Δάφνη Ντι Μωριέ – Η Παλίρροια του Σεπτέμβρη

Θέατρο Αμιράλ

Τους τελευταίους μήνες και χάρη σε νέες εκδόσεις έχουμε την τύχη να ξαναδιαβάζουμε την εξαιρετική συγγραφέα που μάθαμε να συνδέουμε με τις κινηματογραφικές της μεταφορές: Τα πουλιά, Η ταβέρνα της Τζαμάικα, Ρεβέκκα κ.ά., τιμημένα από σκηνοθέτες όπως ο Α. Χίτσκοκ και ο Νίκολας Ρεγκ – στο κορυφαίο Not After Midnight (Don’t Look Now). Υποτιμημένη εδώ αλλά πάντα κλασική στον υπόλοιπο κόσμο, η ντι Μωριέ υπήρξε μια γυναίκα που πίσω από το ήρεμο πρόσωπο και τη νηφάλια συμπεριφορά ψηνόταν από προσωπικούς φόβους και εμμονές. Όμως αυτή η ηγερία των μαύρων παραμυθιών δεν περιορίστηκε μόνο σε γοτθικές ή σκοτεινές ιστορίες. Μια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί η Παλίρροια, το τρίτο και τελευταίο θεατρικό της έργο, όπου συνθέτει το γνωστό μοτίβο του απαγορευμένου έρωτα και των βασανιστικών του εκδηλώσεων αλλά με τον δικό της τρόπο: γεμάτο εσωτερικές εντάσεις και τρεμάμενες κινήσεις.

Yesterday when I was young / So many drinking songs were waiting to be sung / So many wayward pleasures lay in store for me / And so much pain my dazzled eyes refused to see. Η Στέλλα, μια όμορφη, συντηρητική και ρομαντική αγγλίδα ζει σε ένα παραθαλάσσιο, απομονωμένο σπίτι στις ακτές της Κορνουάλης. Οι παραπάνω στίχοι της αγγλικής μεταφοράς του Hier Encore (Charles Aznavour), που παίζει συνεχώς στο πικ απ της, εκφράζουν ακριβώς αυτόν τον μετεωρισμό της ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και σ’ ένα προβλέψιμο, άχρωμο μέλλον. Είκοσι χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, η καθημερινότητά της επαναλαμβάνεται με βαρετό και ανούσιο τρόπο, ακόμα και η πολιορκία της από τον συνομίληκο Ρόμπερτ. Η άφιξη της κόρης της και του συζύγου της θα προκαλέσει αναπότρεπτες αναταράξεις στην ζωή της. Ο Ήβαν επιβάλλεται αμέσως με την παρουσία του στο γαλήνιο σπίτι. Διάσημος ζωγράφος και ιδιαίτερα παρορμητικός χαρακτήρας, βιώνει την ίδια αναστάτωση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το ουίσκι αποτελεί γι’ αυτόν το νερό της ύπαρξής του.

Η παρουσία των πέντε προσώπων σε κοινό χώρο μοιάζει με εύφλεκτο υλικό. Η Στέλλα κοιμάται με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη κάτω από το μαξιλάρι της, αλλά τώρα το αντάριασμα βρίσκεται μέσα της. Οι εκφράσεις της την προδίδουν, τα λόγια της εκτροχιάζονται. Αδυνατεί να συνεχίσει την καθημερινότητά της, ρωτάει συνεχώς τον καθένα: Τι σχέδια έχεις; Ο μποέμ καλλιτέχνης αρχικά κινείται με υπερβολική αυτοπεποίθηση, αργότερα κάνει συνεχώς κυκλωτικές κινήσεις γύρω από το τελάρο του, λες και επιθυμεί να περικυκλώσει την έμπνευση, που όμως δεν βρίσκεται εκεί αλλά απέναντί του. Η νεαρή σύζυγός του, εξίσου παρορμητική αλλά άπραγη καλλιτέχνης, μοιάζει ήδη να έχει αποδεχτεί την ασυμβατότητά τους και ψάχνει για τον δεδομένο παιδικό της έρωτα. Ο Ρόμπερτ αισθάνεται πως απειλούνται ακόμα και οι άσφαιρες ελπίδες του και ανταλλάσσει δηλητηριώδεις διάλογους με τον ανταγωνιστή του (από τις πιο εντατικές στιγμές του έργου), ο ένας επιθυμεί να στείλει τον άλλον στο διάολο με το πρώτο φέρι.

