Στο αίθριο του Πανδοχείου, 60. Χρήστος Χαρτοματσίδης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς

Έχω μεγαλώσει με την κλασική Ρωσική λογοτεχνία. Αγαπημένοι είναι οι περισσότεροι μεγάλοι Ρώσοι – ο Γκόγκολ – προπομπός της  σουρεαλιστικής γραφής – με το διήγημα «Η μύτη», όπου ένας κουρέας κατά λάθος κόβει την μύτη του πελάτη και η μύτη του αρχίζει την δική της αυτόνομη ζωή, σαν κανονικός κύριος!!! Ο Λεβ Τολστόι, ο μεγάλος Ντοστογιέφσκι, μετά  ο Τσέχοφ, ο Γκόρκι, ο Σόλοχοβ, κι ο Βασίλη Σούκσιν. Υπάρχουν και ποιητές που έχουν γράψει σπουδαία πεζογραφία – ο Πούσκιν (διηγήματα του Μπέλκιν) και το μυθιστόρημα του σε στίχους Ευγένιος Ονέγκιν κι ο Λέρμοντοβ –  με  τον «Ηρωας της εποχής μας».

Η άλλη μεγάλη σχολή του 19του αιώνα είναι η Γαλλική – βεβαίως, με τον Μπαλζάκ, Στενδάλ, Ουγκό, Φλομπέρ, Ζολά, Μοπασάν («Ο Φιλαράκος»!!!) Κι ο κάπως παρεξηγημένος Αλέξανδρος Ντουμά – που όλοι τον θυμούνται μοναχά με τους «Τρεις σωματοφύλακες» και τον «Κόμη Μοντεχρίστο», που όμως έχει κάνει μια από τις καλύτερες περιγραφές της Γαλλικής Επανάστασης με το πολύτομο μυθιστόρημά του «Ο Ιππότης του Μεζόν Ρουζ» Βέβαια, πάντα παραμένει εκπρόσωπος του ρομαντισμού, οι χαρακτήρες του είναι συνήθως σε άσπρο/μαύρο και ποτέ δεν θα πει πως η βασίλισσα είχε εραστή! Θα τον ονομάσει «αφοσιωμένο θαυμαστή» και την σχέση τους – «σχέση αμοιβαίου σεβασμού». Άλλωστε, έχει καταφέρει μια υπόθεση μοιχείας (της βασίλισσας) κι εσχάτης προδοσίας – που ουσιαστικά διαπράττουν οι τρεις σωματοφύλακες, να την παρουσιάσει σαν προσπάθεια υπονόμευσης του θρόνου από τον καρδινάλιο  Ρισελιέ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το μπάνιο του Αλιόσα Μπεζκονβόϊνη» του Βασίλη Σούκσιν, που το μετέφρασα στα ελληνικά για το «Δέντρο».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Φάλσταφ, με όλες του τις αντιθέσεις. που ίσως είναι από τους πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες του Σαίξπηρ. Νομίζω, όπως στους ηθοποιούς αρέσει να υποδύονται τους πολύπλοκους κι αρνητικούς χαρακτήρες, τους «κακούς», έτσι και στους συγγραφείς αρέσει να τους πλάθουν. Εκεί, μπορούν να μεγαλουργήσουν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι συγγραφείς αναγκαστικά «αντιγράφουν» από την ζωή. Π.χ. πρότυπο του χαρακτήρα του γέρου κόμη Μπεζουχόβ, που αναγνωρίζει το νόθο γιο του Πιέρ, στο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι,  ήταν ο Μέγας Καγκελάριος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο κόμης Μπεζμπορόντκο!!! Η μικρότερη αδερφή της γυναίκας του Τολστόι η Τατιάνα Αντρέεβνα Μπερς, ήταν το πρότυπο για την Νατάσσα  Ροστόβα. Συνήθως οι αντιδράσεις των πραγματικών ηρώων για τον τρόπο που τους έχουν απεικονίσει είναι αρνητικές. Θυμάμαι μια αφήγηση του Χάσεκ για το πρότυπο του στρατιωτικού ιερέα – μεθύστακα Ότο Κατς, που όταν αναγνώρισε τον εαυτό του, πήγε οργισμένος στο σπίτι του συγγραφέα, απειλώντας να τον  σύρει στα δικαστήρια.  Ο Χάσεκ κατάφερε να τον μεθύσει κι έτσι  λύθηκε η παρεξήγηση. Ναι, έχω δει πως μεγαλώνουν ή γερνάνε κάποιοι «ήρωές» μου. Πάντα υπάρχει ενδιαφέρον, όταν ξεφεύγουν από τα αρχικά χαρακτηριστικά τους, προσφέροντας εκπλήξεις – γι’ αυτό και τα πιο απίθανα σενάρια τα δημιουργεί η ίδια η ζωή.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έτυχε,  δεν με πειράζει αρκεί εκείνη τη στιγμή να είμαι απομονωμένος.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις

Την ώρα του γραψίματος η μουσική με αποδιοργανώνει. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, ακριβώς επειδή ακούω την μουσική. Συνήθως η μουσική με αναστατώνει. Π.χ. αν οδηγώ κι ακούω το Speed king ή το  Highway star των  Deep purple, ασυνήθιστα πατάω περισσότερο γκάζι.  Η μουσική δεν είναι ηχητική ταπετσαρία, ώστε σε αυτό τον φόντο να κάνεις κάτι άλλο κι όμως, για πολλούς λειτουργεί ακριβώς έτσι. Μου φαίνεται περίεργο όταν ακούω, πως χειρουργούν ακούγοντας μουσική. Παραξενεύτηκα επίσης όταν διάβασα ότι υπάρχει σαν είδος η «μουσική των αεροδρομίων», ή των «σουπερμάρκετ», ή των «ασανσέρ». Οι μουσικές μου προτιμήσεις  είναι ανάλογα με την διάθεση μου – ποικίλουν από την κλασική μέχρι την ραπ ή την τσιγάνικη ή κάποια  δημοτικά – γενικά  όλα τα είδη.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων είναι: «Το παλιό κτίριο» από τις εκδόσεις «Νεφέλη». Στο πρώτο μέρος περιέχει ιστορίες με Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Βουλγαρία. Είναι ρεαλιστική αφήγηση, χωρίς ηρωισμούς και εγκώμια. Η πραγματική ζωή, στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Ακολουθεί το μυθιστόρημα «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» που είχε βραβευθεί στον διαγωνισμό διηγήματος του Δήμου της Φιλιππούπολης και του εκδοτικού οίκου «Χ.Γ. Δάνοβ» το 1990 στην Φιλιππούπολη. Το βιβλίο έπρεπε να εκδοθεί τον επόμενο χρόνο, κάτι που δεν έγινε για οικονομικούς λόγους. Εκδόθηκε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Πατάκη». Στην Βουλγαρία εκδόθηκε μόλις το 2007 από τις εκδόσεις «Balkani» Βρήκε θερμή υποδοχή από την κριτική στις δύο χώρες. Οι Βούλγαροι το θεωρούν Το βουλγάρικο μυθιστόρημα γραμμένο από Έλληνα. Πρόκειται για τα βιώματα  ενός νεαρού κιθαρίστα στην Σόφια την δεκαετία του 70, τα χρόνια δηλαδή που αρχίζει η παρακμή του Συστήματος.

Μετά είναι «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» – πάλι από τις εκδόσεις «Πατάκη» και πάλι για του Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, όμως της δεύτερης γενιάς, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εκεί. Με χιούμορ και ρεαλισμό παρουσιάζονται τα γεγονότα που φέρανε την διάλυση του Ανατολικού μπλοκ. Το σπουδαίο είναι πως πρόκειται για προσωπικές μαρτυρίες  κι ίσως αυτή να είναι η ιδιαίτερη συμβολή του βιβλίου, είναι η ματιά από μέσα, οι εκτιμήσεις  Ελλήνων που μπόρεσαν να βιώσουν αυτές τις εμπειρίες. Προτάθηκε για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω»

Ακολουθούν η συλλογή με διηγήματα «Φώτο Βέριτας» εμπνευσμένη από την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα – που κι αυτή προτάθηκε για το βραβείο συλλογής διηγημάτων του «Διαβάζω»

Το θεατρικό «Οι εφιάλτες του δήμιου Σανσόν»  εκδόσεις «Μανδραγόρας» – θεατρικό – με θέμα τη σύγκρουση του ατόμου με την εξουσία.

