Φίλιπ Γκούρεβιτς (επιμ.) – Η τέχνη της γραφής. 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review

Υποθέτω πως όλοι μας έχουμε μέσα μας έναν πρωτόγονο υποβολέα ή σχολιαστή, ο οποίος από την τρυφερή ηλικία ακόμα δεν παύει να μας συμβουλεύει, να μας λέει πώς είναι ο αληθινός κόσμος. Υπάρχει ένας τέτοιος σχολιαστής μέσα μου. Πρέπει να προλειαίνω το έδαφος γι’ αυτόν. Από αυτή την πηγή προέρχονται οι λέξεις, οι φράσεις, οι συλλαβές· κάποιες φορές μόνο οι ήχοι, τους οποίους προσπαθώ να ερμηνεύω, άλλες φορές ολόκληροι παράγραφοι, ακόμα και ως προς τα σημεία στίξης. Όταν ο Ε.Μ. Φόρστερ είπε: «Πώς να ξέρω τι σκέφτομαι αν δεν δω τι λέω;» ενδεχομένως αναφερόταν στον δικό του υποβολέα. Υπάρχει μέσα μας εκείνο το όργανο παρατήρησης – στην παιδική ηλικία τουλάχιστον. Στη θέα ενός προσώπου, στη θέα των παπουτσιών ενός ανθρώπου, του χρώματος του φωτός, του στόματος μιας γυναίκας ή ίσως του αυτιού της, συλλαμβάνει κανείς μια λέξη, μια φράση, κάποιες φορές τίποτε άλλο πέρα από μια ακατάληπτη συλλαβή που του μεταδίδει ο πρωτόγονος σχολιαστής.

… εξομολογείται ο Σόλ Μπέλοου σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες συνομιλίες που περιλαμβάνονται εδώ. Σήμερα όλο και περισσότερες τέτοιες συζητήσεις με συγγραφείς δημοσιεύονται σε μορφή βιβλίου καθώς η σημαντικότητα των προσώπων συμβαδίζει με το ενδιαφέρον των λόγων τους. Η συνέντευξη πράγματι έχει εξελιχθεί σε (έστω και ψευδεπίγραφο) λογοτεχνικό είδος, αποκαλύπτοντας έναν παράλληλο, προφορικό λόγο του ερωτώμενου, το εργαστήριό του, αλλά και διάφορες ενδιαφέρουσες πλευρές μιας ούτως ή άλλως ιδιαίτερης προσωπικότητας.

To Paris Review εξελίχθηκε σε κορυφαίο έντυπο του είδους, καθώς δημιουργήθηκε (στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο Παρίσι) από μια ομάδα αμερικανών διανοουμένων που επιθυμούσαν ακριβώς να δώσουν το λόγο στους ίδιους τους συγγραφείς και να προτιμήσουν μια «κουβεντιαστή» εξέταση του έργου τους. Ο τόμος περιλαμβάνει συζητήσεις με τους Τ. Σ. Ελιοτ, Τρούμαν Καπότε, Σολ Μπέλοου, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Γκράχαμ Γκριν, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ουίλιαμ Φόκνερ, Τζον Στάινμπεκ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ και τον κριτικό Χάρολντ Μπλουμ, όλες μεταξύ των ετών 1957 και 1991. Ο επιμελητής υπήρξε διευθυντής του περιοδικού από το 2005 έως το 2010.