Ο υπόγειος έρωτας ακολουθεί τις κινήσεις της παλίρροιας του Σεπτέμβρη, που ετοιμάζεται να κατακλύσει την Κορνουάλη, ωθώντας του δύο ήρωες στην άκρη των επιθυμιών τους, αφού πρώτα στραφούν εναντίον του εαυτού τους. Εκείνος την ζωγραφίζει από μνήμης – Το πρόσωπό σου είναι ένα εκθαμβωτικό παρόν. Εκείνη προτιμάει να μείνει το πορτρέτο σε μια σκοτεινή αποθήκη μην το βλέπει κανείς – της αρκεί η αποθήκευση της μαγικής στιγμής. Αρνείται, και δικαίως, πως είναι μελό: Άλλο Μελό, Κι Άλλο Ρομαντική. Οι σιωπές και οι παύσεις του έργου μοιάζουν έτοιμες να το ανατινάξουν. Τι θα πάρει μαζί της η παλίρροια και τι θα αφήσει πίσω από έναν έρωτα που γδέρνεται από ενοχή και χρέος με διπλά υποκείμενα και αντικείμενα; Σε λιτό σκηνικό με ξύλινα σανίδια και μεγάλο παράθυρο προς τη θάλασσα, όλος ο θίασος έπαιξε περίφημα. Η Ελένη Ερήμου ενσάρκωσε αριστοτεχνικά τη Στέλλα.

Η Κορνουάλη υπήρξε ένα μέρος που αγάπησε κι έζησε η ντι Μωριέ για πολλά χρόνια, μεταγράφοντας μνήμες και ανησυχίες και στο βιβλίο της Vanishing Cornwall. Ο κεντρικός χαρακτήρας της Στέλλας βασίστηκε στην Ellen Doubleday (υπό Αγγλική υπηκοότητα και ανάλογες συνθήκες), σύζυγο του εκδότη της ντι Μωριέ, με την οποία η συγγραφέας ήταν ερωτευμένη, και παίχτηκε για πρώτη φορά από την Gertrude Lawrence που αποτέλεσε και την κρυφή της ερωτική σχέση.

Παίζουν: Ελένη Ερήμου, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Ζιόβας, Βίκυ Καλπάκα, Διονύσης Ποταμίτης. Σκην. – διασκ.: Ρούλα Πατεράκη, μτφ.: Αντώνης Γαλέος, καλλιτ. σύμβ.: Λεία Βιτάλη, μουσ.: Πηγή Λυκούδη, κοστ.: Λουκία, σκην.: Λίνα Μότσιου. / Θέατρο Αμιράλ, Αμερικής 10, 210 3608.856.

(Daphne du Maurier, September Tide, 1948)

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Λουίτζι Πιραντέλο – Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή

 

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Ο Παολίνο είναι ένας φιλόλογος που ερωτοτρόπησε πέραν του ορίου με την Αρετή, σύζυγο πλοιάρχου που προτιμάει τις θάλασσες και συν τοις άλλοις έχει ένα ακόμα σπιτικό λιμάνι να τον περιμένει. Καθώς η μοιχεία αρχίζει να καρποφορεί ο πανικόβλητος ανθρωπάκος σκέφτεται να φορτώσει το επερχόμενο τέκνο στον ναυτικό, στην μόνη βραδιά που εκείνος θα περάσει σπίτι του ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Στο σχέδιό του, μια τούρτα το ήμισυ της οποίας είναι ποτισμένο με διεγερτικότατες ουσίες εμπλέκονται δυο δίδυμοι ένας θηλυπρεπής φαρμακοποιός, ένας λογικός αλλά τελικά ενδίδων γιατρός). Εκτός σχεδίου αλλά εντός πεδιάς μένουν ο γιος της ευκόλως θυματοποιημένης γυναίκας και η ερωτικά στερημένη οικιακή βοηθός που όμως γνωρίζουν την παρανομία του ζεύγους. Ιδού η αντιστροφή: απάτη και απιστία για χάρη της ηθικής και της πίστης!

Πρόκειται για την μοναδική απ’ φάρσα του Ιταλού δραματουργού, που γυρίστηκε μάλιστα σε ταινία το 1953 από τον Steno, με σενάριο του συγγραφέα Vitaliano Brancati (μαζί με τον Lucio Fulci) και ηθοποιούς τους Totò, Orson Welles και Viviane Romance – φαντάζεστε ποιος υποδύθηκε ποιον. Κινούμενος πάντα μεταξύ γερμανικού εξπρεσσιονισμού και μεσογειακής ψυχογραφίας εδώ ο Πιραντέλο βρίσκεται μεν σε γνωστά του ρουμάνια (η υποκειμενικότητα της αλήθειας, ο ηθογραφικός καθορισμός της ζωής, ο τρόμος της κοινής γνώμης) αλλά ρέπει περισσότερο προς το γελοίο, το μπουφονικό, το υπερβολικό. Θαρρείς κι ήθελε να φτάσει τους χαρακτήρες στα κωμικοτραγικά τους άκρα, σαν μια αυτοσχέδια επιθεωρησιακή κομέντια ντελ άρτε.

