους που τώρα βρίσκονται (αν δεν τους έχουν πετάξει) στα συρτάρια ώριμων πια κοριτσιών. Έχω σκαρώσει και στιχάκια για τις ανάγκες των θεατρικών έργων για παιδιά που έχω γράψει.

Αγαπώ και θαυμάζω τους ποιητές αλλά δυστυχώς δεν ανήκω στη μαγική τους παρέα. Μάλλον είναι θέμα ταλέντου και αυταπάρνησης.   

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη συλλογή της Ε.Λ.Σ.Α.Λ. Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα, τη Γραμματική της Μαρίας Τσολακούδηκαι τη βιογραφία του Μπέκετ που έγραψε το 1978 η Deirdre Bair. Αυτά υπό το φως της ημέρας. Αυτές τις ζεστές νύχτες με παρηγορεί το μυθιστόρημα Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, τα Πορφυρά γέλια του Μισέλ Φάις και το δοκίμιο για το φλίππερ Τιλτ ! του Κώστα Καλφόπουλου.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον Συμεών Πιερτζοβάνη που προσπαθεί να προστατεύσει ένα κυνηγημένο παιδί από το Μπανγκλαντές.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι πολύ ικανοποιημένος που τα καταφέρνω με τα βασικά και που βρίσκω τις πληροφορίες που χρειάζομαι. Και που βλέπω ποδοσφαιρικούς αγώνες από πειρατικά σάιτ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Τις διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διάβασα το βιβλίο του Τσέζαρε Παβέζε Ο θάνατος θα έρθει και θα ‘χει τα μάτια σου στο τραίνο Θεσσαλονίκη – Αθήνα. Μου το είχε χαρίσει μια φίλη που δεν ζει πια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Χωρίς δεύτερη σκέψη.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θα ήθελα να με ρωτούσατε ποια ομάδα υποστηρίζω και γιατί. Κι αυτό διότι στα βιβλία μου, εμμέσως πλην σαφώς, δηλώνω την προτίμησή μου στον Πανιώνιο. Η αιτία είναι πως από μικρός διέκρινα την ανάγκη να συμπαρίσταμαι σε μια ομάδα που, όπως γράφει σ’ ένα του ποίημα ο Κώστας Καναβούρης, με «διδάσκει την υψηλή τέχνη της ήττας».

Στις εικόνες: Julio Cortazar, Βασίλης Μποτίνος,  Malcolm Lowry, Αθλητική Ηχώ της επομένης του Τελικού Κυπέλλου Ελλάδος του 1979.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 97. Μιχάλης Μακρόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις αράδες, η θύρα του τελευταίου μου βιβλίου είναι η πόρτα του τυπογραφείου. Δυο νουβέλες με τίτλο Σπουργίτω, Γράχαμ (δύο νουβέλες). Ο εκδότης είναι μικρός αλλά ποιοτικός, ο Γιάννης Πικραμένος στην Πάτρα. Στη Σπουργίτω (που πολύ αόριστα φέρνει ίσως στο νου την ιστορία της Πρόκνης-Αηδόνας), μια ξένη με κομμένη γλώσσα μπαίνει σ’ ένα χωριό στο Πωγώνι της Ηπείρου και γίνεται το βουβό κέντρο του, που γύρω του η ασφυχτική κοινωνία του χωριού σκιρτά. Στη δεύτερη νουβέλα, με τίτλο Γράχαμ, υπάρχουν όπως και στη Σπουργίτω κάποιες σκέψεις μου σχετικά με τη φύση του Καλού, σχετικά με την αναγκαιότητά του και με το κατορθωτό του. Εδώ ο ήρωας είναι ένας αλκοολικός ζωγράφος σ’ ένα νησί, ένας άνθρωπος που με την ωμή ειλικρίνειά του και τη βαθιά ανθρωπιά του θυμίζει διά Χριστόν σαλό. Θυμάμαι επίσης πως όταν έγραφα τη Σπουργίτω διάβαζα την Thése Desqueyroux, και τα τέσσερα βιβλία της σειράς. Ίσως κάτι από τη ματιά του Mauriac, από την ψυχολογική πυκνότητα της Τερέζας του, να ταξίδεψε ως το Πωγώνι κι ως τους χαρακτήρες στις σελίδες του βιβλίου μου. Να και το ηλεκτρονικό κατώφλι του βιβλίου μου.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα δύο πρώτα μου βιβλία, Η θλίψη στα μάτια του Ποντικού και Η Ιουλία είχε ένα πόδι, δεν μπορώ πλέον να τα διαβάσω. Οι Ιστορίες για μικροσκοπικά και γιγαντιαία πλάσματα είναι ένα δοκίμιο, υπό μορφή νουβέλας, για την πόλη και για την ταυτότητα του ανθρώπου (ή την απώλεια αυτής της ταυτότητας ή ακόμα και την ανυπαρξία της) μες στην πόλη. Θυμούμαι πως εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ J. G. Ballard. Δε νομίζω να μ’ άφησε ανεπηρέαστο. Το Τέρας και ο έρωτας είναι ένα παραμύθι για ενήλικες. Ήθελα να καθίσω να γράψω ένα παραμύθι, έτσι κάθισα και το ’γραψα. Ένα κολοσσιαίο τέρας αφανίζει την Ευρώπη, με τον αφηγητή να παρακολουθεί τα συμβάντα από ψηλά, ζώντας στ’ αφτί του τέρατος σαν παράσιτο. Δεν είναι ούτε αλληγορία ούτε τίποτε άλλο. Είναι απλώς ένα ευφάνταστο παραμύθι, όπως τέτοιο είναι παραμύθι για ενήλικες η πρώτη, ομότιτλη νουβέλα στη Μαγική εκδρομή, όπου ζωντανεμένες κούκλες εκστρατεύουν κατά του Χρόνου. Τα αγαπώ τα παραμύθια  αυτά, οι αρχαίες τραγωδίες και πού και πού η ποίηση, είναι τα λογοτεχνικά είδη (αν και το παραμύθι, τουλάχιστον το παραδοσιακό, φυσικά δε θα το ’λεγες λογοτεχνικό είδος) που με ξεκουράζουν σαν ένα ποτήρι κρύο νερό μια μέρα με καύσωνα.

Η δεύτερη νουβέλα, Μια συνηθισμένη μέρα στη ζωή του κυρίου Επαμεινώνδα Δράκου, είναι οι κωμικοτραγικές περιπέτειες ενός συνταξιούχου στη σύγχρονη Αθήνα. Θυμούμαι πως την εποχή που έγραψα αυτήν την ιστορία διάβαζα στ’ αγγλικά τον Οδυσσέα του Τζόυς. Σίγουρα θα μ’ επηρέασε. Το Τέλος του ταξιδιού αφηγείται την ιστορία ενός Γάλλου γλύπτη σ’ ένα ελληνικό νησί. Η έννοια της τυφλότητας ως αληθινής, εσωτερικής όρασης παίζει μεγάλο ρόλο σε τούτη την ιστορία. Είναι το πρώτο βιβλίο μου που όχι μόνον το έγραψα αλλ’ είναι και δικό μου· εννοώ, είναι βγαλμένο από κάπου βαθιά μέσα μου, και σ’ αυτό αποτυπώνεται η αγάπη μου για το τοπίο των Κυκλάδων  για την πέτρα και τη θάλασσα. Στην Άδεια καρέκλα επιστρέφω με πιο ανάλαφρη διάθεση στις Ιστορίες για μικροσκοπικά… Πάλι περιπλάνηση ενός προσώπου στην πόλη, πάλι λογής λογής συναντήσεις. Και τα είκοσι διηγήματα που μαζί με την ομότιτλη νουβέλα απαρτίζουν τη συλλογή βγήκαν όλα από κάτι που είδα ή άκουσα τριγυρνώντας στην πόλη, πηγαίνοντας σε μια συναυλία, σε μιαν έκθεση ζωγραφικής, σε μια παρουσίαση βιβλίου, ακόμα και για ψώνια στο σουπερμάρκετ, και προσέχοντας τους ανθρώπους γύρω μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω προσφιλέστερο τρόπο συγγραφής. Όταν έχουν περάσει ένας δυο μήνες που δεν έχω καθίσει να γράψω μιαν ιστορία, νιώθω ανεξαιρέτως την ανάγκη να το κάνω. Άλλοτε είναι παραμύθι για παιδιά, άλλοτε είναι ιστορία για ενήλικες. Ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό έχει εκδοθεί. Γράφω γιατί μ’ αρέσει να γράφω.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ τους Debussy, Messiaen, Takemitsu, τον John Coltrane, τον Ralph Towner. Για να πάρετε μιαν ιδέα για το πώς εργάζομαι, παρακολουθήστε αυτό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Παντού.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον John Berger.   

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ήδη τους έχω αναφέρει εδώ κι εκεί στο ερωτηματολόγιο. Να πω μόνο μερικούς Έλληνες, όχι μόνο πεζογράφους αλλά και ποιητές. Φυσικά ο Παπαδιαμάντης. Ο Σκαρίμπας (έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου). Ο Παλαμάς της Φλογέρας και του Δωδεκάλογου. Ο Ελύτης του Άξιον εστί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Άννα Καρένινα είναι νομίζω το τελειότερο μυθιστόρημα που έχω διαβάσει. Θυμήθηκα τώρα δα πώς είχα αισθανθεί κάθε λέξη να έχει τη δική της χωριστή πληρότητα και τελειότητα όταν διάβαζα το Worstward Ho του Beckett. Το Solaris του Stanislaw Lem. Ο Βαραββάς του Pär Lagerkvist. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν ξεχωρίζω κάποιο βιβλίο τους, αλλά που το σύνολο του έργου τους κάποια στιγμή στάθηκε αποκάλυψη για μένα  διάβασα απανωτά τα βιβλία τους, το ένα μετά τ’ άλλο, κι ήταν ετούτη η ανάγνωση ένα αληθινό ταξίδι. Πρόχειρα τώρα σκέφτομαι τον Saint- Exupéry, τον Graham Greene, τον Heinrich Böll, φυσικά τον John Berger, τον William Golding, τον André Malraux.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι Απροσδόκητες ιστορίες του Roald Dahl. Το διήγημα στην πιο απέριττη, συναρπαστική του μορφή, από έναν παραμυθά εξίσου μεγάλο με τον Ray Bradbury (δείτε παρακάτω, στα περί μετάφρασης). Και, για ολωσδιόλου διαφορετικούς λόγους, τα διηγήματα του Raymond Carver. Και, για άλλους λόγους επίσης, τα διηγήματα του Τσέχοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θυμάμαι το θαυμασμό που ένιωσα διαβάζοντας τις Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων του Βασίλη Γκουρογιάννη και το Τους τα λέει ο Θεός του Σωτήρη Δημητρίου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Λιέβιν στην Άννα Καρένινα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο περιοδικό, αλλά απλώς θέματα που με ενδιαφέρουν και θέματα που μου είναι αδιάφορα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όχι, αλλά θα σας γράψω για μια ανάγνωση που έκανα δίπλα σε ποτάμι και τη θυμάμαι ιδιαίτερα. Κάθε Αύγουστο εγώ, η σύζυγός μου και τα παιδιά μας πηγαίνουμε καθημερινά για μπάνιο σ’ ένα ποτάμι, τον Γορμό, σε μια τοποθεσία γεμάτη πλατάνια, τους Αγιούς, στο Πωγώνι στην Ήπειρο. Εκεί, δίπλα στο ποτάμι, διάβασα το and our faces, my heart, brief as photos του John Berger. Οι λέξεις του βιβλίου είχαν τον ίδιο ήχο με του νερού που κυλούσε. Διαβάζοντάς τες στη σκιά των πλατανόφυλλων και βλέποντας τα πιτσιρίκια να παίζουν μες στο παγωμένο νερό και στο λαμπύρισμα του ήλιου, θυμάμαι να νιώθω μια γαλήνη πολύ ξεχωριστή και πολύ βαθιά.

Περί μετάφρασης

Ασχοληθήκατε πρόσφατα με την μετάφραση των Hitch 22 του Κρίστοφερ Χίτσενς. Πώς ήταν η εμπειρία; Για ποιο λόγο θα προτείνατε την ανάγνωσή τους στον σύγχρονο αναγνώστη;

Κουραστική όπως κάθε μετάφραση. Έπρεπε πολλά να αναζητηθούν, πολλά να αποδοθούν μ’ έναν τρόπο στα ελληνικά. Θα πρότεινα την ανάγνωση του Hitch 22 ως μάθημα για το πώς η πολλή επαφή με ισχυρούς, με ανθρώπους που ορίζουν την τύχη του κόσμου, τελικά θολώνει τον νου.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Φυσικά έχω ένα σύστημα στη δουλειά μου, ειδάλλως δε θα ήταν αποδοτική. Αν ο συγγραφέας είναι αγαπητός στον μεταφραστή, τους συνδέει αυτή η αγάπη. Αλλιώς είναι μια δουλειά που πρέπει να γίνει καλά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πιο πολύ η μετάφραση ενός βιβλίου που δεν έχει εκδοθεί, του A tale of a tub του Jonathan Swift. Την έκανα σιγά σιγά για το κέφι μου, κι ο λόγος που καταπιάστηκα μ’ αυτήν ήταν ακριβώς επειδή θα με δυσκόλευε τόσο. Όσο για την ηδονή, δείτε παρακάτω.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Μεταφράζοντας πέντε απανωτά βιβλία του Hemingway, απέκτησα τικ στη γραφή, που είδα κι έπαθα να τα ξεφορτωθώ. Να τι σου κάνει ένας καλός συγγραφέας. Χάρηκα πολύ το Κρασί από πικραλίδα του Ray Bradbury (έτσι κι αλλιώς τον Ray Bradbury τον αγαπώ όσο λίγους συγγραφείς, ήταν μεγάλος παραμυθάς κι ένιωσα κατά κάποιον τρόπο σαν να έχασα έναν δικό μου άνθρωπο όταν διάβασα για το θάνατό του). Με πολλή αγάπη μετέφρασα επίσης το Γράμμα σ’ έναν όμηρο του Saint-Exupéry, για τον οποίον νιώθω ό,τι και για τον John Berger, δηλαδή εκτίμηση όχι μόνο για τον συγγραφέα αλλά και για τον άνθρωπο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Όλοι οι συγγραφείς που αγαπώ, κι όχι για να αναμετρηθώ μαζί τους, αλλ’ ακριβώς επειδή τους αγαπώ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δε μεταφράζεις ένα βιβλίο για να σου πουν μπράβο. Από την άλλη, όχι το αν θα αναφέρεται η κριτική στο έργο του μεταφραστή, αλλά το αν θα μπορεί να αναφερθεί, έχει άμεση σχέση με το αν το βιβλίο διαβάστηκε αληθινά, από την πρώτη σελίδα ως την τελευταία, ή διαγώνια για τις ανάγκες μιας εβδομαδιαίας στήλης σε έντυπο.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν παρουσιάζει κανένα απολύτως πρόβλημα. Ο μεταφραστής κάνει τη δουλειά του, ο επιμελητής κι ο διορθωτής κάνουν τη δική τους, κι όλων η δουλειά είναι εξίσου σημαντική.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας (όχι μόνο λογοτεχνία, αλλά και τεχνικά κείμενα ενίοτε). Επίσης, με δυσκολία.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω Patrick Leigh Fermor, γράφω ένα οδοιπορικό στο Πωγώνι (έναν τόπο όπου περνώ γύρω στους τέσσερεις μήνες κάθε χρόνο) και μεταφράζω ένα αμερικανικό μυθιστόρημα με τίτλο Goodbye for now, της Laurie Frankel.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο, σχεδόν καθόλου θέατρο. Φυσικά έχω αγαπήσει εκατοντάδες ταινίες, αν όμως θα ’πρεπε οπωσδήποτε να επιλέξω ένα σκηνοθέτη, νομίζω πως θα επέλεγα τον Τσάπλιν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώνομαι λάου λάου. Συχνά, επίσης, το διαδίκτυο μου γεννά την αίσθηση πως όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν ξημερώνει ποτέ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Καταρχάς θα τη χάριζε στα παιδιά μου, στην Αναστασία; Η απώλεια της μεταφραστικής μου ικανότητας δε με πολυσκοτίζει, κι αν τυφλωνόμουν, ας πούμε, θ’ άκουγα μ’ άλλον τρόπο μουσική (αλλά ναι, θα με λυπούσε βαθιά που δε θα μπορούσα να διαβάσω). Όσο για την αιώνια νιότη, να μου λείπει ακόμα και χωρίς αντίτιμο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Να κάνω εγώ μιαν ερώτηση στον εαυτό μου, που τελευταία την κάνω πολύ συχνά. Πώς νιώθω ζώντας στη σημερινή Ελλάδα; Από το Δελβινάκι, το χωριό όπου συχνά μένουμε στο Πωγώνι, παίρνω το ανηφορικό μονοπάτι για ένα ξωκλήσι τον Αϊ-Δημήτρη και στέκομαι σ’ ένα σημείο απ’ όπου βλέπω βουνά και παραπίσω άλλα βουνά, όλο και πιο αχνά, κι όμοια με κύματα μιας πέτρινης θάλασσας. Ό,τι με περιβάλλει, τότε, με γεμίζει βαθιά κι απόλυτα. Αυτή είναι η απάντηση που ’χω εγώ να δώσω στον εαυτό μου.