Το τελευταίο μου βιβλίο «Μια εταίρα θυμάται» – από τα «Ελληνικά γράμματα» ένα μη ηρωικό μυθιστόρημα, για την στρατοκρατούμενη Σπάρτη και την Κρυπτεία  κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Η προσέγγιση του θέματος είναι εντελώς διαφορετική από την συνηθισμένη ηρωική ή μεγαλοπρεπή παρουσίαση στα σχολικά βιβλία και στα διάφορα ιστορικά μυθιστορήματα. Το βιβλίο διαβάζεται «με κομμένη την ανάσα», έχει αγωνία, χιούμορ και γρήγορο ρυθμό.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι ιατρός – μικροβιολόγος – Δ/ντης Μικροβιολογικού τμήματος στο Γ.Ν. Κομοτηνής.

Τι διαβάζετε;

Το περίεργο είναι ότι διαβάζω περισσότερο ιστορικά κείμενα, ή απομνημονεύματα, παρά λογοτεχνικά

Τι γράφετε τώρα;

Περιμένω, αν όλα πάνε καλά, το Νοέμβρη να βγει το  μυθιστόρημά μου «Κάπου αλλού είναι η γιορτή»  από τις εκδόσεις «Τόπος» με ήρωες -νέους από τα εργατικά προάστια της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του 80. Παιδιά που αναζητούν τον δρόμο τους στη ζωή, μα βλέπουν πως πάντα κάπου αλλού είναι η γιορτή, εκεί που δεν έτυχε να γεννηθούν οι ίδιοι.

Ετοιμάζω και μια συλλογή διηγημάτων τα περισσότερα από τα οποία έχουν εκδοθεί στο περιοδικό «Μανδραγόρας»

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο «Μανδραγόρας».  Με τον εκδότη του, τον Κώστα Κρεμμύδα εδώ και αρκετά  χρόνια είμαστε φίλοι κι έχω την τιμή να συνεργάζομαι με το περιοδικό του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Οι περισσότεροι γράφοντες αρχίζουν με ποίηση, μετά περνάνε στα άλλα είδη. Συνεχίζω που και που να γράφω ποίηση. Τώρα με την ραπ μουσική η ρυθμική ποίηση με ομοιοκαταληξία, πήρε επιτέλους την ρεβάνς της. Τόλμησα να γράψω ραπ και να το παρουσιάσω σε ποιητική εκδήλωση στο Ωδείο Αθηνών. Ο πιανίστας που συνόδευε τα ποιήματα των άλλων κατενθουσιάστηκε και ζήτησε να επαναλάβω το ποίημα  ενώ ο ίδιος αυτοσχεδίαζε. Αργότερα αυτό το  ποίημα – ραπ βγήκε στον «Μανδραγόρα», πρόκειται για το «Ραπ του Κόκκινου στρατού» και σχολιάστηκε αρκετά.  Έγραψα ραπ και στα βουλγάρικα το «Ραπ για το μούτρο και το πρωινό» Η λέξη «μούτρο» πρόσφατα απέκτησε νέα έννοια στην βουλγαρική. Χαρακτηρίζει τους πρώην παλαιστές, σωματοφυλακές κ. λπ.  με τις βαριές χρυσές καδένες στο λαιμό και τα τζιπ πολλών κυβικών, που έχουν εξελιχθεί  σε επιχειρηματίες, με τις γνωστές τους μεθόδους. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ορφέας» – του μεγαλύτερου εν ζωή Βούλγαρου ποιητή – Λιουμπομήρ Λέβτσεβ κι άρεσε πολύ.

Ναι, αν ήμουν τώρα δεκαοχτώ χρονών θα ήθελα να είμαι ράπερ!

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ευχαρίστως θα έγραφα για τον Νίκο Καζαντζάκη. Είναι πολύ μεγάλος συγγραφέας – παγκόσμιας κλάσης. Με την συνεχή αναζήτηση του θείου, μοιάζει με τους μεγάλους Ρώσους, έχει Δυτική κουλτούρα κι ανήσυχη Ελληνική ψυχή.

