Γιούκιο Μισίμα – Η Μαρκησία ντε Σαντ

TELIKO MARKHSIAΧάρη σ’ αυτόν ζητιάνες και πόρνες πήραν το χρίσμα της αγίας, απλώς και μόνο για να μαστιγωθούν στη συνέχεια. Όμως, μονάχα μια στιγμή αργότερα το όνειρο γίνεται κομμάτια και βγάζει απ’ την πόρτα ζητιάνες και πόρνες με κλοτσιές στα πισινά… Στη συνέχεια, μη βρίσκοντας κανέναν να προσφέρει το μέλι της τρυφερότητας που έχουν σταλάξει μέσα του αυτές οι στιγμές της ηδονής, επιστρέφει και το αδειάζει όλο σε μένα. Είναι μια μέλισσα εργάτης της ηδονής· μαζεύει κάθιδρος κάτω απ’ τον αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο το μέλι της τρυφερότητας και έρχεται να μου το παραδώσει, σε μένα που περιμένω στη σκοτεινή και δροσερή φωλιά μου. Τα αιμάτινα λουλούδια απ’ όπου μαζεύει το μέλι δεν είναι σίγουρα οι ερωμένες του. Έχουν χριστεί αγίες, έχουν ποδοπατηθεί, το μέλι τους έχει τρυγηθεί… [σ. 71]

Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε την ιστορία του από το βιβλίο του Τατσούχικο Σιμπουσάουα Η ζωή του μαρκησίου ντε Σαντ και κεντρίστηκε από το αίνιγμα της συμπεριφοράς της Μαρκησίας ντε Σαντ η οποία, αφού κατά τη διάρκεια της πολύχρονης φυλάκισης του συζύγου της επέδειξε απόλυτη πίστη απέναντί του, τον εγκατέλειψε τη στιγμή που εκείνος απελευθερώθηκε. Ο Μισίμα προσπάθησε να γράψει πάνω σε αυτή την ακατανόητη και την ίδια στιγμή απόλυτα αληθινή για την ανθρώπινη φύση συμπεριφορά. Όπως αναφέρει ο ίδιος στο επίμετρό του, το έργο μπορεί να περιγραφεί ως «Ο Σαντ ιδωμένος μέσα από τα μάτια γυναικών».

MISHIMA-MARKHSIA 7Πρόκειται για έξι γυναίκες: την ερωτευμένη σύζυγο Ρενέ ντε Σαντ που εξακολουθεί να επιθυμεί να «σώσει» τον Μαρκήσιο, την μικρότερη αδελφή της, Αν, που γίνεται ερωμένη του, την μητέρα τους Κυρία ντε Μοντρέιγ, που σκανδαλίζεται από τις ασωτίες του γαμπρού της, την διακριτική υπηρέτρια Σαρλότ και δυο επισκέπτριες – οικογενειακές φίλες, την Βαρόνη ντε Σιμιάν και την Κόμισσα ντε Σαιν – Φον. Μόνο οι τρεις πρώτες είναι ιστορικά πρόσωπα ενώ οι άλλες τρεις επινοήθηκαν από τον συγγραφέα, ο οποίος τοποθετεί τα πρόσωπά του να περιστρέφονται σαν σε πλανητική κίνηση και να σχηματίζουν ένα ακριβές μαθηματικό σύστημα γύρω από την Ρενέ. Τόπος: το σαλόνι του σπιτιού της Κυρίας ντε Μοντρέιγ στο Παρίσι. Χρόνος των τριών πράξεων αντίστοιχα: 1772, 1778, 1790 (λίγους μήνες μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης).

Sans-titre-1Όπως γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο βιβλίο της για τον Μισίμα, όλες «μονολογούν με πομπώδη κυνισμό», με έναν απόντα στο επίκεντρο. Το κείμενο είναι γεμάτο διαλόγους,  με δράση αποκλειστικά παρασκηνιακή ή μέσω παρεμβαλλόμενης αφήγησης. Μέσα σε τούτη τη σύνθεση γυναικείων φωνών συγκρούονται οι ιδέες και οι κοσμοθεωρίες που εκπροσωπούν οι ηρωίδες και φυσικά αμέτρητοι άνθρωποι πίσω από την καθεμιά τους: η συζυγική πίστη (η Ρενέ), ο νόμος και η ηθική (η πεθερά), οι σαρκικές επιθυμίες και η έλλειψη αρχών μα και η γυναικεία πονηριά (η Αν), η θρησκεία και η ευσέβεια (οι δυο φίλες), η λαϊκή φωνή (η υπηρέτρια). Όπως είναι ευνόητο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον προσελκύει η σύζυγος με την πίστη και την υπερβολική τρυφερότητα (ή για ποιόν άλλον σκοτεινό λόγο; αναρωτιέται μαζί μας η Γιουρσενάρ), που διάβασε η ίδια με πάθος την Ζυστίν και δεν έπαψε να  επισκέπτεται στη φυλακή τον ντε Σαντ, να υποστηρίζει και να εξυμνεί αυτόν τον μεγάλο εξεγερμένο και συκοφαντημένο, αυτό το «είδος υπόστασης του κακού». Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η μανιχαϊστική αντιπαράθεση Καλού και Κακού ήταν και είναι τόσο ξένη για την απωανατολική σκέψη.