Σταδιακά η ηρεμία μετατρέπεται σε ταραχή και η οικιακή γαλήνη σε εμπόλεμο πεδίο. Το κτήνος μέσα στον ανθρωπάκο ζητάει να βγει: ο εραστής της κακιάς ώρας είναι υπερήφανος μεν για το «σποράκι» του, όπως αποκαλεί το εκκολαπτόμενο βρέφος, προτιμάει όμως να το μεγαλώσει άλλος, να αποφευχθεί και το σκάνδαλο. Η ερωμένη του Αρετή μορφάζει συνεχώς γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να εκφράσει το δικό της χάος, ο καπετάνιος δεν αντιπροσωπεύει τελικά την έννοια του κτήνους αλλά μια στερημένη ψυχή που δεν ξέρει πώς να εκδηλωθεί, η βοηθός είναι η μόνη που δε μασάει λόγια και πράξεις, ο νεαρός γιος εξαγοράζει τη σιωπή του, ένας ναύτης περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, οι δυο σχεδόν «καθυστερημένοι» μαθητές του καθηγητή από πειθήνια όργανα γίνονται επικίνδυνοι κριτές. Είναι αξιοσημείωτο πως νωρίτερα έχουν θέσει το ερώτημα: υποκρισία να περνάμε καλύτερα ή ωμή ειλικρίνεια κι ας σφαχτούμε όλοι; Δεν είναι τυχαίο πως στο μέσο του δωματίου υπάρχουν δυο ενωμένοι πάγκοι: καθώς όλοι φωνάζουν και φωνασκούν, εκεί ανεβαίνουν όσοι θέλουν ν’ ακουστούν περισσότερο κι εκεί κυλιούνται σε στιγμές κακεντρέχειας ή αυτοταπείνωσης, καθώς μια στροφή χωρίζει το ιλαρό από το θανατηφόρο.

Ο Γιώργος Αρμένης ενσαρκώνει ιδανικά τον χαρακτήρα του γελοιογραφημένου αυτού ανθρωπάκου, που φωνάζει συνεχώς πως είναι ηθικός και τίμιος την στιγμή που προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες του, χωρίς όμως και να χάσει τα κεκτημένα. Τη μια τρέμει ολόκληρος, την άλλη καταστρώνει σαρδόνια σχέδια. Απαγγέλει Οβίδιο και Κικέρωνα λίγο πριν αφεθεί στα τα ταπεινά του ενστικτίδια. Ας αφήσουμε την Ιστορία. Απ’ όπου και να την πιάσεις, βρωμάει λέει κάποια στιγμή ως διδάσκων καθηγητής, αλλά ο χαρακτηρισμός ταιριάζει καλύτερα στη δική του ιστορία.

Η ιστορία του Γιώργου Αρμένη στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο είναι γνωστή. Επίγονος του Θεάτρου Τέχνης, εξελίχθηκε σε Θεατρογράφο και Υποκριτή της ταπεινής νεοελληνικής και όχι μόνο πραγματικότητας, με συγγραφή έργων από την Πρόβα και την Μαντζουράνα στο κατώφλι – γάιδαρος στα κεραμίδια την δεκαετία του 70 μέχρι τον περσινό Αμερικανό στο κεφάλι. Φέτος κλείνει σαράντα χρόνια στη σκηνή και δέκα στο δικό του θέατρο και όπως πάντα οργιάζει στο σανίδι. Για να μορφωθεί άρκεσε η ακρόαση διαβασμάτων Χρηστοβασίλη και Κρυστάλλη απ’ τη γιαγιά του, πενταετές ναυτικό φυλλάδιο ανά τον κόσμο κι ένας Κάρολος Κουν. Διαβάζω από ένα παλαιότερο πρόγραμμα της παράστασης για την Πρόβα: Κάθε άνθρωπος κρύβει έναν μικρό θεό μέσα του. Το θέμα είναι να κάνει την υπέρβαση, να τον βρει και να τον εξωτερικεύσει. Όταν καταφέρνω να φτάσω πολύ κοντά στον ήρωα που υποδύομαι, σχεδόν να ταυτιστώ μαζί του, τότε μπαίνω μέσα σε έναν κόσμο που με ελευθερώνει, που μου δίνει μιαν ανείπωτη δύναμη. Εκεί αισθάνομαι τον μικρό θεό να βγαίνει από μέσα μου…

Σκην.: Γιώργος Αρμένης, ερμην.: Γιώργος Αρμένης, Αριέττα Μουτούση, Πασχάλης Τσαρούχας, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. / Μτφ. Ερρ. Μπελιές, σκην. – κοστ: Ελ. Δουνδουλάκη, μουσ.: Δ. Ιατρόπουλος. / Διάρκεια: 120′ / Παρ. 21.15, Σάβ. 18.15 και 21.15, Κυρ. 20.15/ Σπυρίδωνος Τρικούπη 34, Εξάρχεια, 2108253489/ http://www.armenis.gr.

[Luigi Pirandello, L’ uomo, la bestia e la virtu, 1919]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr