Στο αίθριο του Πανδοχείου, 83. Αννίτα Παναρέτου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, βιβλία, διηγήματα. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Προτιμώ να μην απαντήσω στις παραπάνω ερωτήσεις. Συνήθως δεν θυμόμαστε όλους τους συγγραφείς ή τα βιβλία που αγαπούμε ή που μας γοήτευσαν, με πιθανό αποτέλεσμα να δημιουργούμε άθελά μας αντιπάθειες. Εξ άλλου, εδώ και αρκετά χρόνια διαβάζω ελάχιστη αμιγή λογοτεχνία – με έχουν κερδίσει η ιστορία και οι προσωπικές μαρτυρίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα μας ακολουθεί ο εαυτός μας, ο όσος εαυτός ενσαρκώνεται ή ενσωματώνεται στους ήρωές μας. Μάλλον εκείνοι υπαινίσσονται συχνά τα νέα της ζωής μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένο δεν θυμάμαι. Το «ζηλευτός» χρειάζεται μια διευκρίνιση: εννοείτε χαρακτήρα που θα ήθελα να έχω αποδώσει συγγραφικά, ή χαρακτήρα με τον οποίο θα ήθελα η ίδια να ταυτιστώ ή να τείνω ως προσωπικότητα;

Στην πρώτη περίπτωση, ναι, υπάρχουν χαρακτήρες που θα ήθελα να είχα «πλάσει» η ίδια (πολύ πρόχειρα παραδείγματα, ο Αλέξης Ζορμπάς και η Ελένη Μπούκουρα – Αλταμούρα –παρ’ ότι και οι δύο υπήρξαν υπαρκτά πρόσωπα και όχι δημιουργήματα του Νίκου Καζαντζάκη και της Ρέας Γαλανάκη).

Αν εννοείτε το δεύτερο, και αν υποθέσουμε ότι ζηλεύω, αυτό θα αφορά υπαρκτούς και όχι λογοτεχνικούς χαρακτήρες, με την εξαίρεση, ίσως, των Ροβινσώνα Κρούσου και Φιλέα Φογκ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ω, ναι, υπάρχει μια που θα μου μείνει αξέχαστη. Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για ανάγνωση, αλλά για λαθρανάγνωση: βρισκόμουν όρθια στο τρόλεϊ. Στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής αποφάσισα (αν και ήξερα ότι δεν μπορώ να διαβάσω μέσα σε κινούμενο όχημα) να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα που διάβαζε καθήμενος συνεπιβάτης –είχα σταθεί πάνω από το κεφάλι του και μερικοί πειρασμοί αποδεικνύονται ακατανίκητοι. Ύστερα από λίγο άρχισα να αισθάνομαι ναυτία. Έκανα δυο στάσεις υπομονή και κατέβηκα στον Ευαγγελισμό, κρατώντας το στομάχι μου στα δόντια.

Πάντως, την ανάγνωση μέσα σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο την αντιμετωπίζω ως αντίδοτο στην πιθανή ανία της διαδρομής. Την οποία –ανία- μπορώ να αντιμετωπίσω είτε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο είτε κοιτάζοντας μέσα μου. Έτσι, δεν «χαραμίζω» τη σαγήνη ενός ελκυστικού βιβλίου –στην ανάγκη προτιμώ να λύνω σταυρόλεξα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει λίγες αράδες και έχω κρατήσει σημειώσεις οπουδήποτε. Από το τρόλεϊ όταν είναι σταματημένο σε φανάρι, ως κινηματογραφικές αίθουσες σε ώρα προβολής, ακόμα και οδοιπορώντας στην εξοχή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο συνειρμικός, που –θαρρώ- είναι και ο κύριος, για να μην πω ο μόνος, τρόπος. Οι ιδέες μου είναι συγκερασμοί πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων, απρόβλεπτων και συχνά ασύνδετων. Και συνήθως παγιδεύονται από τη λειτουργία της μνήμης, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου και του χρόνου. Ατυχώς υπάρχουν και οι αναμενόμενες απώλειες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πρέπει να μπω στο κλίμα. Δηλαδή να προσαρμόσω τη ματιά μου και την ψυχική μου διαθεσιμότητα σε αυτό που θέλω να γράψω, έτσι ώστε να αποτελέσει το κλίμα μέσα στο οποίο ζω· έτσι ώστε διάφορα ερεθίσματα -φαινομενικά άσχετα- να βρουν τρόπο να συναφθούν και να αξιοποιηθούν. Όταν καταφέρνω να μετατρέψω τα ερεθίσματα σε αξιοποιήσιμο υλικό, τότε ξέρω ότι «το έχω». Όταν το υπό συγγραφή βιβλίο φτάσει στο σημείο να κυριεύσει και να χρωματίσει την καθημερινότητά μου, όταν νιώσω ότι με ελέγχει, τότε αισθάνομαι ότι το ελέγχω.

Η μουσική αποτελεί την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, επειδή γενικώς ακούω μουσική (αδιάκοπα, ακόμα και μέσα μου, πράγμα που γίνεται και λίγο τυραννικό, όταν μου «κολλάει» ένα τραγούδι για μια ολόκληρη μέρα και ιδίως αν το τραγούδι με εκνευρίζει, αλλά αδυνατώ να το αποδιώξω).

Κάθε φορά που γράφω, υπάρχει μια συγκεκριμένη μουσική (ή και περισσότερες, αλλά πάντα συγκεκριμένες μουσικές), με την οποία υποσυνείδητα ή συνειδητά ή κατ΄ επιλογή συσχετίζω αυτό που γράφω. Αλλά ως εκεί. Όταν γράφω και όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική, κυρίως δεν ακούω τραγούδια με στίχους που με ταξιδεύουν, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Προτιμώ την ελληνική μουσική, σε κάθε της διαχρονική έκφραση, με την ξένη μουσική να ακολουθεί σε μικρή απόσταση και την κλασική να έπεται σε λίγο μεγαλύτερη.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ως ένα σημείο πρόκειται για μια αλυσιδωτή αντίδραση:

Η διδακτορική μου διατριβή, με θέμα τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου πυροδότησε το αδιάλειπτο ενδιαφέρον μου για την ελληνική ταξιδιωτική πεζογραφία, με καρπό το πεντάτομο έργο Ελληνική Ταξιδιωτική Λογοτεχνία (ευρεία εισαγωγή και ανθολόγιο κειμένων από την ομηρική Οδύσσεια ως το 1990), καθώς και τον μεταγενέστερο ομότιτλο μικρό τόμο, όπου παρακολουθείται η εξέλιξη της ελληνικής ταξιδιωτικής γραφής ως το 2000.

