Συλλογικό – Συζητήσεις με τον Τομ Ρόμπινς

Επιμ. Λίαμ Ο. Πέρντον – Μπιφ Τόρεϊ

Ο Robbins των Δασών και της Ψυχεδέλειας

H αναζήτηση του πόνου θεωρείται όχι μόνο αξιέπαινη αλλά και ηρωική, ενώ η αναζήτηση της χαράς θεωρείται άνευ σημασίας. Αυτή η στάση μού φαίνεται σχεδόν παράφρων. Γιατί υπάρχει μεγαλύτερη αξία στον πόνο από ό,τι στη χαρά; Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος, ο θυμός και η ματαίωση δεν μπορούν να μας διαμορφώσουν ή ότι δεν πρέπει να τα αναζητούμε· απλώς θέλω να ρωτήσω γιατί αυτά τα συναισθήματα πρέπει να αναζητιούνται ενώ η χαρά αποκλείεται. Αυτό εν μέρει οφείλεται σε μια επικρατούσα αίσθηση, ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, ότι απλούστατα δεν είναι της μόδας να είσαι θετικός απέναντι στη ζωή. Μερικοί κριτικοί προτιμούν βιβλία που αντικατοπτρίζουν τις δικές τους νευρώσεις, τη δική τους δυστυχισμένη ζωή. [σ. 99]

Τα παραπάνω λόγια του Τομ Ρόμπινς δεν εκφέρονται μόνο ως απάντηση στις συνήθεις αρνητικές αιτιάσεις των βιβλίων του από τους «κριτικούς» αλλά και αντανακλούν την προσωπική του φιλοσοφία ζωής, μιας φιλοσοφία που ο συγγραφέας ευχαρίστως μοιράζεται εδώ. Πρόκειται για έκδοση που συγκεντρώνει 21 συνεντεύξεις – συνομιλίες μαζί του, με πρώτη εκείνη στο περιοδικό Rolling Stone (Νοέμβριος 1977) και τελευταία μια ανέκδοτη του 2009, ενώ στο τέλος κάθε συνομιλίας περιλαμβάνονται πλούσιες κατατοπιστικές σημειώσεις, εφόσον οι αναφορές του σε ονόματα, τίτλους, φιλοσοφικές έννοιες, κινήματα και γενικότερα κάθε στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας είναι καταιγιστικές.

Magical Mystery Hour

Η πρώτη επαφή του Ρόμπινς με την μαγεία ήταν ένα περιοδεύον τσίρκο που εμφανίστηκε ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, στις αρχές της δεκαετίας του ’40, στην άδεια αυλή ενός γειτονικού σχολείου στη Βόρεια Καρολίνα. Δεν ήταν τόσο η εμπειρία της συμμετοχής του ούτε ο έρωτάς του για την ημίγυμνη «Άτρωτη Γυναίκα» όσο η αίσθηση πως ένα βαρετό μέρος μπορεί ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε κάτι μαγικό, άρα πώς το συνηθισμένο να γίνει ασυνήθιστο, με μια άλλη ενδεχόμενη ζωή.

Έκτοτε βασική μαγεία στη ζωή του υπήρξε το παιχνίδι των διασυνδέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους, προς επαλήθευση της συναρπαστικότητας του σύμπαντος. Κι αυτό το στοιχείο υπήρξε πρωταρχικό στην θεματολογία των βιβλίων του, μαζί με την φύση της σεξουαλικότητας και την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα συστήματα που καταπιέζουν τα φυσικά του πάθη και τη διάθεση για παιχνίδι. Ο συγγραφέας εμπνέεται αφήνοντας «τις εικόνες και ιδέες να μαρινάρονται μέσα στα απρόβλεπτα αλλά ζωτικά νερά της υποσυνείδητης φαντασίας». Οι τρόποι του πλέον γνωστοί: εξωφρενικά λογοπαίγνια, πλούσια, σχεδόν ηδονιστική χρήση της γλώσσας, φλύαρες μεταφορές, ελευθεριάζουσες αναλογίες, ακατάπαυστα λεκτικά πυροτεχνήματα, παράξενες πληροφορίες, ζωογόνα αισθητικότητα.

Mushroom Fields Forever

Το 1952 τον βρίσκει να ταξιδεύει με οτοστόπ στην Ανατολική Ακτή και να διαμένει στο Γκρίνουιτς Βίλλατζ, το 1960 να συναναστρέφεται με καλλιτέχνες και μποέμ στο θρυλικό Βίλλατζ Ινν του Ρίτσμοντ, το 1963 να δοκιμάζει LSD και να αλλάζει εφεξής τον τρόπο με τον οποίο θα βλέπει τα πράγματα – λιγότερο άκαμπτα διανοητικά και συναισθηματικά. Την ίδια εποχή γράφει στο περιοδικό Holiday το άρθρο του για τις παράξενες ιδιότητες ενός μανιταριού, του Psilocybe, που υποτίθεται πως προκαλούσε διεύρυνση της συνειδητότητας, ενώ το 1964 στη Νέα Υόρκη γνωρίζει τον Τίμοθι Λίρι και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Ρόμπινς έβγαζε τα προς το ζην γράφοντας για την τέχνη και το θέατρο και έχασε τη δουλειά του αγνοώντας τις προειδοποιήσεις να μην επιλέγει φωτογραφίες μαύρων καλλιτεχνών στη στήλη του.