Περισσότερο κυνικός και γωνιώδης όλων, ο Φώκνερ καθίσταται απομυθοποιητής του εαυτού του: Αν δεν είχα υπάρξει, κάποιος άλλος θα είχε γράψει τα έργα μου, του Χέμινγουεϊ, του Ντοστογέφσκι, όλων μας. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι υπάρχουν τρεις υποψήφιοι που διεκδικούν την πατρότητα των θεατρικών έργων του Σέξπιρ. Εκείνο που έχει σημασία, συνεχίζει, δεν είναι ποιος τα έγραψε αλλά ότι κάποιος το έκανε. Καθ’ όλη την συνομιλία o Φώκνερ παραμένει απόλυτος όσον αφορά τη συγγραφή (Αν ο συγγραφέας δεν είναι κορυφαίος, ξεγελάει τον εαυτό του λέγοντας πως δεν έχει χρόνο ή οικονομική ανεξαρτησία. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει έναν καλό συγγραφέα) και την ανάγνωση (-Κάποιοι λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τη γραφή σας, ακόμα και μετά από δύο η τρεις αναγνώσεις. Πώς θα τους προτείνατε να προσεγγίσουν τα γραπτά σας; -Να τα διαβάσουν τέσσερις φορές).

Στην ερώτηση ποιο θα ήταν το καταλληλότερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα απαντά: Την τέχνη δεν την απασχολεί ούτε το περιβάλλον· δεν τη νοιάζει πού βρίσκεται. Αν εννοείτε για μένα, η καλύτερη δουλειά που μου είχαν ποτέ προσφέρει ήταν να γίνω επιστάτης σε πορνείο. Κατά τη γνώμη μου, είναι ο τέλειος χώρος για να δουλέψει ένας καλλιτέχνης. Το μέρος είναι ήσυχο τις πρωινές ώρες, δηλαδή το καλύτερο διάστημα της μέρας για δουλειά. Υπάρχει αρκετή κοινωνική ζωή τα βράδια, αν επιθυμεί να συμμετέχει, για να μη βαριέται. Από την προσωπική μου εμπειρία κατέληξα στο ότι τα εργαλεία που χρειάζομαι για την τέχνη μου είναι χαρτί, καπνός, τροφή και λίγο ουίσκι. Εξίσου ενδιαφέρουσα η εξομολόγησή του πως διαβάζει τους αγαπημένους του συγγραφείς τόσο συχνά, που δεν αρχίζει πάντα από την πρώτη σελίδα, ούτε φτάνει ως το τέλος, αλλά πως μπορεί να διαβάσει μόνο μια σκηνή ή για έναν χαρακτήρα, όπως ακριβώς θα συναντούσε και θα μιλούσε σε έναν φίλο για λίγα λεπτά.

Ιδιαίτερη έκπληξη δοκιμάζει κανείς όταν κάποιοι συγγραφείς αδυνατούν να χειριστούν ερωτήσεις που καίνε. Ο Γκρέιαμ Γκριν π.χ. αδυνατεί να δώσει πειστική απάντηση στα σχόλια πως αυτό που αποκομίζει κανείς από το διαμέρισμά του είναι πως «το εκλεπτυσμένο γούστο βασιλεύει στο χώρο του και όχι η τραγωδία» κι ότι δείχνει πολύ πιο ευτυχισμένος απ’ ότι περίμεναν. Καθώς τον ρωτούν πώς είναι δυνατόν στη δική του ζωή να ζει με την οξυμμένη αντίληψη που απαιτεί από τους χαρακτήρες του, εκείνος απαντάει πως η ερώτηση είναι δύσκολη, ζητά την …ανάλυσή της και στο τέλος αρκείται σ’ ένα: «δεν είναι παρά η τρύπα που έχω ανοίξει στο χώμα. Να μείνουμε σε αυτό». Καθώς το στρίμωγμα συνεχίζεται («Γνωρίσατε ποτέ προσωπικά πώς είναι η ζωή των φτωχών ή των ανήθικων ανθρώπων»;) ο Γκριν απαντά ένα «όχι, πάρα πολύ λίγο», προτού κάνει έναν σχετικά αποδεκτό ελιγμό: κανείς δεν ξέρει αρκετά για κάποιους χαρακτήρες στην πραγματική ζωή για να τους βάλει στο μυθιστόρημα. Για άλλη μια φορά ένα φλέγον ζήτημα με πλήθος διαβαθμίσεων: η συμφωνία έργου και ζωής. Τουλάχιστο το βρετανικό φλέγμα δεν τον εγκαταλείπει: Λίγοι συγγραφείς είναι πολύ καλοί μου φίλοι, αλλά για έναν συγγραφέα το να περνάει πολύ χρόνο κάνοντας παρέα με συγγραφείς είναι μια μορφή αυνανισμού.

Βέβαια οι πρώτες σελίδες που επισκέφθηκα ανυπομόνως ήταν του Ι. Μ. Σίνγκερ ο οποίος την εποχή της συνέντευξης (1968) είχε ακόμα το όνομά του καταχωρισμένο στον τηλεφωνικό κατάλογο του Μανχάταν και δεχόταν καθημερινά τηλεφωνήματα από άγνωστους αναγνώστες που επιθυμούσαν να συζητήσουν μαζί του και τους οποίους συνήθως καλούσε για καφέ. Πιστός της «παραδοσιακής» αφήγησης τονίζει πόσο του αρέσει μια ιστορία να είναι ιστορία, με αρχή και τέλος – να είναι ιστορία όπου ο αναγνώστης ακούει και θέλει να μάθει τι γίνεται παρακάτω. Ο Σίνγκερ εξακολουθεί να ασπάζεται την ιδέα πως μας περιβάλλουν όλων των ειδών οι μυστηριώδεις δυνάμεις που παίζουν σημαντικό ρόλο σε όλα όσα κάνουμε, όπως και η τηλεπάθεια κι η ενόραση σε κάθε ερωτική ιστορία (Ο φόβος του υπερφυσικού υπάρχει στον καθένα. Κι εφόσον όλοι το φοβόμαστε, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην το αξιοποιούμε. Επειδή αν φοβάσαι κάτι, το γεγονός και μόνο ότι το φοβάσαι, δείχνει ότι έχεις παραδεχτεί την ύπαρξή του) καταλήγοντας με το τρομερό: Εκείνο που για σας είναι σκοταδιστικό, για μένα είναι πραγματικό.

Ο Σίνγκερ ποτέ δεν έτρεφε αυταπάτες: Τίποτα δεν θα μας σώσει. Θα κάνουμε πολλές προόδους αλλά θα συνεχίσουμε να υποφέρουμε και δεν θα υπάρξει ποτέ τέλος σ’ αυτό. Πάντα θα επινοούμε νέες πηγές βασάνων. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος πρόκειται να σωθεί είναι μια πέρα για πέρα θρησκευτική ιδέα και ακόμα κι οι θρησκευτικοί ηγέτες ποτέ δεν υποστήριξαν ότι θα σωθούμε σε αυτή τη γη… Το να είναι κανείς απαισιόδοξος σημαίνει να είναι ρεαλιστής. Και ήταν μόλις 1966 όταν ο Μπέλοου έβλεπε την ασθένεια της επόμενης πεντηκονταετίας: Υπάρχει μια σύγχρονη διαταραχή – η νόσος των ανθρώπων που ζουν βάσει της εικόνας του εαυτού τους την οποία έχουν δημιουργήσει οι εφημερίδες, η τηλεόραση…ή η ανάγκη του κόσμου για διασημότητες. Προσωπικά αποφεύγω αυτές τις «εικόνες». Επιθυμώ βαθιά, όχι την απόλυτη αφάνεια – παραείμαι εγωιστής για κάτι τέτοιο – αλλά την γαλήνη και την ελευθερία από παρεμβάσεις τρίτων. Μακάρι η σειρά να συμπληρωθεί με νέες φουρνιές συνεντεύξεων, από μεταγενέστερους συγγραφείς, μέχρι να φτάσουμε στους σημερινούς «επιτυχημένους». Όλοι θα είχαν ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα πράγματα να πουν.