Η προσπέλαση, στο πλαίσιο της διατριβής μου, ολόκληρου του έργου του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου οδήγησε και στη συγγραφή της μονογραφίας Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, συνολική θεώρηση του έργου του. Η εργασία αυτή υποβλήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών, ύστερα από προκήρυξη σχετικού βραβείου λίγο μετά τον θάνατο του Παναγιωτόπουλου. Είχα σκεφτεί τότε ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να αξιοποιήσω το υλικό που είχα συγκεντρώσει (και που, εξαιρουμένων των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ήταν καταδικασμένο να μείνει ανεκμετάλλευτο), ενώ και το χρηματικό έπαθλο ήταν ένα ακόμα κίνητρο. Έτσι γνώρισα τον Παντελή Πρεβελάκη, μέλος της Ακαδημίας, καθώς διένυε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του.

Αυτή η αποφασιστικής σημασίας γνωριμία κατέληξε στη συγγραφή του βιβλίου Παντελής Πρεβελάκης. Οι δρόμοι του ζωντανού χρόνου.

Τα υπόλοιπα βιβλία ήταν αποτέλεσμα συμπτώσεων και προσωπικών επιθυμιών:

Χάρη στην φιλική οικογενειακή γνωριμία μας, ο βιβλιοδέτης Ανδρέας Γανιάρης μου εμπιστεύθηκε το αρχείο του πατέρα του Χρυσόστομου Γανιάρη, πρωτοποριακού εκδότη της δεκαετίας του 1920, ποιητή και βαθύτατα καλλιεργημένου, ευαίσθητου και πονεμένου ανθρώπου. Όταν ολοκλήρωσα τη μελέτη, το αρχείο δωρήθηκε από την οικογένεια στο Ε.Λ.Ι.Α., απ΄ όπου και εκδόθηκε Η ηδονή και η οδύνη των βιβλίων: Χρυσόστομου Γανιάρη βίος και έργα.

Η παρηγορία των επιστολών σου… (Ευανθία Καΐρη και Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: αλληλογραφώντας όπως θα ήθελαν) προέκυψε όταν, την εποχή που ξαναδιάβαζα την Αυτοβιογραφία της Ελισάβετ, έφτασαν στα χέρια μου τα πρακτικά ενός συνεδρίου για την Ευανθία. Οι δυο τους, συνομήλικες και σύγχρονες, μπροστά από την εποχή τους, μόνες και ουσιαστικά αδικαίωτες, θα έβρισκαν αποκούμπι και στήριγμα στη μεταξύ τους φιλία, που ποτέ δεν κατορθώθηκε. Την παραμυθία αυτής της φιλίας θέλησα να τους προσφέρω, έστω και με μια καθυστέρηση σχεδόν 180 χρόνων.

Αφορμή για Τα πορτραίτα της υπήρξε μια συνεργασία που δεν ευοδώθηκε -φτάνω να πιστεύω ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της ήταν να μου προσφέρει το έναυσμα για τη συγγραφή των Πορτραίτων.

Το παιδικό αφήγημα Μια ιστορία καλοκαιρινή με ένα σκύλο, πέντε γάτες, περιβόλια κι ακρογιάλια περιγράφει τις προσωπικές μου εμπειρίες από τη θερινή συμβίωση με έξι υπέροχα ζώα. Χάρη στις χάρες τους, έζησα έναν γλυκύτατα αποκαλυπτικό Αύγουστο, είκοσι χρόνια πριν.

Και το δίγλωσσο λεύκωμα Ελλάδα, διαδρομή αιώνων προέκυψε από την ανάγκη ή την παρόρμηση να δω, συγκεντρωμένες και τυπωμένες, εικόνες και όψεις της Ελλάδας που επιχειρούν να εκδιπλώσουν ένα ελληνικό πανόραμα: πρόκειται για πλήθος ετερόκλητων κειμένων (χρονικά, ποιήματα, περιγραφές, ιστορικά τεκμήρια, άγνωστο αρχειακό υλικό, αυτοβιογραφικά αποσπάσματα) που μπερδεύονται με την προσωπική μου αφήγηση, και ζωντανεύουν και διανθίζονται από πλήθος εξαίρετων φωτογραφιών του Βελισσάριου Βουτσά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα Πορτραίτα της: Μεσοπόλεμος (πρόσφυγες του ΄22, Βενιζέλος, Μεταξάς, αναψηλάφηση της ελληνικότητας), τέχνη, εικαστική ματιά και έρωτας, αδιέξοδα, πάθος και κάθαρση, αυθεντικά γεγονότα και πρόσωπα της Αθήνας σε αγαστή –θέλω να πιστεύω- διαπλοκή.

(Σας έδωσα το κλειδί, μπορείτε να εισέλθετε).

Πώς βιοπορίζεστε;

Όχι από τα συγγραφικά μου δικαιώματα. Και, πλέον, εδώ και κάμποσο καιρό, ούτε από το ενοίκιο ενός πατρικού ακινήτου.

Επομένως κοντεύω να μη βιοπορίζομαι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αφαιρώντας τα περί προτάσεως (η προσωπική επιλογή είναι πολύ πιθανότερο ενδεχόμενο), μου αρέσει πολύ αυτή η ερώτηση, καθώς χαρακτηρίζει τη συγγραφική μου ροπή, τόσο στα φιλολογικά όσο και στα λογοτεχνικά μου έργα.

Υπάρχουν άνθρωποι που ήδη μου κέντρισαν το ενδιαφέρον στο πλαίσιο όχι μόνο μιας φιλολογικής μονογραφίας (όπως έκανα για τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Παντελή Πρεβελάκη, Χρυσόστομο Γανιάρη), αλλά και ενός ιστορικού μυθιστορήματος (όπως έκανα με την Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου).

Επιπλέον, η μακρά ερευνητική θητεία μου σε διαφορετικά πεδία με φιλοδώρησε με τερπνές συναντήσεις:

Στην ενασχόληση με την ταξιδιωτική πεζογραφία διασταυρώθηκα με δεκάδες ταξιδιωτών και ταξιδιογράφων, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Θα μου άρεσε λοιπόν να γράψω για τον Νίκανδρο Νούκιο (συναρπαστική προσωπικότητα πλάνητος του 16ου αιώνα) ή για τον Κωνσταντίνο Γεράκη, (πρωθυπουργό του Σιάμ τον 17ο αιώνα).

Στην ενασχόληση με τη χρονογραφία (αναζητώντας στοιχεία για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που δεν προχώρησε) διασταυρώθηκα με πολλούς, ανώνυμους και μη, χρονικογράφους, σε μια τεράστια περίοδο 5 αιώνων. Οι ομιχλώδεις μορφές τους συνιστούν συγγραφική πρόκληση.

Στην ενασχόληση με την ιστορία του ελληνισμού υπό βενετική κυριαρχία  (υλικό για ένα βιβλίο υπό συγγραφή) με συγκίνησαν οι Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανειώτης (Έλληνας ποιητής και στρατιώτης του 15ου αιώνα, που έζησε στην Ιταλία, έγραψε στα λατινικά και πορτραίτο του φιλοτεχνήθηκε από τον Boticelli), Άννα Νοταρά (θυγατέρα του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, πιθανώς μνηστή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία, στα 1453, φυγαδεύτηκε στη Βενετία, όπου και ανέπτυξε ποικίλη ελληνοκεντρική δραστηριότητα) και Αικατερίνη Κορνάρο (βενετικής καταγωγής βασίλισσα της Κύπρου).

Ψαχουλεύοντας την τοπική μικρο-ιστορία της Ζακύνθου, της Άνδρου και της Σύρου μέσα στην ευρύτερη συγκυρία του αγώνα της παλιγγενεσίας (όταν έγραφα την Παρηγορία των επιστολών σου), στάθηκα στην περίπτωση του Θεοδοσίου Δημάδη, δασκάλου, μέλους της Φιλικής Εταιρείας, διαφωτιστή και αγωνιστή της Επανάστασης.

Τέλος, η περιδιάβαση στον χώρο της τέχνης και της πολιτικής κατά την περίοδο του μεσοπολέμου (προκειμένου να γράψω Τα πορτραίτα της) μου αποκάλυψε χαρισματικές προσωπικότητες, που μπορούν να στηρίξουν συναρπαστικά βιβλία. Παράδειγμα ο ζωγράφος Νίκος Λύτρας και ο επιχειρηματίας, βιομήχανος, καθηγητής της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών Πειραιώς και υπουργός, Επαμεινώνδας Χαρίλαος.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει ο αγγλικός και ο αμερικάνικος κινηματογράφος. Παρ΄ όλα αυτά, μια ταινία που με γοήτευσε και μου έρχεται τώρα στο νου είναι γιαπωνέζικη –οι «Αναχωρήσεις».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αποπειράθηκα κάποτε, αλλά εκ του αποτελέσματος έκρινα ότι θα ήταν καλύτερα να μην το κουράσω περισσότερο…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ανασύρω από μια στοίβα βιβλίων και αποκομμάτων από εφημερίδες, πάντα με ιστορικό περιεχόμενο (για οποιαδήποτε περίοδο –ελληνικής, συνήθως- ιστορίας μου πέσει στα χέρια). Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό ονομάζεται συστηματική ανάγνωση, είναι πάντως θελκτικό και διεγερτικό.

Τι γράφετε τώρα;

Σχεδόν τίποτα – απλώς κρατώ σημειώσεις. Περνάω μια περίοδο αποδιοργάνωσης, με μύριους όσους περισπασμούς. Υπάρχουν όμως κατά νου τρία συγγραφικά σχέδια, για μια σειρά μικρών διηγημάτων, για μια σειρά μελετημάτων-δοκιμίων πάνω στην ταξιδιωτική πεζογραφία, καθώς και το φιλόδοξο σχέδιο ενός μυθιστορήματος που καλύπτει ευρύ ιστορικό φάσμα, ξεκινώντας από τους μεταβυζαντινούς χρόνους και καταλήγοντας στον 19ο αιώνα, για το οποίο, όπως ανέφερα και πιο πάνω, έχει ήδη γίνει ερευνητική προεργασία πολλών μηνών. Ελπίζω να επανακάμψω απτόητη σύντομα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Οι δυνατότητες του διαδικτύου είναι ανεκτίμητες. Τόσο για τον οποιοδήποτε φιλοπερίεργο άνθρωπο, όσο και –ακόμα περισσότερο- για έναν ερευνητή.

Υπάρχει βέβαια και η μαγεία (από λευκή, πολύχρωμη, έως μαύρη) που ονομάζεται facebook: από τη μια σκέφτομαι την εικόνα που παρουσιάζουμε, ιδίως απογεύματα ή Κυριακές, τόσοι άνθρωποι κλεισμένοι στο σπίτι τους με τα μούτρα σε μια οθόνη πληκτρολογώντας, και θλίβομαι γιατί σκέφτομαι ότι, αντί γι αυτό, θα μπορούσαμε, οι ίδιοι άνθρωποι, να είμαστε έξω, στους δρόμους, στη θάλασσα, στην Ακρόπολη. Και από την άλλη σκέφτομαι ότι είμαστε μια τόοοοοοσο μεγάλη (και σε πολλές περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρουσα) παρέα, πράγμα αδύνατο σε άλλη περίπτωση κι αυτό μου αρέσει.

Και από τη μια αισθάνομαι ότι χάνω πολύτιμο χρόνο και ότι σκορπίζομαι, και από την άλλη ότι, με τρόπο επιλεκτικό και ελεγχόμενο, κερδίζω ανθρώπινες παρουσίες, πορείες και περιπέτειες.

Μάλλον κάποιο ισοζύγιο υπολογίζω ότι προκύπτει.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η αιώνια, δηλαδή στατική, νιότη θα πρέπει να καταντά κάποτε πληκτική και μονότονη. Η συγγραφική ιδιότητα ποτέ. (Αν όμως μου πρότειναν μια νεότητα απλώς κάπως μεγαλύτερης διάρκειας, δεν θα το σκεφτόμουν ούτε λεπτό –χωρίς απώλεια της συγγραφικής ιδιότητας, εννοείται…)

Η επιστημονική ενασχόλησή σας με πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Εξαργυρώνεται πολλαπλώς. Απομυζώ τόσο τα πρόσωπα, όσο και τα θέματα. Τα εκμεταλλεύομαι αγρίως, σχεδόν τα λεηλατώ, για να ανακαλύψω ή και να κατασκευάσω υλικό για λογοτεχνικότερα συγγραφικά εγχειρήματα. Όταν συμβεί αυτό, ξεκινά μια αντίστροφη φορά: με εκμεταλλεύονται και με λεηλατούν εκείνα –εννοώ ότι εκμεταλλεύονται και λεηλατούν δημιουργικά τον χρόνο μου, τις διαθέσεις μου, τη νόηση, το συναίσθημα και τη βούλησή μου. Διπλή, μάλλον πολλαπλή εξαργύρωση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Δεν βρίσκω καμιά άλλη αυτή τη στιγμή.

Ευχαριστώ το Πανδοχείο για τη φιλοξενία στο αίθριό του –πραγματικά με ενέπνευσε…

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 82. Γιώργος Μπλάνας

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θα πρέπει όμως να είστε έτοιμοι να μπείτε στην κόλαση. Στα Στασιωτικά, ακολουθώντας την αρχαία παράδοση του ιάμβου, καθυβρίζω την απάνθρωπη αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί στο ύψος του πεπρωμένου του. Ο Άνθρωπος θα αφανιστεί κάτω από την εξουσία του άλογου σύμπαντος έτσι κι αλλιώς. Και αντί ν’ αντικρίσει με θράσος και γενναιότητα αυτή τη συντριβή, κλαψουρίζει άθλια, θέτει τη δειλία του στην υπηρεσία ιδεολογημάτων, καθεστωτικών φιλοσοφιών, δουλικών επιστημών και σφαγιάζει τον Άλλον, προκειμένου να κερδίσει μερικά λεπτά αφόρητης επιβίωσης. Φοβάται για τη ζωή του και η ζωή του δεν του αξίζει. Στο τέλος την χάνει με τον χειρότερο τρόπο. Αιώνες αθλιότητας και ποταπών ιδεολογιών, που προσπαθούν να αφανίσουν την τρέλα της δημιουργίας, για να κάνουν χώρο στον βόρβορο κάθε λογής εξουσίας – καθημερινής ή ιστορικής, μικροσκοπικής ή μακροσκοπικής. Φυσικά, δεν σέβομαι ούτε τους κανόνες με τους οποίους γράφεται η ποίηση. Δεν με ενδιαφέρει επί του προκειμένου αν το υλικό μου είναι ποιητικό, αλλά αν είναι αποτελεσματικό. Είναι ένα έπος κομματιασμένο και θα ήμουν ευτυχής αν αργότερα πουν πως απέτυχα σε αυτό το έργο. Θα έχω πετύχει να αποδείξω πως έχω δίκιο για όλα όσα λέω εκεί μέσα. Έχει και η ποίηση το μερίδιό της στην αθλιότητα της Ιστορίας. Πρέπει να πληρώσει, να αποδιαρθρωθεί και ν’ αρχίσει από το τέλος της.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν έγραψα τα ποιήματα του βιβλίου Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή, αισθανόμουν πως είχα αποκοπεί βίαια από ένα μυθικό περιβάλλον, που είχε ζωτική σημασία για την ύπαρξή μου. Πήγαινα κι ερχόμουν μέσα σε μια πόλη απάνθρωπη. Όλα όσα είχα μάθει δεν άξιζαν τίποτα. Τα ποιήματα του βιβλίου προσπαθούν να καταγράψουν μια μυθολογία. Φαίνονται λυρικά αλλά δεν είναι. Είναι μάλλον σημειώσεις οντολογίας. Θυμάμαι πως όταν είχα στείλει κάποια ποιήματα -που δεν συμπεριέλαβα στη συλλογή – σε κάποιον γηραιό Έλληνα ποιητή, ο οποίος φημίζεται για τη μοχθηρία του και την εγωπάθειά του, μου είχα απαντήσει: «Μα αυτά μοιάζουν με τα δικά μου. Γιατί να χαραμίζετε τόσο τραγικό βάθος σε λυρικές μορφές;» Τον άκουσα. Ήταν τίμιος μαζί μου. Δεν τον συνάντησα ποτέ μέχρι σήμερα. Και σκέφτομαι πως ίσως η μοχθηρία και η εγωπάθεια να μην είναι παρά αυτό που βλέπει στον άλλον η μοχθηρία και η εγωπάθεια για να ανακουφιστεί. Έκτοτε έπαψα να έχω ενοχές για τη «μόλυνση» της ποίησής μου από τη φιλοσοφία.

Και το δεύτερο βιβλίο μου, Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου, οντολογικές σημειώσεις περιείχε – με τη μορφή ψαλμών. Μόνο που εκεί μέσα η μυθολογία μου κινδύνευε και έτρεμε, όταν προσευχόταν. Η πραγματικότητα φαινόταν να νικάει. Εξάλλου και οι πολιτικοί μου οραματισμοί κατέρρεαν.

Ίσως η Νύχτα, το τρίτο βιβλίο να ήταν μια αντίδραση, ίσως να ήταν μια έρευνα. Πρόκειται για ένα σπάραγμα έπους στο οποίο ο Descartes, εκείνη την περίφημη νύχτα πριν ανακαλύψει «τις αρχές μιας υπέρτατης επιστήμης», ονειρεύεται πως είναι ο Οδυσσέας. Προσπαθεί να επιστρέψει, αλλά έχει χαθεί μέσα σε έναν εξαρθρωμένο κόσμο, έναν κόσμο που είναι κάθε στιγμή το αντίστροφό του, έναν κόσμο τελειωτικά διαλεκτικό. Ξαφνικά επιχειρεί μια στάση φαινομενολογική, μιαν «εποχή». Και ανακαλύπτει ή νομίζει πως ανακαλύπτει την καταγωγική εμπειρία του στη φύση. Με αυτόν τον χάρτη προσπαθεί να επιστρέψει. Ο ορθός λόγος είναι φενάκη. Μόνο το σώμα και οι δεσμοί του με τη φύση και τον άλλον άνθρωπο μπορούν να έχουν σταθερότητα.

Αλλά αυτή η σταθερότητα θα αποδειχθεί εύθραυστη μπροστά στην Ιστορία. Στο  επόμενο βιβλίο, το Παράφορο! αναγκάζομαι να αναγνωρίσω την κυριαρχία της Ιστορίας επί της ψυχής, αλλά όχι και να την αποδεχθώ. Τα ιστορικά πρόσωπα που με συνεπήραν από νεαρή ηλικία, παρουσιάζονται εδώ με κάθε διάθεση να αρθρώσουν τον λόγο τους και όχι τον λόγο τής επικυρωμένης ιστορικής παρουσίας τους. Ένιωθα πως το πρόσωπό μου είχε θρυμματιστεί σαν παρωχημένο, αποσαρθρωμένο προσωπείο, ένα προσωπείο σχεδιασμένο στη βάση των επίπλαστων βεβαιοτήτων που φιλοδοξούν να ελέγξουν το πέρασμά μου από τη ζωή. Η Ιστορία είχε παγώσει στην ομαλότητα που μου επέβαλλε η εξουσία, η κάθε εξουσία. Η ζωή ακινητούσε με το κύρος του παρελθόντος: το παρόν υποδυόταν μια κλασικότητα που με καθήλωνε. Ύστερα ήρθαν τα γεγονότα της δεκαετίας του 1990 και ανέτρεψαν την κλασικότητα της ακινησίας. Ο κόσμος πρόβαλλε μπροστά μου σαν μια στιγμή στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι κλονισμένες ισορροπίες μου έδωσαν την ευκαιρία να αποκολλήσω τα ιστορικά προσωπεία μου από τα ιδεολογικά πλαίσια, στα οποία τα είχε στερεώσει μια όποια κυρίαρχη πολιτισμική άποψη. Και άρχισα να αναζητώ τα πρόσωπα που κρύβονταν πίσω τους. Νομίζω πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να ορίσει κανείς τα νέα χαρακτηριστικά του. Ποιος είσαι; Τι είσαι; Τι κοινό έχεις ή δεν έχεις με τους ανθρώπους που έζησαν στο παρελθόν; Χρειάζονται νέες βεβαιότητες. Ήξερα, βέβαια πως το αποτέλεσμα θα ήταν η δημιουργία νέων προσωπείων. Αλλά το προσωπείο δεν είναι αναγκαστικά πάντα μια διάψευση του προσώπου. Μπορεί να σταθεί αποφασιστικά ανθρώπινο, δηλαδή αγριωπό, χωμάτινο και τελικά απελευθερωτικό.