Το 1966 γοητεύεται από τα τεκταινόμενα στο Χέιτ Άσμπουρι, τη χίπικη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο και για αρκετά χρόνια θα αποτελεί μέρος της ψυχεδελικής αντικουλτούρας της Δυτικής Ακτής. Το 1967 η αντεργκράουντ εφημερίδα Helix του αναθέτει να γράψει για μια συναυλία των Doors και βιώνει μια «λογοτεχνική επιφοίτηση». Εγκαταλείπει τα πάντα, μετακομίζει σε μια αγροτική περιοχή της πολιτείας Ουάσινγκτον και αρχίσει να γράφει την Αμάντα, Το Κορίτσι της Γης [Another Roadside Attraction]. Την εποχή εκείνη είναι τόσο φτωχός που το φαΐ του κυρίως προέρχεται από νυχτερινές επιδρομές σε περιβόλια της περιοχής.

They’re like a rainbow

Η Αμάντα εκδίδεται το 1971 και επαινείται από τους Λόρενς Φερλινγκέτι και Γκράχαμ Γκριν, ενώ το Rolling Stone την χαρακτηρίζει ως την πεμπτουσία των μυθιστορημάτων των Σίξτις· ίσως – πιθανολογεί ο Ρόμπινς – επειδή το βιβλίο έβλεπε τα Σίξτις από μέσα προς τα έξω. Ο ίδιος λέει ότι δεν ήθελε να γράψει για τα Σίξτις, αλλά να τα κάνει να συμβαίνουν στη σελίδα και να μεταδώσει κάτι από την εμπειρία τους. Οι Καουμπόισσες [Even Cowgirls Get The Blues]  [1976] εκθειάζονται από τον Τόμας Πίντσον και η συνέχεια είναι εξίσου γνωστή: Τρυποκάρυδος [1980], Το Άρωμα του Ονείρου [1984], Ο Χορός των Εφτά Πέπλων [1990], Μισοκοιμισμένοι μες στις βατραχοπιτζάμες μας [1994], Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από καυτά κλίματα [2000] (που εμπνέει ένα …τριήμερο φεστιβάλ στο Μεξικό), Villa Incognito [2003], Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα: τα Μικρά Κείμενα του Τομ Ρόμπινς [2005] και το [υποτίθεται παιδικό] Μπι όπως Μπίρα, εμπνευσμένο από μια γελοιογραφία του New Yorker. Το 1995 ο Λέοναρντ Κοέν το θεωρεί ιδιαίτερη τιμή του να περιλαμβάνει ο δίσκος του Tower of Love κείμενο του Ρόμπινς, του συγγραφέα που η περιώνυμη Ιταλίδα κριτικός Φερνάντα Πιβάνο χαρακτήρισε ως τον πιο επικίνδυνο συγγραφέα του κόσμου.

If you go to Seattle Francisco

Οι κραδασμοί της Αμάντας βέβαια ήταν γνωστοί: γυναίκες – μητέρες – γαίες του έγραψαν για να του πουν πως αυτές είναι η Αμάντα, πέντε έξι άτομα ονόμασαν έτσι την κόρη τους προς τιμή της ηρωίδας, και γενικά αποτέλεσε το αντεργκράουντ μυθιστόρημα μιας γενιάς που δεν είχε ιδιαίτερη συμπάθεια στα μυθιστορήματα. Από το 1967 συγγραφείς κάθε ηλικίας και επιπέδου προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να συλλάβουν εκείνη την ιδιαίτερη φευγαλέα αίσθηση των Σίξτις, λέει ο Ρόμπινς, ξεχνώντας πως η ουσία της αντικουλτούρας δεν ήταν τα ήθη της αλλά η φαντασία.

Στο έργο Aquarius Revisited: Seven Who Created the Sixties Counterculture That Changed America (1987) των Πίτερ Ο. Χουίτμερ και Μπρους Βαν Γουινγκάρντεν χαρακτηρίζεται ως μια από τις επτά φυσιογνωμίες που καθόρισαν τη σκέψη και το κίνημα της αντικουλτούρας των Σίξτις μαζί με τους Χάντερ Σ. Τόμσον, Γουίλιαμ Μπάροους,  Άλεν Γκίνσμπεργκ, Κεν Κέσεϊ, Τίμοθι Λίρι και Νόρμαν Μέιλερ. Κύρια βάση της ζωής του υπήρξε το Σιάτλ, που το διάλεξε ως το πιο μακρινό σημείο από την νοτιοανατολική καταγωγή του αλλά και από περιέργεια να δει τι είδους τοπίο μπορούσε να κάνει μια σχολή μυστικιστών ζωγράφων. Στα γύρω δάση αναζήτησε για πρώτη φορά άγρια βρώσιμα μανιτάρια κι εκεί έζησε σε κοινότητες που τα καλοκαίρια (όπως παραπονούνταν οι κάτοικοι) έμοιαζαν με το Γούντστοκ. Από εκεί άλλωστε έχει ανακαλύψει κοντινά μέρη ιδανικά για να απλώνει το σλίπινγκ μπαγκ του και να βρίσκεται στη φύση.

The World Metaphysical Circus

Για τον Ρόμπινς η εμπειρία της ανάγνωσης οποιουδήποτε μυθιστορήματος πρέπει πάντα να οδηγεί τους αναγνώστες στη στιγμή της αφύπνισης και της απελευθέρωσης από τον αλόγιστο εφησυχασμό της συναινετικής πραγματικότητας, από το να βλέπουμε την προσομοίωση ως πραγματικότητα. Να συνειδητοποιούμε ότι με το χιούμορ μπαίνουμε πιο πολύ στην πραγματικότητα και ότι το παιχνίδι είναι ένα είδος διάσωσης της ψυχής και να αναζητούμε τις αντικανονικότητες που ξεχωρίζουμε στην καθημερινή ζωή, γιατί στρέφουν την προσοχή μας σ’ αυτό που διαρρηγνύει την συνέχεια της συναινετικής πραγματικότητας.

Το μυθιστόρημα είναι η μαγεία που ανανεώνει την έρημο του νου. Με όλη αυτή τη συνειδητοποίηση οι αναγνώστες βρίσκουν τρόπους να ξεγελάσουν τη μοίρα, να αντιστρέψουν την απόγνωση και να βρουν χαρά και νόημα σ’ ένα φαύλο κόσμο. Όπως λέει και η νεράιδα της Μπύρας [στο Μπι όπως Μπίρα], ο συνηθισμένος κόσμος δεν είναι παρά ο αφρός στην κορυφή του πραγματικού κόσμου, του βαθύτερου κόσμου – άλλωστε εκείνοι που παίρνουν την μπίρα στα σοβαρά ξέρουν ότι η πικρόγλυκη γεύση της είναι εκείνη που στην πραγματικότητα σβήνει τη δίψα, κάνοντας εύγεστα τα στοιχεία της μέρας ή ακόμα και της ζωής μας που συχνά δεν είναι. Ο αναγνώστης θα πρέπει πότε πότε να θυμάται τον θαυμαστό πλανήτη στον οποίο ζει  και να φτάνει σε σημεία πλήρους ενεργοποίησης της συνείδησής του.

I had too much to write last night

Πώς αντιμετωπίζει ο Ρόμπινς την συνήθη κατηγορία των κριτικών ότι δεν γράφει λογοτεχνία; Με ευχαρίστηση: τον βολεύει, αφού έτσι αποφεύγει και το βάρος του λογοτεχνικού παρελθόντος, συνεπώς είναι ελεύθερος να κάνει ό, τι θέλει! Κι ακόμα, αν το μυθιστόρημα έχει, όπως λένε, πεθάνει, νοιώθει διπλά απελευθερωμένος (και νεκρόφιλος). Προσωπικά ζητώ τέσσερα πράγματα από ένα μυθιστόρημα: να με κάνει να σκέφτομαι, να με κάνει να γελώ, να με κάνει να ανάβω, να με κάνει να νιώθω το θαύμα της ζωής. Αν οι άλλοι συγγραφείς δεν γράφουν αρκετά βιβλία που να θέλεις να τα διαβάσεις, τότε πρέπει να τα γράψεις μόνος σου. Ίσως αυτό να είναι ο  μοναδικός λόγος για να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα. Οι τελευταίες δυο φράσεις βέβαια αποτελούν και τις αρχές των απανταχού φανζίν!

Αλλά εδώ έχουμε κι έναν πιστό εραστή της γλώσσας, που τονίζει πως δεν είναι αρκετό να περιγράφουμε τις εμπειρίες, αλλά πρέπει επίσης να βιώνουμε την περιγραφή. Η γλώσσα δεν είναι η σαντιγί, είναι η τούρτα. Οι λέξεις έχουν σημασία, έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη σημασία από τα πράγματα που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν. Όποτε δοκίμασε να γράφει γρηγορότερα, η γλώσσα του έπασχε. Έτσι μέχρι σήμερα προσπαθεί να κοσκινίζει το νοερό του λεξικό για να βρει την πιο απροσδόκητη λέξη, όπως οι παλιοί χρυσοθήρες κοσκίνιζαν την άμμο για να βρουν το πιο πολύτιμο ψήγμα χρυσού. Κάπως έτσι η πλοκή αποκτά πάντα δευτερεύουσα θέση σε σχέση με την όλη εμπειρία του βιβλίου, την βιβλιότητα, και την μετατροπή σε αναγνωστική εμπειρία εκείνου που μπορεί να προέλθει μόνο από λέξεις γραμμένες πάνω σε μια σελίδα.

Are you experienced?