Πλήρης εργογραφία και κριτικογραφία εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 58. Κώστας Αρκουδέας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αγαπημένοι συγγραφείς βρίσκονται σε πολλά και διαφορετικά λογοτεχνικά ρεύματα (όπου κολυμπούν σαν πέστροφες). Από τους Λατίνους μ’ αρέσει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και παλαιότερα ο Μάρκες. Από τους Αμερικανούς του μεσοπολέμου προτιμώ τον Σκοτ Φιτζέραλντ. Από τη αστυνομική λογοτεχνία, τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, για το υπόγειο και διαβρωτικό χιούμορ του. Από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας ξεχωρίζω τον Φιλιπ Ντικ, ενώ από το global novel, τον Φρανκ Σέτσινγκ. Θα μπορούσα να συνεχίσω απ’ άπειρον – τρόπος του λέγειν…

Από τους Έλληνες πεζογράφους ξεχωρίζω τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Μ. Καραγάτση και την Ιωάννα Καρυστιάνη, ενώ από τους ποιητές τον Καβάφη και τον Καββαδία. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά αξιόλογα παιδιά της νέας γενιάς…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Έκανα πρόσφατα τη short list με τα βιβλία που έχω σταθερά στην κορυφή των προτιμήσεών μου… 1. Μαργκρίτ Γιουρσενάρ: Αδριανού απομνημονεύματα 2. Τζακ Κέρουακ: Στο δρόμο 3. Τζον Μπάνβιλ: Η θάλασσα 4. Τζόναθαν Λίτελ: Ευμενίδες 5. Νίκος Παναγιωτόπουλος: Το γονίδιο της αμφιβολίας

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Τσέχωφ, πρωτίστως, ως του μέγα τεχνίτη της μικρής φόρμας. «Των κεκοιμημένων» του Δημήτρη Μίγγα. «Η φλέβα του λαιμού» του Σωτήρη Δημητρίου. «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζυράνα Ζατέλη. Τα περισσότερα του Σκαμπαρδώνη. Βρήκα ενδιαφέροντα στοιχεία στη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θεωρώ αξιοπρόσεκτη περίπτωση τον Γιάννη Μακριδάκη. Το γεγονός ότι μεταπήδησε από τα μαθηματικά στη λογοτεχνία, το γεγονός ότι ζει μακριά από τη μητρόπολη και ασχολείται με ό,τι τον ενδιαφέρει… Αν έχω σιχαθεί ένα είδος τα τελευταία χρόνια, είναι οι συγγραφείς – δημοσιοσχεσίτες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο βιβλίο μου «Τα κατά Αιγαίον πάθη» περιγράφω τους καημούς και τα πάθη μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων που έλαμψε κάποτε στην Οία. Τους περισσότερους συνεχίζω να τους βλέπω και να μαθαίνω νέα τους.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αλλόκοτος ήρωας του Ντοστογιέφσκι, ο πρίγκιπας Μίσκιν, από την κλασική λογοτεχνία. Από τη σύγχρονη, σχετικά πρόσφατα, η Λίζμπετ Σαλάντερ, η αυτιστική και ιδιοφυής ηρωίδα του Στιγκ Λάρσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν είμαι έξω, γράφω παντού, ή, για να είμαι πιο ακριβής, κρατάω σημειώσεις παντού… σε χαρτοπετσέτες, σε περιοδικά, σε πακέτα τσιγάρων, ακόμα και στην πλάτη μιας γυναίκας, κάποια στιγμή, καθώς δεν έβρισκα πουθενά αλλού να γράψω. Δεν την ήξερα και με πέρασε για τρελό…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως γίνομαι αιχμάλωτος μιας ιδέας που με συγκλονίζει, με τριβελίζει και δεν με αφήνει να ησυχάσω. Την έχω στον κήπο μου και τη φροντίζω, την κανακεύω και την καλλιεργώ επισταμένα.

Τις ιδέες δεν τις παγιδεύω, όχι τουλάχιστον με τη θέλησή μου. Απλώς έχω ανοιχτή την πόρτα της έμπνευσης, έρχονται και τρυπώνουν μόνες τους σε ανύποπτη στιγμή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Την εποχή που γράφω γίνομαι παράξενος, λίγο αντικοινωνικός. Χρειάζομαι τέσσερις τοίχους, υπολογιστή και απόλυτη ησυχία. Κιχ δε θέλω να ακούγεται… Από ό,τι μου λένε, τη συγκεκριμένη εποχή κυκλοφορώ παραμιλώντας στο δρόμο, είμαι μόνιμα αφηρημένος και όταν με ρωτάνε κάτι, ξεχνάω να απαντήσω – ή, μάλλον, ξεχνάω πως με έχουν ρωτήσει κάτι. Ο κόσμος στο κεφάλι μου είναι πολύβουος, απαιτητικός και μου απορροφά πολλή ενέργεια.

H μουσική που ακούω είναι η μουσική της γενιάς μου, η ροκ. Μου αρέσουν,  ωστόσο, τραγούδια που ανήκουν στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Αντίθετα, δεν μπορώ να ακούσω λαϊκά τραγούδια, ούτε φυσικά σκυλάδικα, έστω για πλάκα.

Μια μικρή παρουσίαση / εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Υποθέτω ότι αποτελώ τον πονοκέφαλο κάθε κριτικού ή φιλολόγου που επιχειρεί να κατατάξει έναν συγγραφέα σε λογοτεχνικό είδος. Και αυτό γιατί σε κάθε βιβλίο ασχολούμαι και με διαφορετικό είδος, το οποίο συνήθως απέχει παρασάγγες από το προηγούμενο. Δείτε τα δυο τελευταία μου μυθιστορήματα. Το προηγούμενο ήταν ιστορικό μυθιστόρημα, το επόμενο θεολογικό–επιστημονικό θρίλερ με μελλοντικές προεκτάσεις. Από τον 3ο π.Χ. αιώνα στον 21ο. Η απόσταση και μόνο ζαλίζει… μ’ αρέσει, όμως. Αν αντιπαθώ κάποιους συγγραφείς, είναι οι μανιεριστές, εκείνοι που αν έχεις διαβάσει ένα βιβλίο τους, τα έχεις διαβάσει όλα. Δεν τους κουράζει κάτι τέτοιο; δεν τους φθείρει;