Η Απάντησή του, είναι μια εκτενέστερη έρευνα στην κατεύθυνση του Παράφορου! Κι άλλα ιστορικά πρόσωπα, αλλά η γλώσσα έμοιαζε κάπως αγριεμένη, οι ήρωες αγανακτισμένοι και πιο επιθετικοί απέναντι στη θέση τους σε μια παράδοση, η οποία αγνόησε τη διαφορετικότητά τους και τους μετέβαλε σε σύμβολα.

Στο Επεισόδιο θέλησα να δημιουργήσω μια μικρή τραγωδία με θέμα τη μεγάλη τραγωδία των εμφυλίων στα Βαλκάνια του τέλους του 20ου αιώνα. Τα πρόσωπα είναι πλαστά: ένας εγκληματίας πολέμου με σπουδές θεολογίας, ένας μοναχός με στρατιωτικές σπουδές, μια ερωτευμένη γυναίκα, ένας μετανάστης. Και η γλώσσα τους να τρεκλίζει ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ποίηση, την πολιτική. Κάπου στα Βαλκάνια, εκεί όπου κανένας Descartes δεν έφτασε ποτέ.

Η προηγούμενη ποιητική σας συλλογή ήταν η Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Γιατί μια Ωδή ειδικά στο συγκεκριμένο πρόσωπο; Συνομιλείτε μαζί του; Τι είδους βίο διάγει σήμερα ανάμεσά μας εκείνος ο αγωνιστής;