Άραγε αυτή η λογοτεχνία έχει ανάλογες πηγές; Χένρι Μίλερ, Νόρμαν Μέιλερ, Φρανσουά Ραμπελέ, Μπλεζ Σαντράρ, Τζέιμς Τζόις, Αναΐς Νιν (στις πρώτες σελίδες της Αποπλάνησης του Μινώταυρου), Ίσμαελ Ριντ, Αλφρέντ Ζαρί, Γκίντερ Γκρας, και Ναθάνιελ Γουέστ είναι κάποιοι από τους συγγραφείς στους οποίους ο Ρόμπινς συχνά στρέφεται για να αναθερμανθεί και «ν’ αρχίσουν να ρέουν οι χυμοί». Ακόμη, το On the Road του Τζακ Κέρουακ, το A Walk on the Wild Side του Νέλσον Όλγκριν και «το πιο πρωτότυπο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ, πιο ριζικά καινοτόμο ακόμη και από το Τρίστραμ Σάντι», Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Σε κάποια συνομιλία εκφράζει τον ενθουσιασμό του για το μόλις διαβασμένο Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον, όπου ένα βαρετό θέμα μετατρέπεται σε κάτι συναρπαστικό χάρη στη γλώσσα του και τις αμέτρητες στιλιστικές αποκοτιές – εδώ ο Ρόμπινς θυμάται τη φράση του Μαρκ Τουέιν, ότι η διαφορά ανάμεσα στην τέλεια λέξη και μια λέξη που είναι απλώς κατάλληλη είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στην αστραπή και στην πυγολαμπίδα.

Feels like I’m fixing to scream

Οι άγριοι φιλιππικοί κατά της κοινωνίας και της θρησκείας αποτελούν βασικό κορμό της ρομπινσιακής γραφής, όπως και η παγίδευση σε μια ταυτότητα και το πόσο εύκολα μπορούμε να εγκλωβιστούμε σε λανθασμένες αντιλήψεις για το ποιοι πραγματικά είμαστε, αντιλήψεις που συχνά μας τις επιβάλλουν οι διάφοροι θεσμοί. Ποιος είναι τόσο μπουμπούνας ανάμεσά μας που δεν έχει λαχταρήσει ποτέ μέσα του να εξαφανιστεί και να ξαναεμφανιστεί αργότερα σ’ ένα άλλο μέρος με διαφορετική ταυτότητα, ελεύθερος; Ελπίζω οι αναγνώστες να μεγαλώσουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, να την προεκτείνουν προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Ο Ρόμπινς επιμένει πως οι πιο ανόητοι αλλά και οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι πάνω στη γη είναι οι σούπερ-εθνικιστές και οι θρησκευτικοί εξτρεμιστές, οι άνθρωποι που ταυτίζονται ολοκληρωτικά, μέχρι θανάτου, με μία και μόνη πολιτική υποδιαίρεση ή αμφιβόλου αξίας αντίληψη για τη φύση της ύπαρξης. Το σύμπαν είναι γεμάτο αρμονίες και πάθη που ο δυτικός ορθολογισμός – με την έμφασή του στη συνέπεια και τη λογική – ευτελίζει και παραμορφώνει. «Όλοι έχουμε τον ίδιο εχθρό», λέει ένας χαρακτήρας στις Καουμπόισσες: «Ο εχθρός είναι η τυραννία της στενομυαλιάς».

Με μοναδική εξαίρεση τον ταντρικό Ινδουισμό,όλα τα άλλα θρησκευτικά συστήματα του σύγχρονου κόσμου αρνούνται τον αισθησιασμό και τον καταπιέζουν. Όμως η αισθησιακή ενέργεια είναι η ισχυρότερη που διαθέτουμε ως άτομα. Οι ταντρικοί άγιοι είχαν την ιδιοφυΐα και τα κότσια να εκμεταλλευτούν αυτή την ενέργεια για πνευματικούς σκοπούς. Η τροφή, το πιοτό, τα ναρκωτικά, η μουσική, η τέχνη, η ποίηση και ιδιαίτερα το σεξ χρησιμοποιούνται από την Τάντρα με θρησκευτικό τρόπο. […] Η ποπ κουλτούρα, με κάπως παρόμοιο τρόπο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για σοβαρούς σκοπούς. Η ποπ πραγματικότητα έχει την μεγάλη ενέργεια, χιούμορ, ζωντάνια και γοητεία. Σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, την ευαισθητοποίηση στην εμπειρία και τη διεύρυνση της ψυχής, η ποπ πραγματικότητα έχει πολύ μεγαλύτερες λογοτεχνικές δυνατότητες από τις σοβαρές αποπνικτικές και σκυθρωπές ηθικολογίες του Σωλ Μπέλοου. [σ. 70]

Dazed but not confused

Η φιλοσοφία ζωής που θαυμάζει εμπεριέχει το αντίτιμο του να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου, την ιλιγγιώδη αγαλλίαση του να κινείσαι ενάντια στο ρεύμα, την τόλμη του να τραβάς σκόπιμα τον κλήρο της ατυχίας, την τρελή σοφία που χρειάζεται για αν ακολουθήσεις τη συμβουλή του ισπανού ποιητή Χιμένεθ που είπε: «Αν σου δώσουν να γράψεις σε χαρτί με ρίγες, εσύ γράψε κόντρα στις ρίγες». Πετυχαίνουμε στη ζωή,  μόνο όταν την απολαμβάνουμε. Οποιοσδήποτε μπορεί να απολαύσει τη ζωή όταν είναι εύκολη, εκτός ίσως από ορισμένους υπαρξιστές και ενοχοποιημένους προοδευτικούς. Το θέμα είναι να την απολαμβάνεις όταν είναι δύσκολη. Όπως η καουμπόισσα Σίσι Χάνκσοου, που δεν υπέκυψε στην παραμόρφωση των δαχτύλων της αλλά αντέστρεψε την κατάσταση και την έκανε να λειτουργεί στη ζωή της. Ή όπως ο Τρυποκάρυδος, που αρνήθηκε να υποφέρει ή που υπέφερε όπως όλοι μας αναγκαστικά αλλά αρνήθηκε να αφήσει αυτό το γεγονός να τον βάλει κάτω ή να τον ευτελίσει κάνοντάς τον αδιάλλακτο ή επιφυλακτικό.

Στις ανατολικές φιλοσοφίες της «τρελής σοφίας» συνηθίζεται να απολαμβάνει κανείς τη ζωή σαν να είναι ένα παράξενο κοσμικό θέατρο, μια μεγαλόπρεπη παράσταση γεμάτη παράδοξα και υπέροχους παραλογισμούς. Όμως, στις στενόμυαλες ιεραρχικές δυτικές κουλτούρες που βασίζονται κυρίως στον φόβο, αυτή η σοφία συνήθως εκλαμβάνεται ως επιπολαιότητα, τονίζει σε πολλές συνομιλίες ο συγγραφέας, επιμένοντας να μην ξεχνάει να αναλογίζεται ο αναγνώστης την σπουδαιότητα της ανάμνησης αυτής καθεαυτήν και τη σπουδαιότητα του να θυμόμαστε να θυμηθούμε.

Paint it white

Με τα χρόνια η φράση Δεν χάνουμε με τίποτα το κέφι μας έχει γίνει περίπου το σύνθημά μου. Ουσιαστικά, η φράση αυτή περιγράφει μια ανυπότακτη στάση, μια άρνηση να πάθουμε κατάθλιψη από γεγονότα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Αντικατοπτρίζει την πεποίθηση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη σπαταλάμε με τον θυμό ή την πικρία που μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί ως αντίδραση στην εποχή ή την περιοχή στην οποία έχουμε βρεθεί εντελώς τυχαία. Πρέπει να αναγνωρίζουμε την αδικία και τα δεινά που αφθονούν στον κόσμο και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα ανακουφίσουμε, όμως ταυτόχρονα να επιμένουμε να περνάμε καλά. [σ. 265]

Εκδ. Αίολος, 2011, μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, σελ. 388 (Conversations with Tom Robbins – Liam O. Purdon & Beef Torrey (ed.), 2011), με εισαγωγή και χρονολόγιο.

ΥΓ. Και βέβαια οι παραφρασμένοι ή μη τίτλοι ψυχεδελισμάτων των Beatles, Rolling Stones, Scott McKenzie, United States of America, Electric Prunes, Jimi Hendrix Experience, Country Joe and the Fish και Led Zeppelin, ουδεμία σχέση έχουν με την (συναινετική) πραγματικότητα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 94. Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πολύ  ευχαρίστως. Όλα ξεκινούν ακριβώς, όταν ο γερμανός ήρωας του Παράξενου καλοκαιριού ανοίγει την πόρτα σε μία ελκυστική ελληνίδα, που θυμίζει ηθοποιό του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, η οποία βρίσκεται σε αναζήτηση του συζύγου της, φίλου και συνεργάτη του αφηγητή. Η νουβέλλα εκτυλίσσεται στην καλοκαιριάτικη κουφόβραση, με φόντο τον «Γύρο της Γαλλίας», σε τρεις πόλεις (Αμβούργο, Αθήνα, Μόναχο) και ο αφηγητής, ένας μάλλον «ομπλομοβικός» τύπος, που ζει μοναχικά και περιφέρεται με ποδήλατο στην πόλη, μπαίνει σε περιπέτειες, προσπαθώντας να εντοπίσει τον φίλο του, αλλά και να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από τη φυγή. Το βιβλίο διαθέτει στοιχεία νουάρ και, ταυτόχρονα, είναι ένα σχόλιο για τις ελληνο-γερμανικές σχέσεις, αλλά και την αλλοτρίωση της πολιτικής, ανάμεσα σε τέσσερα διαφορετικά, σε νοοτροπία και συμφέροντα, πρόσωπα, στο ύφος μιας αστυνομικής ιστορίας, που όμως περισσότερο ενδιαφέρεται για τα κίνητρα παρά για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το Τilt! Δοκίμιο για το φλίππερ είναι ένα λογοτεχνικό δοκίμιο, στα ίχνη του αντίστοιχου έργου του Πέτερ Χάντκε (Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ) και αναφέρεται στον μαγικό κόσμο των φλίππερ, αλλά και στις αναμνήσεις του συγγραφέα, όσον αφορά το παιγνίδι και τον νεανικό έρωτα. Το Tilt! γράφτηκε με τους ήχους και τα χτυπήματα στο φλίππερ της μνήμης και της γλώσσας. Στο Καφέ Λούκατς-Budapest Noir o αφηγητής πιάνεται στα «δίχτυα της αράχνης-Ιστορίας», επισκεπτόμενος τη Βουδαπέστη και γνωρίζοντας μία ώριμη femme fatale, καθώς θα έρθει αντιμέτωπος με τον σκοτεινό κόσμο ενός παρελθόντος, που συνδέεται με το Ολοκαύτωμα στην Ουγγαρία. Οι λογοτεχνικές και κινηματογραφικές «νουάρ» αναφορές είναι ενσωματωμένες στον ρυθμό αφήγησης.