Yukio Mishima scan sΟ Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά, μαρκήσιος ντε Σαντ, είναι, σύμφωνα με την σύζυγό του, μια μουσική που δεν έχει μόνο ένα θέμα. Για εκείνη, Αλφόνς και εγκλήματα είναι ένα και το αυτό, όπως εξάλλου τα ωραία χαμόγελα και η οργή του, η τρυφερότητα και η σκληρότητα, και τα δάχτυλα αυτού του ανθρώπου που σπρώχνουν το μεταξωτό νυχτικό απ’ τους ώμους μου είναι ίδια με εκείνα που γράπωσαν το μαστίγιο και χαράκωσαν την πλάτη της πόρνης στη Μασσαλία. Όλα επάνω του είναι ένα αρμονικό ξεδίπλωμα χωρίς την παραμικρή ραφή…[σ. 51]. Γι’ αυτό και αργότερα αναρωτιέται γιατί ο ίδιος δεν της έχει επιτρέψει ποτέ ν’ ακούσει τον ήχο αυτού του μαστιγίου· αν είναι από εκτίμηση για το πρόσωπό της ή από περιφρόνηση. Η σταθερότητά της όμως στην απόφασή της ήταν δεδομένη:  «Εάν ο άντρας μου είναι τέρας διαστροφής, τότε νομίζω πως πρέπει εγώ να γίνω τέρας αρετής».

Αλλά και η κόμισσα ντε Σαιν- Φον έχει παραδεχτεί νωρίτερα πως ο μαρκήσιος είναι «ένας άνθρωπος για τον οποίο η σκληρότητα είναι συνώνυμο του τρυφερού, και δεν του είναι δυνατόν να εκφράσει τη γλύκα της καρδιάς του χωρίς να χρησιμοποιήσει μαστίγιο» και φτάνει να αναρωτιέται: Πώς μπορεί να πείσει έναν άρρωστο να γιατρευτεί ενάντια στη θέληση του από μια αρρώστια που του δίνει τόσες ηδονές; Η ιδιαιτερότητα της ασθένειας του μαρκήσιου είναι η ευχαρίστηση που του προσφέρει. Όσο αποτροπιαστική κι αν μοιάζει στα μάτια των άλλων, η αρρώστια αυτή είναι ένα μπουκέτα τριαντάφυλλα για εκείνους που έχει μολύνει [σ. 42, 32]. Στο τέλος, και από ιδία πείρα, θα καταλήξει πως «αυτό που ονομάζουμε βίτσιο είναι από μόνο του ένα βασίλειο εξοπλισμένο με όλα τα χρειαζούμενα, χωρίς να του λείπει απολύτως τίποτα».

MISHIMA-MARKHSIA - F5BBDF79624F41EAB1EE44EB9DE3093DΟ Μισίμα αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα: μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, αθλητής, υπήρξε ένα διαρκώς ανήσυχο πνεύμα και σώμα. Το τέλος του υπήρξε το ίδιο διάσημο με το έργο του: αυτοκτόνησε με χαρακίρι στο αρχηγείο του ιαπωνικού στρατού, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να ξεσηκώσει τους στρατιώτες σε επανάσταση ενάντια στο σύστημα διακυβέρνησης με σκοπό την αποκατάσταση της θέσης τους αυτοκράτορα και την αναβίωση του πνεύματος των σαμουράι.

Ανατρέχω στην εξαιρετική βιογραφία του Χένρυ Σκοτ Στόουκς – Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατός του [Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Μαρία Φακίνου, σελ. 211], σύμφωνα με τον οποίον στην Μαρκησία φαίνεται για άλλη μια φορά το ενδιαφέρον του Μισίμα για ζητήματα δομής παρά για πολιτικά ζητήματα, ενώ κατά τον Ντόναλντ Κιν, που έγραψε το πρώτο δοκίμιο για τον συγγραφέα που εκδόθηκε στη Δύση, στο συγκεκριμένο έργο ο κλασικισμός του Μισίμα δίνεται με την πιο ακραία έκφρασή του· εδώ υιοθετήθηκαν οι περισσότερες συμβάσεις του Ρακίνα για την θεατρική σκηνή: εμπιστοσύνη στο φιλιππικό για την αφήγηση γεγονότων και συναισθημάτων, περιορισμένος αριθμός χαρακτήρων με τον καθένα να εκπροσωπεί έναν συγκεκριμένο τύπο, απουσία φανερής δράσης επί σκηνής.