Κοιτώντας πίσω, στο συγγραφικό παρελθόν μου, βλέπω: Το «Πρόσεχε να μην πετρώσεις» είναι μια μαρτυρία για το σύγχρονο διχασμό κάποιας που είναι από τη μια πλευρά θεοσεβούμενη και από την άλλη κομμουνίστρια. Το «Παλιό δέρμα του φιδιού» και η μετεξέλιξή του στο «Ποτέ τον ίδιο δρόμο» είναι ταξιδιωτικό αφήγημα και συγχρόνως κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. «Τα κατά Αιγαίον πάθη» είναι ένα σχόλιο πάνω στις ακραίες μορφές του έρωτα και ταυτόχρονα η πορεία μιας κοινότητας ανθρώπων, των «σαμάνων του Αιγαίου»,  που έζησαν κάποτε και έδρασαν στην Οία της Σαντορίνης. «Ο πειρατής» είναι η μυθιστορηματική διασκευή ενός σεναρίου, το ανάποδο δηλαδή από αυτό που συνηθίζεται, με θέμα το εθιμικό δίκαιο και τον εξοβελισμό του από το σύγχρονο κόσμο. «Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του» είναι ένα κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα, με τους κανόνες και τις συμβάσεις του είδους, ενώ «Ο αριθμός του Θεού» ένα θεολογικό – επιστημονικό θρίλερ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο κυκλοφόρησε το χειμώνα του 2010 από τις εκδόσεις Απόπειρα. Είναι μια ανθολογία με τίτλο «Τα σιγκλάκια». Καθώς πρόκειται για όρο που χρησιμοποιείται κυρίως στη μουσική από τα ροκ συγκροτήματα, υποδηλώνει μια διάθεση περιπετειώδη και ανατρεπτική.  «Τα σιγκλάκια» δεν είναι ακριβώς διηγήματα. Είναι μικρά σε έκταση αυτοτελή κείμενα που δίνουν το στίγμα μιας περιπλάνησης που ξεκίνησε από το 1986 και συνεχίζεται έως σήμερα. Η επιλογή τους έγινε με σκοπό να διακρίνει ο αναγνώστης τα χνάρια της διαδρομής μου. Στην πραγματικότητα, είναι ένας χάρτης πορείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι στο υπουργείο Πολιτισμού. Μέχρι πρότινος ήμουν στο ΕΚΕΒΙ και τη Στοά Βιβλίου, ενώ τώρα βρίσκομαι στη Διεύθυνση Γραμμάτων. Είναι νομίζω απαραίτητο για τον λογοτέχνη να βιοπορίζεται, ούτως ώστε να ελευθερώνει την τέχνη του από επιρροές και εξαρτήσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσοι γράφουμε στην Ελλάδα έχουμε, νομίζω, ιδιαίτερη σχέση με το περιοδικό Διαβάζω. Είναι η ζωντανή ιστορία της γραφής και της ανάγνωσης στον τόπο μας. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, και ξεκίναγα την περιπέτεια της γραφής, εκεί ανέτρεχα για να πληροφορούμαι τα καθέκαστα. Επίσης, ιδιαίτερη θέση κατείχε μέχρι πρόσφατα, που απεβίωσε η ψυχή του, ο Κώστας Βουκελάτος, το περιοδικό Ιχνευτής. Επίσης, ξεχωρίζω Το Δέντρο, τη Λέξη, το εκ Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη και τα (δε) κατα του Ντίνου Σιώτη που έφεραν φρέσκο αέρα στο τοπίο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Οι συγγραφείς διακατέχονται από εμμονές, είναι γνωστό αυτό. Παλαιότερη εμμονή μου ήταν ο Ινδός Κάλανος που συνάντησε τον Μέγα Αλέξανδρο στα Τάξιλα και τον ακολούθησε ως το τέλος της εκστρατείας. Η τωρινή εμμονή μου είναι ο Νίκος Καζαντζάκης και το χαμένο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1957. Στήθηκε αδιανόητη ίντριγκα από την εγχώρια συντήρηση για να μην το πάρει. Όσο περισσότερα μαθαίνω γι’ αυτή την υπόθεση, τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον μου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο σκηνοθέτης που θαύμαζα ήταν ο Στάνλεϋ Κιούμπρικ ενώ από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Αλεχάντρο Γκονζάλεθ Ιναρίτου. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλές ταινίες που αγαπώ, μα στην κορυφή της λίστας θα τοποθετούσα αβίαστα την ταινία Don’t look now του Νίκολας Ρεγκ, με το ανεπανάληπτο δίδυμο Ντόναλντ Σάντερλαντ – Τζούλι Κρίστι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Επιχείρησα κάποτε, μα το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Ποίηση γράφει η αδελφή μου Κατερίνα Ραζέλου, που κατέχει την τέχνη της κωδικοποίησης του απείρου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Κοντεύω να ολοκληρώσω τη βιβλιογραφία του Ίαν ΜακΓιούαν. Ξεκίνησα από τα βραβευμένα έργα του και τώρα έχω περάσει στα λιγότερο γνωστά. Με γοητεύει αφάνταστα η κομψότητα και η διαύγεια του ύφους του.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια αμιγώς ερωτική ιστορία. Η πλοκή είναι υποτυπώδης. Με ενδιαφέρουν οι ψυχικές μεταπτώσεις, οι εναλλαγές συναισθημάτων, οι προθέσεις που κρύβονται πίσω από τις πράξεις, τα βαθύτερα κίνητρα, η αποδοχή ή όχι των σφαλμάτων…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Είναι ικανή η ελληνική λογοτεχνία να σταθεί επάξια στον ευρωπαϊκό χώρο; Νομίζω πως είναι. Τα τελευταία 15 χρόνια έχουν βγει πολλά και καλά βιβλία που θα μπορούσαν να διαβαστούν στο εξωτερικό, αν υπήρχε τρόπος να ξεπεραστεί ο σκόπελος της γλώσσας. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολυποίκιλες, όπως φαντάζομαι των περισσοτέρων. Οι ώρες που περνάω μπρος στον υπολογιστή είναι τόσες, που δεν τις μετράω για να μην τρομάξω.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Μα… η αιώνια νιότη είναι η ίδια η συγγραφή!

Σημ. του Πανδοχείου: Η «επιθυμητή» ερώτηση εντάσσεται σε όλα τα επόμενα Αίθρια. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα και γι’ αυτήν. Τα πνευματικά δικαιώματα θα του καταβάλλονται στο τέλος κάθε χρόνου.