Ο Καραϊσκάκης, ένα πρόσωπο «λειασμένο» από την καθεστωτική ιδεολογία που εγκαθιδρύθηκε βίαια στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1840. Αποτελεί μια μαύρη τρύπα με τεράστια βαρύτητα στην Ιστορία του λαού της Ελλάδας. Υπήρξε αυτονομιστής μέχρι τέλους. Σιχαινόταν την κεντρική διοίκηση και αδιαφορούσε για τις εντολές της. Δεν είμαι βέβαιος αν είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός πως η ιδέα μιας κεντρικής διοίκησης ήταν ένας ελιγμός για τη δημιουργία μιας αποικίας.  Ωστόσο εξέφρασε μια δυναμική την οποία σήμερα θεωρούμε καταστροφική για τη χώρα, τη δυναμική της αυθαιρεσίας. Η αυθαιρεσία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Εξαρτάται από το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον. Όταν περιστέλλουν στοιχειώδεις ελευθερίες σου, όταν σε πλήττουν στον πυρήνα της ύπαρξής σου, θα αυθαιρετήσεις. Σήμερα, η αυτονομιστική γραμμή του Καραϊσκάκη –καίτοι δεν είχε την μόρφωση ούτε του Saint Just ούτε του Hébert ώστε να την καταθέσει θεωρητικά- βρίσκεται ζωντανή μέσα στις αντιεξουσιαστικές τάσεις, οι οποίες ερωτοτροπούν με τον κοινοτικό τρόπο ζωής. Ο Καραϊσκάκης είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος ζωντανό, το ίχνος ενός ιδιάζοντος πολιτικού και πολιτισμικού συμβάντος. Γι’ αυτό και η Ωδή ακολουθεί βορτιστική τακτική. Ο ποιητικός βορτισμός –γιατί υπήρξε και ζωγραφικός και γλυπτικός- που είναι δημιούργημα του Ezra Pound, θεωρεί πως στην αρχή κάθε ποιητικής δημιουργίας βρίσκεται η συγκίνηση, όπως ακριβώς την ορίζει η ψυχολογία: μια κατάσταση διέγερσης που χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά αισθήματα, συνοδεύεται συχνά από φυσιολογικές μεταβολές και παρακινεί το υποκείμενο σε δράση. Κάθε έντονη συγκίνηση διαμορφώνει ένα θεμελιώδες διανοητικό σχήμα, μια πνευματική δομική μονάδα, η επανάληψη της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε μιαν εικόνα, υπό την έννοια ενός περίπλοκου συστήματος μορφών. Η βορτιστική «εικόνα» πλάθεται από τη συστηματική επανάληψη ενός θεμελιώδους πνευματικού στοιχείου, όμως το ποίημα δεν στηρίζεται στην παράθεση εικόνων με βάση την αναπτυσσόμενη συλλογιστική, όπου το πάθος διακοσμεί κατά κάποιον τρόπο την ανάπτυξη των ιδεών, αλλά στην ανάπτυξη εικόνων που γεννούν η μία την άλλη, ξεκινώντας από το πάντα απλησίαστο θεμελιώδες πνευματικό στοιχείο. Κατά βάση, η κίνηση των εικόνων προέρχεται από την ένταση των λέξεων, δεδομένου ότι οι λέξεις δεν είναι ερείπια μιας ψυχικής αρχαιότητας, που πρέπει να ανασκαφούν βαθύτερα, αλλά αρχαίες οντότητες που οικοδομούν συνεχώς κόσμους. Η αρχαιότητά τους είναι μία από τις μορφές που δημιουργούν, προκειμένου να χτίσουν τις προοπτικές τους. Η ηρωική προσωπικότητα του Καραϊσκάκη είναι μια δίνη που κινητοποιεί το παρόν, ανασυντάσσοντας τα γειωμένα στοιχεία του. Πράγματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση μεταξύ τους  συνδέονται και πυροδοτούν μια σύγχρονη δυναμική. Ολόκληρη η Ιστορία είτε είναι πάντα παρούσα είτε είναι αχρείο ιδεολόγημα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Θα ήταν κοινοτοπία να πω πως οι ιδέες με παγιδεύουν. Αλλά πραγματικά αυτό συμβαίνει, υπό την έννοια πως οι ποιητικές ιδέες παρουσιάζονται μπροστά μου ακαριαία. Φυσικά, μιλάμε για κάποιες ασυνείδητες διεργασίες που ξεπηδούν με την πρώτη ευκαιρία – παντού και πάντα. Τις αρπάζω και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι γιατί εμφανίστηκαν αυτήν ακριβώς την στιγμή, σε αυτές τις συνθήκες. Η σύνδεσή τους με την κατάσταση που βιώνω θα τους δώσει την πρώτη μορφή. Συμβαίνει κάποτε να βιώνω μια κατάσταση και ξαφνικά είτε δεν ικανοποιούμαι με το βίωμα είτε εμφανίζεται μια διαφορετική όψη του. Αν δεν ικανοποιούμαι, προσπαθώ να βρω εκείνα τα λόγια που αποκαλύπτουν την αλήθεια του βιώματος. Υποθέτω πως υπάρχει πάντα μια αλήθεια σε κάθε βίωμα. Αλλιώς δεν θα ήταν βίωμά μας, αλλά βίωμα κάποιου άλλου. Αν αυτή η αλήθεια αναδυθεί πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε πάει καλά. Από εκείνη την στιγμή και έπειτα, η αλήθεια πρέπει να ρυθμοποιηθεί, να μυθοποιηθεί και να κινητοποιήσει το βίωμα. Θέλω να πω πως το έργο τέχνης, που είναι το ποίημα, πρέπει να διαθέτει την σφαιρικότητα μιας ρυθμικής ενότητας (που δεν είναι απαραίτητα ζήτημα σταθερής επανάληψης τονισμένων-άτονων συλλαβών), να έχει ενσωματώσει έναν μυθικό χρόνο και χώρο (υπό την έννοια πως κάποιος κάπου κάτι λέει συγκεκριμένα) και να απευθύνεται στον αναγνώστη με τη δύναμη του λόγου που τον αφορά άμεσα. Επειδή η ποίηση αποτελεί στοιχειακή μορφή επικοινωνίας ή τουλάχιστον στηρίζεται σε μια στοιχειακή μορφή επικοινωνίας, πριν απ’ όλα είναι κάτι που το λέει κάποιος, με τρόπο συμπαγή και ολοκληρωμένο, σε κάποιον που ενδιαφέρεται για τα λεγόμενα. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη δύναμη με την οποία το σκοτάδι αναδεύεται στα σκοτάδια της ψυχής του ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι πάντα με συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος αποτελείται από ένα πολύ γενικό σχέδιο, που εντός του τα πάντα είναι περιστασιακά. Όταν μου παρουσιαστεί μια ιδέα ποιητική, αναδύεται αυτόματα η δυνατότητα ύπαρξης ενός ποιήματος. Έχω την καρδιά του, που μπορεί να είναι η αρχή ή το τέλος. Αρχικά θα πρέπει να το σχεδιάσω πρόχειρα. Έπειτα θα πρέπει να σκεφτώ τον τρόπου ή τους τρόπους με τους οποίους αυτό που θέλω να γράψω με αφορά, γιατί καταπιάστηκα με αυτό, γιατί αυτή η ιδέα μου ανήκει, αφού δεν την επεξεργάστηκα συνειδητά. Αυτή η ενδοσκόπηση θα μου δώσει το υπόλοιπο υλικό του ποιήματος. Στη συνέχεια και αφού καταγράψω το υλικό που μου φαίνεται ενδιαφέρον, έχω μπροστά μου ένα πιθανό ποίημα. Θα επανέρχομαι για αρκετό καιρό σε αυτό και θα το στρογγυλεύω. Όλα αυτά τα στάδια μπορούν να ολοκληρωθούν με ενέργειες μεθοδικές ή τυχαίες – κατά κύριο λόγο τυχαίες. Σκέπτομαι το ποίημα συχνά, κάνοντας άλλες δουλειές. Οι τυχαίες και οι ασυνείδητες διαδικασίες έχουν για μένα μεγάλη σημασία· αλλά, αφού ολοκληρώσουν το έργο τους, γίνομαι πολύ αυστηρός κριτής – ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Είναι κάτι που το έμαθα από τους αρχαίους λυρικούς και τραγικούς και δεν μπορώ να ξεφύγω – δεν θέλω ίσως να ξεφύγω.

Όταν γράφω λειτουργεί μόνο η αίσθηση της όρασης. Ακόμα και αν υπάρχει μουσική, δεν την ακούω. Ακούω όμως όλες τις άλλες ώρες μουσική.

Οι μουσικές προτιμήσεις μου: το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι, η alternative και experimental μουσική, Meredith Monk ας πούμε ή  Calexico ή Tom Waits και ο Handel, ο Zelenka, ο Poulenc, ο Satie, ο Cesar Frank, o Shostakovich, ο Glass, ο Cage,  ο Nyman, ο Reich…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Κάθε ποίημα σε πολύ διαφορετικά μέρη, με πολύ διαφορετική γραφική ύλη.

Ερημικές παραλίες, δάση, σαλόνια, υπνοδωμάτια, καφενεία, κεφαλόβρυσα χωριών, νοσοκομεία, αποθήκες, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία… είναι μερικά από τα μέρη που μπορώ να θυμηθώ.

Ποια είναι η θέση της ποίησης σε τόσο δυσμενείς συνθήκες ζωής όπως οι σημερινές;