Αν υπάρχει κάτι κοινό στα προαναφερόμενα έργα, πέραν των λογοτεχνικών αναφορών, αυτό είναι η φυγή από μία μίζερη, ελληνική πραγματικότητα, κι ο πόθος της λογοτεχνικής απόδρασης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νομίζω, πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: είναι οι ήρωες που με (μάς) παρακολουθούν, αθέατοι, σιωπηλοί, υπομονετικοί, όχι σαν «χαφιέδες», αλλά σαν σωματοφύλακες. Είναι όμως δύσκολο να μάθω τα νέα τους, αφού όλοι τους είναι ανώνυμοι στα έργα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πλέον η ευρωπαϊκή παράδοση της «δημόσιας συγγραφής» στα Café, όπως στη Βιέννη ή το Παρίσι. Αυτό, νομίζω, απαντάει στο ερώτημά σας. Από την άλλη, όλοι έχουμε γράψει «εκτός έδρας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κι εδώ, επιτρέψτε μου να αντιστρέψω το ερώτημα: πιστεύω πως οι ιδέες, όπως αντίστοιχα τα βιβλία και οι συγγραφείς, είναι που μάς παγιδεύουν, και καταντούν εμμονές μέχρι να βρουν τον δρόμο τους στο χαρτί ή στο πληκτρολόγιο.  Εκτιμώ, ότι κάθε θέμα και κάθε βιβλίο σχεδόν προδιαγράφει μυστικά τη δική του διαδικασία της συγγραφής.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αυτή είναι μια ερώτηση που αφορά πρωτίστως το «εργαστήριο» των  μεγάλων συγγραφέων, γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο έγραφε ο Σιμενόν ή η Χαϊσμιθ, ακόμα και ο Τσάτουιν. Προσωπικά, δεν υπάρχουν ούτε επιλογές ούτε ειδικές προετοιμασίες, αλλά αυτό εκτιμώ ότι σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία του κάθε συγγραφέα. Πάντως, η μουσική υπόκρουση δεν διευκολύνει, ταυτόχρονη ακρόαση και συγγραφή δεν συνταιριάζουν κατά τη γνώμη μου. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: από Μπητλς, Ντύλαν, Mazzy Star και Barbara μέχρι Μοσχολιού, Ζαμπέτα, Μουζάκη και Dire Straits, ενδεικτικά πάντα.

Έχετε επιμεληθεί πολλές εκδόσεις και θα έχετε παρατηρήσει το έργο των επιμελητών και των διορθωτών συνήθως τίθεται σε «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους με εκδότες αλλά και μεταφραστές και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η «ελληνική υπανάπτυξη», όπως κι εσείς διαπιστώνετε, αδικεί συχνά το έργο του επιμελητή (editor) ή το περιορίζει στη γλωσσική, τυπογραφική επιμέλεια μόνο. Τα προβλήματα, στα οποία ορθώς αναφέρεστε, έχουν να κάνουν με το γεγονός, ότι οι ρόλοι δεν είναι διακριτοί σε επαγγελματικό επίπεδο ούτε ανταμείβονται αυτονόητα. Στο εξωτερικό, οι περισσότεροι εκδοτικοί είναι οργανωμένοι στη βάση αρμοδιοτήτων και καταμερισμού εργασίας.