Εκδ. Τόπος, 2010, πρόλ.: Φ. Γκούρεβιτς, εισαγ.: Ορχάν Παμούκ, μτφ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, επίβλ. Άρτεμις Λόη, 275 σελ. (Philip Gourevitch, Paris Review Interview Anthology, 2006)

Αποτύχαμε όλοι μας να εκπληρώσουμε το όνειρό μας περί τελειότητας. Άρα μας βαθμολογώ με βάση την εξαίσια αποτυχία μας να κάνουμε το αδύνατο. (Φώκνερ)

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και εδώ. Στις δυο τελευταίες εικόνες: Ι.Μ. Σίνγκερ, Γ. Γκριν.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 39. Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μέλβιλ, Πάστερνακ, Στεντάλ, Γιόζεφ Ροτ, Τσβάιχ, Πόε, Χένρυ Μίλερ, Καλβίνο, Παβέζε, Λαμπεντούζα, Κάρσον ΜακΚάλερς, Φράνκ ΜακΚόρτ, Σάλιντζερ, Αχμάτοβα, Μπόρχες, Ζόρζ Περέκ, Μπενζαμέν Περέ, Σελίν, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Θεοτόκης, Βουτυράς, Άρης Αλεξάνδρου, Μέλπω Αξιώτη, Λορεντζάτος, Ε. Χ. Γονατάς, Γιάννης Πάνου, Παπαδημητρακόπουλος, Γκόρπας, Δάλλας, Μέσκος, Γκανάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το γεφύρι στο Δρίνο» του Ίβο Άντριτς, «Ο κόσμος του χθες» του Στέφαν Τσβάιχ, «Κοντά στην άγρια καρδιά» της Κλαρίσε Λισπέκτορ,

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ο Μπαλάφας στον Παράδεισο» του Δημοσθένη Βουτυρά, «Οι καρφίτσες» του Όμηρου Πέλλα, «Το άλλοθι» του Ντόλη Νίκβα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο νέος ποιητής Γιάννης Δούκας για την ωριμότητα της ποίησής του στο βιβλίο του «Στα μέσα σύνορα» που μόλις κυκλοφόρησε.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ετιέν στο «Ζερμινάλ» του Ζολά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει στον χώρο της επαγγελματικής μου απασχόλησης, αλλά και σε δωμάτια ξενοδοχείων καθώς και σε κάμπινγκ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τους στίχους σας;

Σημειώνω οπουδήποτε κι αν βρεθώ, εφ’ όσον μου δοθεί το ερέθισμα, γράφω όμως, αποτελεσματικότερα, στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού μου, απ’ όπου αντικρίζω την ευεργετική εικόνα της θάλασσας του Κορινθιακού, κάθε φορά που αφήνω το μολύβι για να συλλογιστώ.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω έχοντας εξασφαλίσει ησυχία, όταν όμως διεκπεραιώνω ζητήματα του περιοδικού που έχουν να κάνουν με κείμενα (διορθώσεις, αναδιάταξη της ύλης, κλπ) ακούω έλληνες συνθέτες, με πρώτη επιλογή τον Σταύρο Ξαρχάκο και ιδιαιτέρως το έργο του «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας».

Θα μας τιμήσετε με προσωπικές σας μινιατούρες παρουσίασης των βιβλίων σας;;

Η συλλογή «Πτωχόν Μετάλλευμα» εκδόθηκε από το περιοδικό Εμβόλιμον το 1990 με ποιήματα για τον έρωτα και το θάνατο καθώς και ποιήματα ποιητικής.
Η συλλογή «Αμειψισπορά» εκδόθηκε το 1996 από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας και περιέχει ποιήματα υπαρξιακά και ποιήματα ποιητικής, ακόμη μια φορά.
Η συλλογή «Ενθύμιον» κυκλοφόρησε το 2004 στις εκδόσεις Καστανιώτη και το περιεχόμενό της έχει να κάνει με την ευεργετική τυραννία της μνήμης.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Στο τέλος του 2010 από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε η συλλογή «Από μνήμης». Στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από ποιητικές πρόζες ανασυρμένες, και πάλι, από το αποθετήριο της μνήμης, μια κήδευση νεκρών από τις μικρές προσωπικές τραγωδίες που συντελέστηκαν, ως μέρος του ελληνικού τραγικού όλου, στην αγροτική περιοχή της γενέτειράς μου στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπάρχουν επίσης και ποιήματα διακειμενικής συνομιλίας με έργα ποιητών.