Νομίζω πως όλες οι συνθήκες ζωής, σε όλες τις ιστορικές περιόδους είναι δυσμενείς. Η ζωή είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο, ανάμεσα στις ομάδες, ανάμεσα στην ψυχή και την Ιστορία. Η ποίηση έπαιζε πάντα πολλούς ρόλους, έπαιρνε πολλές και πολύ διαφορετικές θέσεις – μέσα στην ίδια ιστορική περίοδο εννοώ. Έχει υπηρετήσει πολλούς τυράννους και έχει παρηγορήσει πολλές ψυχές. Ακόμα έχει εμπνεύσει επαναστάτες. Σήμερα νομίζω πως η θέση της είναι δίπλα στο άτομο που βιώνει την άνοδο των κοινωνιών του ελέγχου και δεν θέλει να αποδεχθεί τις ηγεμονικές απόψεις για την βελτίωση της ζωής του και της ζωής τού συνόλου. Η ποίηση μπορεί να ισχυροποιήσει την μέριμνα για τον εαυτό – που έλεγε κι ο Foucault. Γι’ αυτό βρίσκω υπέροχο το γεγονός πως όλοι προσπαθούν να γράφουν ποίηση: βελτιώνουν τον λόγο και την σκέψη τους. Όσοι «φρίττουν» με την «ανίερη» συνήθεια καθενός να θέλει να είναι ποιητής, κάνουν θεολογία. Και όταν η ποίηση γίνεται θεολογία, η θεολογία γίνεται πολιτική (ολιγαρχική). Αυτή η περίφημη ρήση πως τάχα δεν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης δεν είναι αληθής –άλλωστε ο Γερμανός ιδιοκτήτης της την πήρε πίσω- αλλά λέει πολλά άλλα πράγματα. Λέει, ας πούμε, πως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορεί να γραφεί ποίηση με τις ίδιες προϋποθέσεις που γραφόταν πριν. Το ποίημα δεν είναι πια μόνο μια μορφή συναισθηματικής χρήσης της γλώσσας -έστω και «supreme»- αλλά μια μορφή ευθύνης απέναντι στην ύπαρξη. Το ποίημα πρέπει να προσφέρει μιαν αλήθεια. Δεν μπορεί να κρύβεται πια στο καβούκι της αισθητικής. Η αισθητική σήμερα είναι θεολογία. Είναι η πολιτική του θεοποιημένου εμπορεύματος. Το έργο τέχνης δεν είναι ωραίο, είναι κεραυνοβόλο, συγκλονιστικό και χίλια δυο ακόμα, αλλά όχι ωραίο. Ωραία είναι τα προϊόντα, οι διαφημίσεις…

Η πεζογραφία σας αφήνει αδιάφορο; Θα παραμείνετε αποκλειστικά ποιητής;

Η πεζογραφία δεν με αφήνει αδιάφορο. Ίσα-ίσα την αγαπώ και νομίζω πως μπορεί να τροφοδοτεί την ποίηση με πλούτο πνευματικό και τεχνικό. Μπορεί κανείς να μάθει να γράφει ποίηση διαβάζοντας Κοσμά Πολίτη ή Μάριο Χάκα ή Καζαντζάκη ή Henry James ή Poe κι ακόμα Pynchon, Hemingway, Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό. Η ήδη κοπιαστική ενασχόλησή μου, όμως, με την ποίηση δεν μου επιτρέπει να ασχοληθώ με την πεζογραφία, που είναι επίσης πολύ κοπιαστική δουλειά με πολλές απαιτήσεις. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει καλά. Αν παραμείνω αποκλειστικά ποιητής ή όχι, δεν το ξέρω. Πάντως δεν θα ήθελα να γράψω πεζογραφία, μεταφέροντας όλες τις συνήθειές μου από την ποίηση. Αν το κάνω κάποτε θέλω να το κάνω με τους όρους της πεζογραφίας.

Μας παρουσιάσατε σε δυο εκδόσεις την περίπτωση του Φώτη Αγγουλέ. Τι σας ώθησε στην παρουσίαση του συγκεκριμένου λογοτέχνη; Με ποιο τρόπο θα τον συστήνατε στους νέους αναγνώστες;

Ο Μάρκος Μέσκος με ώθησε. Κουβεντιάζαμε για την ψυχική δύναμη του Αγγουλέ. Αγράμματο παιδί και κατάφερε να γράψει όμορφη ποίηση. Λέγαμε και για τη δύναμη του ανθρώπου γενικά, κι έτσι αποφάσισα να κάνω την πρώτη ανθολογία. Ύστερα μου ζητήθηκε μια μονογραφία σε κάποια σειρά για τους «αφανείς», κι εγώ έδωσα ένα πεζογράφημα που αποτελείται από ψευδο-ντοκουμένα (μαρτυρίες ανύπαρκτων προσώπων, δημοσιεύματα εφημερίδων, επιστολές, αστυνομικές αναφορές…) τα οποία αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά. Όποιος νέος θέλει να δει πόσο δυνατός μπορεί να είναι ο άνθρωπος στις χειρότερες συνθήκες και με ανύπαρκτες προϋποθέσεις, ας ρίξει μια ματιά σε αυτά τα βιβλία. Η ποίηση μπορεί να ανθίσει εκεί που μόνο πέτρες και στάχτες υπάρχουν. Πραγματικά, όλα εκείνα τα ανθρωπάκια: χωροφύλακες, στρατιωτικοί, παπάδες, που βασάνισαν και καταδίωξαν τον Αγγουλέ έγιναν σκέτο λίπασμα. Ο Αγγουλές υπάρχει. Στα βιβλία που έφτιαξα γι’ αυτόν και σε άλλα. Η ποίηση θριάμβευσε.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Μπορεί ο αναγνώστης να ελπίζει σε κάποια συγκεντρωτική έκδοση;

Πέφτει στα χέρια μου ένα βιβλίο που με δονεί. Κάθομαι και γράφω μια φανταστική επιστολή στους αναγνώστες, με την οποία τους παρουσιάζω το βιβλίο και προσπαθώ να τους βοηθήσω να εντοπίσουν τη δύναμή του. Ύστερα απαλείφω τα επιστολικά στοιχεία και γίνεται… δημοσίευμα.  Σχεδόν πάντα, οι κριτικές μου είναι μια ευκαιρία να δημοσιοποιήσω τις απόψεις μου για την ποίηση, την πολιτική… τα πάντα. Για μένα η κριτική είναι παιδί της ανάγνωσης. Ανάγνωση σημαίνει αποδοχή των όρων που θέτει το κείμενο. Δεν γράφω ποτέ για βιβλία που δεν μου αρέσουν. Δεν έχει νόημα. Τα κακά βιβλία σε υποβάλουν σε μαρτύρια. Είναι σπατάλη ψυχής να μπαίνεις στο παιχνίδι τους. Εξάλλου, δεν ενοχλούμαι καθόλου από την ύπαρξή τους. Δεν θέλω να τα κατακρίνω. Κι αν κάποιος πει πως έτσι χάνεται η κοινωνική λειτουργία της κριτικής, θα πω κι εγώ πως μέχρι σήμερα η κοινωνική λειτουργία της κριτικής ήταν μια σφαγή που δεν μάτωνε. Φυσικά, θα συγκεντρώσω κάποτε τις κριτικές αυτές σε ένα βιβλίο. Ίσως πολύ σύντομα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου άλλου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάρκο Μέσκο, αρχικά. Και θα το κάνω. Σιγά-σιγά. Όλα στον καιρό τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Descartes, ο Ezra Pound, ο William Blake, ο Dylan Thomas, ο Poe, ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Σοφοκλής… Διαβάζω από 9 ετών λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμη…

Αγάπησα τους περισσότερους συγγραφείς. Από καθέναν κάτι πήρα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αμέτρητα, αλλά έχω τρεις «Βίβλους»: τη Βίβλο, την Ιλιάδα και τα Cantos του Ezra Pound.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη, The Murders of Rue Morgue του Poe…

Αγαπημένα σας ποιήματα.