TELEVISION PROGRAMME.... Masters of Darkness: De SadePictured..Στην πρώτη από τις δημοσιευμένες εδώ επιστολές, που απευθύνεται προς την Κυρία ντε Σαντ [1783] ο μαρκήσιος παραμένει αδιάλλακτος και πιστός στις αρχές του: Λέτε πως ο τρόπος σκέψης μου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Και τι με νοιάζει; Τρελός είναι όποιος υιοθετεί έναν τρόπο σκέψης για τους άλλους! Ο τρόπος που σκέφτομαι είναι ο καρπός των στοχασμών μου. Είναι αποτέλεσμα της ύπαρξής μου, της εσωτερικής μου συγκρότησης. Δεν είναι στο χέρι μου να τον αλλάξω. Δεν θα είναι ποτέ και δεν θα το κάνω. Αυτός ο τρόπος σκέψης που κατακρίνετε αποτελεί τη μόνη παρηγοριά της ζωής μου. Ανακουφίζει όλους τους πόνους μου στη φυλακή, συνθέτει όλες μου τις απολαύσεις σ’ αυτόν τον κόσμο, και τον λογαριάζω πάνω και από τη ζωή. Δεν είναι ο δικός μου τρόπος σκέψης που ευθύνεται για τη δυστυχία μου, αλλά των άλλων. [σ. 165]

de sade_Ο ντε Σαντ διατηρεί ακλόνητη την πεποίθησή πως τα συστήματά του «στηρίζονται στη λογική», ενώ τα δικά τους «είναι μονάχα προϊόν βλακείας»· επικαλείται τα λόγια του καγκελάριου Ολιβιέ στο παρλαμέντο του Ερρίκου Β΄, σύμφωνα με τον οποίο «ένα κράτος πλησιάζει την καταδίκη του όταν τιμωρεί μονάχα τον αδύναμο, και ο νεόπλουτος κακοποιός μένει ατιμώρητος με το χρυσάφι του» και κραυγάζει: Αν, λοιπόν, όπως διατείνεστε, η ελευθερία μου εξαγοράζεται με θυσία των αρχών μου ή των ορέξεών μου, μπορούμε να αποχαιρετιστούμε για πάντα, γιατί στη θέση τους θα θυσίαζα χίλιες ζωές και χίλιες ελευθερίες, αν τις είχα. […]. Όσο συνεχίζουν τις διώξεις τους τόσο ριζώνουν στην καρδιά μου αυτές οι αρχές […]. Ούτε μπροστά στο ικρίωμα δεν θα αλλάξω γνώμη. [σ. 166]. Στην δεύτερη επιστολή, προς τον Γκοφρντί [1774] αναρωτιέται, μεταξύ άλλων, αν τιμωρούνται οι σκέψεις και ποιος έχει το δικαίωμα να το κάνει – σίγουρα όχι οι νόμοι.

3597647726_8edf25ff05Τελικά ο αναγνώστης – θεατής θα πρέπει να ακολουθήσει το νήμα των σκέψεων της Ρενέ, που απαιτούν ακριβώς το ξεδίπλωμα των ιδεών των υπόλοιπων προσώπων για να εκτεθούν. Εκείνη μετά την ανάγνωση της Ζυστίν θα παραδεχτεί: «τότε μου πέρασε απ’ το μυαλό πως ίσως έγραψε για μένα την ιστορία αυτής της γυναίκας, η οποία εξαιτίας της αρετής της προκαλεί τη μια δυστυχία μετά την άλλη». Και από την άλλη θα αναρωτηθεί μήπως είναι πιο σωστό να πει: Η Ζυστίν είμαι εγώ. Σε κάθε περίπτωση στα λόγια της μπορεί να κρύβεται η πιο αληθινή εικόνα του ντε Σαντ: Αυτός ο άνθρωπος δεν αρκέστηκε στη ματαιοδοξία των σαρκικών ηδονών που εξατμίζονται στη στιγμή της ολοκλήρωσής τους, αλλά προσπάθησε να οικοδομήσει τον καθεδρικό ναό του άφθαρτου βίτσιου. Αντί να σκηνοθετεί ατομικές διατροφές, θέλησε να διαμορφώσει, μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, έναν κώδικα του κακού, τους νόμους του κι όχι τις πράξεις τους, μια τεράστια νύχτα προορισμένη να κρατήσει αιώνια αντί για μια βραδιά πρόσκαιρης ηδονής, το βασίλειο του μαστίγιου παρά έναν σκλάβο του. Αυτός που το μόνο που τον γοήτευε ήταν πληγώνει και να καταστρέφει κατέληξε να δημιουργεί. [σ. 145]

YukioMishima02Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. από τα ιαπωνικά: Παναγιώτης Ευαγγελίδης, σελ. 172, με επίμετρο του συγγραφέα, σημείωμα του μεταφραστή («Ο Γιούκιο Μισίμα και το θέατρο»), κείμενο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ («Για την Μαρκησία ντε Σαντ», από το βιβλίο της Μισίμα ή Το όραμα του κενού) και Δύο επιστολές του Μαρκήσιου ντε Σαντ [Yukio Mishima, Sado Kōshaku Fujin, 1969].

To βιβλίο εκδόθηκε με την ευκαιρία της παράστασης στην Αθήνα των θεατρικών ομάδων Αρ. Πρωτ. 217 και Ρέον τον Μάιο και Ιούνιο 2011 στο Θέατρο Σφενδόνη.

Η προαναφερθείσα βιογραφία θα παρουσιαστεί στην επόμενη ανάρτηση.

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός.

 Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός.

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Locker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αudition και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, προλογ. σημείωμα Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια – κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.