Έχετε γράψει μόνο ποίηση; Η πεζογραφία πολεμάει καθόλου να σας πάρει με το μέρος της;

Μου είναι προσιτή η μικρή φόρμα. Ίσως στο μέλλον κατορθώσω σύντομα διηγήματα. Ωστόσο το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση», στη Λιβαδειά, το βιβλίο μου «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα» που είναι το αποτέλεσμα έρευνάς μου δύο δεκαετιών σχετικά με το τραγικό γεγονός της Σφαγής από τους Γερμανούς στο Δίστομο της Βοιωτίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από το τέλος του 2008 είμαι συνταξιούχος του ιδιωτικού τομέα (εργάστηκα 35 χρόνια ως τεχνικός στην Μηχανολογική Συντήρηση του εργοστασίου παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια) και απολαμβάνω την ευτυχία που μου προσφέρει η παρούσα κυβέρνηση με την αφαίρεση δύο συντάξεων κατ’ έτος και την κατακράτηση υπέρ ΛΑΦΚΑ μηνιαίως.

Εκδίδετε το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον, που έφτασε ήδη τα 60 τεύχη. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με την εν λόγω περιπέτεια; Πώς σκεφτήκατε το όνομά του;

Τον Χειμώνα του 1988 επιχειρήσαμε –μια μικρή παρέα εργαζομένων στην βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου που κάτι γράφαμε παράλληλα με τη βιοποριστική μας ενασχόληση- να παρεμβάλουμε και την δική μας ελάχιστη παρουσία στον συνωστισμό του έντυπου λόγου.
Την συντροφιά αποτελούσαν οι: Δημήτρης Φαφούτης, Μάνια Πάσσου, Αργύρης Λιόλιος, Δημήτρης Τζουβάλης, Δημήτρης Πρωταίος, Αρσινόη Τζουβάλη, Γιώργος Θεοχάρης, καθώς και η Άννα Μαρία Καρβώνη και ο Νίκος Ατζιάρας που ανέλαβαν την ευθύνη οργάνωσης των εκδηλώσεων και την οικονομική διαχείριση.
Στα χρόνια που ακολούθησαν επήλθαν οι αναγκαίες ρήξεις και αποχωρήσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε περιοδικό. Κάποιοι έφυγαν γιατί διαφώνησαν, κάποιοι άλλοι γιατί συνταξιοδοτήθηκαν και έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη (η τραγική μας μοίρα βλέπετε: μεταναστεύσαμε από τους τόπους της καταγωγής μας όταν πιάσαμε δουλειά και με τη σύνταξη μεταναστεύουμε ακόμα μια φορά προς τις γενέτειρές μας όπου πια δεν ξέρουμε σχεδόν κανέναν).
Έτσι στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού μετείχαν συν τω χρόνω και οι: Διονύσης Βυθούλκας, Νίκος Λαμπρόπουλος, Τάκης Κοντογιάννης και Νίκος Κελέρμενος.
Στην δυτική άκρη της Βοιωτίας, στον Κόλπο της Αντίκυρας, εκείνη την εποχή συμπληρωνόταν μία 25ετία έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας και ξέραμε πως είχε αφήσει χαρακιές και σημάδια μέσα μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε εντύπως, και συνεπώς δημοσίως, ότι ο χώρος στον οποίο ζούσαμε και δουλεύαμε δεν θα έπρεπε να συστήνεται στην ελληνική κοινωνία μονάχα με την τεχνολογική του ταυτότητα και την συνεισφορά του στο Α. Ε. Π., ούτε μονάχα με την εντύπωση από τις επιδράσεις της βιομηχανίας στο περιβάλλον και τον απόηχο των εργατικών και κοινωνικών αγώνων, αλλά και με ό,τι πνευματικό είχε να δώσει, με όποιους φθόγγους Λόγου μπορούσε να συλλαβίσει, με ό,τι «άφωνο» ποδοβολούσε μέσα στις ψυχές των κατοίκων.
Ονομάσαμε το περιοδικό Εμβόλιμον ακριβώς για να σηματοδοτήσουμε την πρόθεσή μας να εμβολίσουμε την αγκυλωτικήν αγκίστρωση της μικρής μας κοινότητας στους παγετώνες της βιομηχανικής μας καθημερινότητας.

Σε τι διαφέρει το Εμβόλιμον από τα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά; Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει;

Ξεκινήσαμε θέλοντας κατ’ αρχήν να πείσουμε τους συντοπίτες μας για την αναγκαιότητα αυτής της εκδοτικής παρουσίας, ν’ αγγίξουμε τον ψυχισμό τους. Να μην θεωρήσουν το περιοδικό ξένο σώμα και το απορρίψουν.
Αφού το κατορθώσαμε, προχωρήσαμε σε πρόσκληση και παραίνεση, με κουβέντα πολλή, σε όσους ξέραμε πως είχαν γραπτά στο συρτάρι τους και τα κρατούσαν εκεί μη θεωρώντας τα σπουδαία. Τους καλέσαμε να ‘ρθούν μαζί μας, να τα δούμε μαζί, να μετρήσουμε την ποιότητα της συγκίνησης που θα προξενήσουν στην φιλική μας ανάγνωση και όσα διαλέξουμε να πάρουν θέση στις σελίδες του περιοδικού.
Ξεκινήσαμε λοιπόν κάνοντας τη σύμβαση πως ακόμη κι αν κάποια κείμενα είχαν αδυναμίες και εξ’ αιτίας τους το επίπεδο ποιότητας της ύλης χαμήλωνε, εμείς οφείλαμε να τα δημοσιεύουμε έχοντας την πεποίθηση πως μακροπρόθεσμα η επιλογή μας θα λειτουργούσε υπέρ της γραφής, επειδή είναι σημαντικό να πείσεις έστω και έναν συντοπίτη σου να βάλει στο χαρτί τις μνήμες και τα συναισθήματά του που στριμώχτηκαν σε άφωτους, μυστικούς χώρους, που καταχωνιάστηκαν σε κλειδωμένα συρτάρια αυτοεγκλεισμού από έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Πιστέψαμε πως όταν ακούς τη σιωπή του διπλανού σου να χλιμιντρίζει και να σκάβει με τις οπλές την περίφραξη της ατολμίας, οφείλεις να του δείξεις μία διέξοδο, εκείνη που χαράσσει η πέννα, ώστε να βγει, ν’ ανασάνει στην άπλα της έκφρασης.
Πετύχαμε εκείνο το στοίχημα. Δεκάδες δημιουργοί από τον γεωγραφικό χώρο που ορίζεται στο πολύεδρο Άμφισσα – Λαμία – Θήβα – Λειβαδιά συντάχτηκαν μαζί μας και κάποιοι συνεχίζουν, αφού όλοι τους σιγά σιγά κατάλαβαν πώς οριοθετείται η γραμμή που χωρίζει την αγαθή προαίρεση από την ποιότητα της γραφής.
Φυσικά εξασφαλίζουμε συνεργασίες από λογοτέχνες δόκιμους, όμως δεν θέσαμε αυτή την επιλογή ως προτεραιότητα.

Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού προσφέρει χίλιες τέρψεις κι ένα, μονάχα, μεγάλο βάσανο: το διαρκές άγχος της εξασφάλισης πόρων για την έκδοση.

Το περιοδικό εκδίδεται στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Στα δικά μας αυτιά αυτό ακούγεται σαν μια απρόσμενη νησίδα πνευματικής αντίστασης. Πώς ανταποκρίνεται η ευρύτερη περιοχή; Εντάσσεται στην πολιτιστική ταυτότητα της εν λόγω περιφέρειας ή απλώς τυγχάνει να εκδίδεται στο μέρος όπου ζείτε;

Εντάσσεται, αναντίρρητα, και στηρίζεται από τους φιλαναγνώστες της πόλης και της επαρχίας μας. Γύρω από το περιοδικό δραστηριοποιείται η ομάδα των «Φίλων του Λόγου», οι οποίοι βοηθούν και στις πρακτικές εργασίες που προκύπτουν, π.χ. τοποθέτηση του περιοδικού στους φακέλους προκειμένου να ταχυδρομηθεί. Υπάρχει, εξάλλου, ένας πυρήνας φίλων, πλαισιούμενος και από άλλους που εναλλάσσονται κατά περίπτωση, που σταθερά παρακολουθούν τις παρουσιάσεις βιβλίων στο εντευκτήριο του περιοδικού. Σημειώστε ότι από το 1989 μέχρι σήμερα έχουν έρθει στο εντευκτήριό μας πάνω από 250 πεζογράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, δοκιμιογράφοι, ζωγράφοι, μουσικοί, φωτογράφοι.
Πολύ σημαντική, υποστήριξη, υλική και οικονομική, δεχόμαστε από την εταιρεία «Αλουμίνιον της Ελλάδος», τη βιομηχανία του χώρου μας, οι υπεύθυνοι κοινωνικού απολογισμού της οποίας θεωρούν το περιοδικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας του χώρου. Μας παρέχει υποδομές, για τη στέγαση των γραφείων του περιοδικού και του εντευκτηρίου, για τη φιλοξενία των δημιουργών, κ. ά., καθώς και μόνιμη διαφημιστική καταχώρηση, που μπαίνει στο τέλος της ύλης, τη μοναδική, αφού είναι πολύ δύσκολο για μας να κυνηγάμε τη διαφήμιση κατεβαίνοντας στην Αθήνα.

Ασχολείστε και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν γράφω κατά παραγγελία (και φυσικά δεν αμείβομαι), αλλά επιλέγω να προσεγγίσω βιβλία και κείμενα που με άγγισαν στην πρώτη ανάγνωση, συνεπώς όχι μόνο δεν μου κλέβει συγγραφικό χρόνο αλλά είναι μία άσκηση γραφής.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Επειδή διαβάζω σε τρία επίπεδα καθημερινά (σαν ανάγνωση 3D δεν ακούγεται;!), το πρωί διαβάζω βιβλία ελλήνων λογοτεχνών για τα οποία πρέπει να μιλήσω σε δημόσιες παρουσιάσεις ή να δημοσιεύσω την εντύπωσή μου, το απόγευμα διαβάζω, αυτή την περίοδο, τις «Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» του Σελίν και το βράδυ τα τομίδια για τον ελληνικό Εμφύλιο που επιμελήθηκε ο Παντελής Βούλγαρης και διανέμονται από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτές τις μέρες γράφω ένα κείμενο για την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη το οποίο θα δημοσιευθεί στο περιοδικό «Πάροδος», ένα εξαιρετικό περιοδικό της επαρχίας, που εκδίδει ο φίλος μου ποιητής Κώστας Ριζάκης στη Λαμία.

Σημ. Το περιοδικό Εμβόλιμον έχει φτάσει στο 60ό τεύχος. Τα τελευταία του τεύχη θα φιλοξενηθούν σύντομα στο Πανδοχείο.