Ασχολείστε επισταμένα και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν είμαι κριτικός με την αυστηρή έννοια του όρου, τη δουλειά αυτή τη διεκπεραιώνει εξαιρετικά η νέα γενιά των ελλήνων κριτικών. Συνήθως, παρουσιάζω με κριτικό τρόπο (ελπίζω) βιβλία και συγγραφείς, κυρίως από το εξωτερικό (fiction και non fiction), μεταφρασμένα ή όχι ακόμα. Η κριτική προσέγγιση και καταγραφή βοηθάει πάντα έναν συγγραφέα στο να κατανοήσει άλλα έργα κι άλλους κόσμους, άρα ούτε υποκλέπτει ούτε εξαργυρώνεται. Όμως το ζήτημα της κριτικής και της επιτυχίας ή αποτυχίας ενός βιβλίου είναι ένα πολύπλοκο θέμα με πολλούς παράγοντες που το διαμορφώνουν.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Η παράθεση ονομάτων είναι περισσότερο ή λιγότερο μια ιδιωτική, και πάντως μάλλον αδιάφορη υπόθεση για τους τρίτους. Συνήθως απαντάμε είτε με κλασσικούς (παλαιότερους και σύγχρονους) είτε με άγνωστα στο κοινό ονόματα. Επιτρέψτε μου να αναφέρω μόνο δύο ονόματα, λόγω προσωπικής συμπάθειας: Βάλτερ Μπένγιαμιν και Ούβε Γιόνζον.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εδώ, θα σας απογοητεύσω λιγότερο, χωρίς αξιολογική ή χρονολογική σειρά: Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω, Βασίλης Βασιλικός, Γλαύκος Θρασάκης, Γιάννης Σκαρίμπας, Μαριάμπας, Ζωρζ Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, Μαξ Φρις, Stiller, Ούβε Γιόνζον, Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ, Βλάντιμιρ Ναμπόκοβ, Λολίτα, Τέοντορ Αντόρνο, Minima Moralia, Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες, Πέτερ Χάντκε, Η αγωνία του τερματοφύλακα στο πέναλτυ, Πατρίτσια Χάισμιθ, Το Παιγνίδι του Ρίπλεϋ (Ο αμερικανός φίλος), Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος, Φίλιππος Φιλίππου, Το τέλος της περιπλάνησης, τα έργα του Γιάννη Μαρή, του Νίκου Τσιφόρου, του Μάριου Χάκκα και του Τάσου Λειβαδίτη, και άλλα πολλά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Καραγάτση, του Κορτάζαρ (τον οποίο έχετε παρουσιάσει), της Χάισμιθ, του Πόε, του Βασιλικού την περίοδο 1967-1974.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δύσκολη ερώτηση με πιο δύσκολη απάντηση, σε μια χώρα όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όμως λιγότερο γνωρίζουμε το έργο και περισσότερο αναγνωρίζουμε, θετικά ή αρνητικά, τον συγγραφέα. Προσωπικά, με συγκίνησαν τα Γλυκά του κουταλιού, της Ελένης Ζαχαριάδου, και εκτιμώ ιδιαίτερα το Επτά μέρες βροχή, του Αναστάση Σιχλιμίρη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρόλλο Μάρτινς, στον Τρίτο άνθρωπο του Γκράχαμ Γκρην, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά.

Πώς βιοπορίζεστε;

Κι άλλη δύσκολη ερώτηση «σ’ αυτόν τον δύσκολο καιρό»: με τα βιβλία και τη δημοσιογραφία κυρίως στην «Καθημερινή» και σε γερμανόφωνα έντυπα, όσο το επιτρέπουν ακόμα οι συνθήκες.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Είναι αυτονόητο, ότι η Νέα Εστία,  η Λέξη και το Δέντρο είναι εκείνα τα περιοδικά που μάς διαμόρφωσαν και επιμόρφωσαν τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς να αγνοήσουμε όμως και τον περιφερειακό περιοδικό τύπο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος προτίμησης, το κάθε ένα από αυτά έχει μια ενδιαφέρουσα προϊστορία, ξεχωριστούς διευθυντές και σημαντική συμβολή στα λογοτεχνικά δρώμενα.

Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Περί τίνος πρόκειται;