Η μέρα της Λαμπρής του Σολωμού, Εις δόξαν του Κάλβου, Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, Αλαφροΐσκιωτος του Σικελιανού, Μαρία Νεφέλη του Ελύτη…

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ηρακλής του Ευριπίδη.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Διαβάζω το κείμενο, διαβάζω οτιδήποτε αφορά στον συγγραφέα και στο κείμενο και μπορώ να το εντοπίσω (το διαδίκτυο είναι πραγματικό θησαυροφυλάκιο), εξοικειώνομαι με τον συγγραφέα, και αφού τα έχω κάνει όλα αυτά, κάθομαι ένα διάστημα να εξοικειωθώ μαζί τους και να γίνουν κομμάτι της ζωής μου. Ύστερα   προχωρώ στην ερμηνεία του κειμένου και αρχίζω να διαβάζω και να φαντάζομαι πως είμαι ο συγγραφέας. Μετατρέπω τον συγγραφέα σε προσωπείο μου. Βέβαια θα μπορούσα να κάνω το αντίστροφο, αλλά -πώς να το κάνουμε;- εγώ είναι εκείνος που πρέπει να δώσει την παράσταση. Εμένα θα κατηγορήσουν οι θεατές. Και, συνήθως, αν δεν με κατηγορήσουν πως απομακρύνθηκα από τον συγγραφέα θα με κατηγορήσουν πως ήμουν τόσο κοντά του, ώστε να «στεγνώσω» τον λόγο του. Αλλά, φυσικά, ο συγγραφέας είναι μαζί μου. Πάντα. Το ξέρω. Έχουμε κουβεντιάσει πολύ μέσα στο κείμενο. Άλλωστε πιστεύω πως κάθε καλή μετάφραση οφείλει να είναι αμφιλεγόμενη. Δεν το λέω αυτό για να εντυπωσιάσω. Η μετάφραση επιτελείται σε έναν κοινωνικό τόπο ασυμμετρίας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για σωστές μεταφράσεις. Τι σημαίνει μια σωστή μετάφραση; Προχειρότητες που αγνοούν την πολυπλοκότητα μιας γλωσσικής δράσης όπως η μετάφραση.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Poe, γιατί  αντιστεκόμουν στις αλήθειες τους. Ήταν μια οδυνηρή διαδικασία. Σαν να φοβάσαι το σκοτάδι και να σε έλκει βασανιστικά.  Προσπαθείς να προκαλέσεις αυτό που θέλεις να αποφύγεις μια ώρα αρχύτερα. Έλεγα στον Poe: «Φύγε από την γλώσσα μου, δαίμονα». Και μετά ένιωθα πως είχα μιλήσει στον εαυτό μου. Και άκουγα τον Poe να μου λέει: «Δεν είμαι εγώ για σένα». Και θύμωνα και προσπαθούσα να τον παρασύρω σε άλλες όψεις της ποίησης. Και το παρέσυρα, για να διαπιστώσω πως με είχε παρασύρει εκείνος όπου ήθελε.

Το ίδιο έπαθα και με τη μετάφραση του Αίαντα του Σοφοκλή. Ο Αίας ζητούσε να συμμεριστώ την απόφασή του να πεθάνει. Τη συμμερίστηκα. Πραγματικά τη συμμερίστηκα. Αλλά τον άφησα να πεθάνει μόνος. Τον κορόιδεψα. Αλλά δεν νομίζω πως θύμωσε. Με άφησε πίσω, για να βοηθήσω τον Τεύκρο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Να καταφέρω να μεταφράσω όλη την Ιλιάδα. Με τρέφει η μετάφρασή της, μου μαθαίνει όλο και περισσότερους τρόπους έκφρασης. Είναι ζήτημα… πατριωτικό. Η πατρίδα μου είναι η ελληνική γλώσσα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Πραγματικά, δεν έχω δει πουθενά να μην αναφέρεται ή να μην σχολιάζεται η δουλειά ενός πολύ καλού μεταφραστή. Εξαιρούνται ορισμένα έντυπα που επιβάλουν αυστηρούς περιορισμούς χώρου. Κατά τα λοιπά, ισχύει πάντα η λογική του «αναφέρουμε ό,τι πουλάει!» Όπως και να έχει, οι αναγνώστες σέβονται και αγαπούν τους καλούς μεταφραστές.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράσεις, επιμέλειες…

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω μικρά λυρικά ποιήματα. Καταβάλω μια προσπάθεια να αρχίσω από το τέλος της ποίησης. Να πάω, δηλαδή, στην αρχή. Διαβάζω το Μέλμωθ ο Περιπλανώμενος του Robert Maturin, του οποίου μια συντομευμένη έκδοση –δια χειρός Hawthorne υιού- είχα μεταφράσει κάποτε. Το βιβλίο ολόκληρο είναι συγκλονιστικό και εξαιρετικά μεταφρασμένο από την κυρία Χαρά Σύρου. Μεταφράζω το Ζωή και Πεπρωμένο του Vasily Grossman και προχωρώ στη μετάφραση της τρίτης ραψωδίας της Ιλιάδας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω πολύ κινηματογράφο και θέατρο. Είμαι λάτρης των ταινιών του Lars von Trier, από το μαγικό The element of crime μέχρι την αριστουργηματική Μελαγχολία. Και ο Béla Tarr με μαγεύει. Πραγματικοί ποιητές.  Όσοι για το θέατρο, παρακολουθώ τα πάντα. Ακόμα και από τις μέτριες ή κακές παραστάσεις κάτι κερδίζω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Λίγο βαρετές, αλλά συχνά ενδιαφέρουσες. Κάποτε χυδαίες, αλλά δημοκρατία σημαίνει να αντιμετωπίζεις καταπρόσωπο και σαν ίσο τον άλλον, όπως κι αν είναι.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Πάντα, όσο μπορώ περισσότερες, σε οποιοδήποτε μέσο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και δωρεάν να μου την έδινε δεν θα την ήθελα. Τι να την κάνω; Ο αιώνια νέος άνθρωπος μοιάζει λίγο με βράχο πλάι στη θάλασσα. Γιατί είναι πάντα μελαγχολικοί οι βράχοι πλάι στη θάλασσα;