Η ΕΛΣΑΛ είναι κατά βάσιν ένα πείραμα: συνενώνει παλαιότερους και νεότερους συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας, πλην, δυστυχώς, του Πέτρου Μάρκαρη, και συμπεριλαμβάνει γνωστά ονόματα, όπως την Αθηνά Κακούρη, την Τιτίνα Δανέλλη, τον Ανδρέα Αποστολίδη, τον Φίλιππο Φιλίππου, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη, τον Δημήτρη Μαμαλούκα και πολλούς άλλους. Σκοπός της είναι να θέσει ένα πλαίσιο διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των μελών της και να αναδείξει δημιουργικά το είδος, χωρίς προκαταλήψεις, ανταγωνισμούς και συνδικαλιστικές απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, επιδίδεται σε κοινές συγγραφικές και εκδοτικές προσπάθειες.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα αναφανδόν τον Γιάννη Διακογιάννη. Είναι εκείνος ο δημοσιογράφος με μεγάλη παιδεία, που μάς έμαθε μέσα από τον μοναδικό σχολιασμό (και τη φωνή) του, όχι μόνο ποδόσφαιρο, αλλά και τον κλασσικό αθλητισμό, συνδυάζοντας το άθλημα με την ιστορία και τον πολιτισμό, αλλά και το γαλλικό τραγούδι. Θα ήθελα να μπορούσα να κάνω κάτι ανάλογο με τον Γιάννη Μαρή επίσης, αλλά νομίζω πως είναι άλλοι αρμοδιότεροι από εμένα και εύχομαι να το καταφέρουν.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν πηγαίνω πλέον κινηματογράφο ή θέατρο, με τη ζέση των νεανικών χρόνων. Λόγω όμως του δορυφορικού προγράμματος, παρακολουθώ ανελλιπώς παλιές και νεότερες ταινίες στα γερμανικά κυρίως κανάλια, και βέβαια στην ελληνική τηλεόραση. Με γοήτευσαν σκηνοθέτες, ταινίες  και ηθοποιοί που τούς απολαύσαμε στα νεανικά μας χρόνια, ας μην μπούμε στην ονοματολογία, όπως θα έλεγαν και οι τηλεοπτικοί talking heads. Θα υποκύψω όμως στον πειρασμό δύο ενδεικτικών αναφορών: «Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων», των Σίλλιτόου/ Ρίτσαρντσον και «Ο έμπορος των τεσσάρων εποχών» του Φάσσμπίντερ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε, όπως έγραφε κι ο Καρυωτάκης, ας το αφήσουμε λοιπόν καταχωνιασμένο στο παρελθόν μας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, ατάκτως εριμμένα: την Κυρά της λίμνης, του Τσάντλερ, τον Κόκκινο βράχο, του Ξενόπουλου, σε μία εξαιρετική έκδοση του 1955, τα Θύματα ειρήνης, του Βασιλικού, κάποια κριτικά δοκίμια του γερμανού Karl Heinz Bohrer για τον σύγχρονο πολιτισμό, ανάμεσά τους ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για το ουέστερν, το του Φεντερίκο Φελλίνι. Σημασία, πάντως, έχει τι ξαναδιαβάζουμε.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιό σας., και πάντως, όλοι μας όλο και κάτι πασπατεύουμε στα συρτάρια του γραφείου και του μυαλού μας.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το «διαδικτυώνεσθαι» είναι όπως το οδηγείν, θέλει προσοχή και σύνεση. Δεν εκτιμώ σε υπερθετικό βαθμό αυτού του είδους την ενημέρωση και επικοινωνία (κοινωνικά δίκτυα, ηλεκτρονική ενημέρωση κλπ.), αλλά έχει πολλές πρακτικές και ενδιαφέρουσες πλευρές, κυρίως στη χώρα μας, όπου δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες, όπως και πολύ έρμα, κοινώς σαβούρα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Περισσότερο τις έντυπες, αλλά και αρκετές από τις ηλεκτρονικές, που δεν υπολείπονται σε ποιότητα και εγκυρότητα των πρώτων. Κυρίως, όμως μ’ ενδιαφέρει το έργο της κριτικής από τη σκοπιά των μεγάλων συγγραφέων (π.χ. Λούκατς, Ναμπόκοβ) και των ξένων εφημερίδων.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Συνήθως, δεν μετακινούμαι εντός Ελλάδος, σε αντίθεση, όταν ταξιδεύω στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία, και πάντα με τον σιδηρόδρομο. Θυμάμαι πάντως, ότι σε ένα πολύωρο ταξείδι με νυχτερινό τραίνο στη Γερμανία, με είχε συνεπάρει, διόλου τυχαία, το έργο του Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, η ανάγνωσή του τελείωσε μαζί με τη διαδρομή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Στη μεφιστοφελική σας ερώτηση, σάς παραπέμπω στον Δημήτρη Χορν, στο Αλοίμονο στους νέους. Η αιώνια νιότη είναι μια ουτοπία, κι όπως κάθε ουτοπία είναι κι αυτή ένα καθεστώς ανίας (boredom) και μελαγχολίας. Θα ήθελα πάντως να μπορούσα να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο, όπως στα νειάτα μου, ίσως εκεί να ενέδιδα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Από τις δικές σας ερωτήσεις, περισσότερο φοβάμαι τις δικές μου απαντήσεις, εάν τυχόν απογοήτευσαν εσάς ή κούρασαν το αναγνωστικό κοινό σας. Θα ήθελα, όμως, να με είχατε ερωτήσει, «τι ομάδα είμαι», και μια που δεν την κάνατε την ερώτηση, δεν υπάρχει απάντηση επ’ αυτού. Σάς ευχαριστώ πάντως ιδιαίτερα, για τον χρόνο και τον χώρο που διαθέσατε στο πάντα φιλόξενο «Πανδοχείο» σας.

Στις φωτογραφίες, ο συγγραφέας μαζί με τον Βασίλη Βασιλικό στην 9η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και, πιο κάτω, άτυποι πλην πιστοί συνομιλητές του: Walter Benjamin, Uwe Johnson, Peter Handke, Patricia Highsmith, Vladimir Nabokov, George Simenon, Roland Barthes. Ανάμεσά τους, o Τρίτος Άνθρωπος, ο Τζέντλεμαν των Μεταδόσεων και ο Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών.