Σταύρος Ζουμπουλάκης – Υπό το φως του μυθιστορήματος

film

Ο Θεός στις σελίδες

Παραφράζω τον τίτλο ενός παλαιότερου, δοκιμιακού βιβλίου του συγγραφέα (Ο Θεός στην πόλη), εφόσον τα δοκίμια της συλλογής έχουν σαφή προσανατολισμό προς το θρησκευτικό και θεολογικό στοιχείο μιας σειράς εξαιρετικών μυθιστορημάτων. Ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στα μυθιστορήματα Ιώβ του Γιόζεφ Ροτ, Ο Σατανάς στο Γκόραϋ του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Επιχείρηση Σάυλωκ του Φίλιπ Ροθ, Η Δύναμις και η Δόξα του Γκράχαμ Γκρην, Γκίλιαντ και Στο σπίτι της Μέριλιν Ρόμπινσον, Τα στοιχειώδη σωματίδια και Ο χάρτης και η επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ, καθώς επίσης και το Ημερολόγιο προσευχής της Φλάννερυ Ο’Κόννορ και το δοκίμιο Η διπλή φλόγα του Οκτάβιο Πας. Ο κύριος αυτός κορμός «περικυκλώνεται» από δυο μικρότερα κείμενα, ένα εναρκτήριο για τον Θερβάντες κι ένα καταληκτήριο για το μυθιστόρημα εντός παγκοσμιοποίησης.

singer

Ο Σίνγκερ έχει και μια δεύτερη γερή μερίδα, εφόσον εκτός από το προαναφερθέν μυθιστόρημα, του επιφυλάσσεται μια Ελεγεία για τη χαμένη Yiddishland, ένα ευρύτερο κείμενο για το συγγραφικό του έργο. Χαίρομαι ιδιαίτερα και για τα δυο αυτά κείμενα γιατί ο Σίνγκερ αποτελεί έναν από τους πλέον αξιανάγνωστους συγγραφείς της αναγνωστικής μου ζωής. Τον γνώρισα χάρη στις επίμονες συστάσεις των μεταφραστών του αριστουργηματικού βιβλίου Ο τελευταίος δαίμονας και άλλες ιστορίες, του Γιώργου Τσακνιά και της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου («αυτός είναι ακριβώς για σένα») και μετά ακολούθησαν οι Σκιές στον ποταμό Χάντσον, ένα ποταμώδες, εξίσου συναρπαστικό μυθιστόρημα. Τα τελευταία βιβλία που μεταφράστηκαν στα ελληνικά, το μυθιστόρημα Σκλάβοι, μια ερωτική ιστορία και η συλλογή διηγημάτων Ένας φίλος του Κάφκα ήταν εξίσου απολαυστικά και παρουσιάστηκαν στο Πανδοχείο εδώ και εδώ. Και, πράγματι, η γοητεία της πρόζας του Σίνγκερ, κατά την γνώμη μου, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την εμπλοκή του θρησκειακού στοιχείου στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων του, άλλοτε και τώρα.

goray

Τα γίντις ήταν η μόνη γλώσσα που γνώριζε πραγματικά ο Σίνγκερ όταν έφτασε στην Νέα Υόρκη το 1935 και παρέμειναν μέχρι το τέλος της ζωής του η γλώσσα του έργου του και της ίδιας του της ψυχής· μόνο σε αυτήν μπορούσε να γράψει αυτά που ήθελε να γράψει. Ήταν άλλωστε, όπως ανέφερε στον λόγο του στο Νόμπελ, η γλώσσα της εξορίας, μια γλώσσα χωρίς γη, χωρίς σύνορα, χωρίς υποστήριξη, που δεν έχει τις λέξεις για όπλα.

Ο Σατανάς στο Γκόραϋ αναφέρεται στην συγκλονιστική κρίση που προκάλεσε σε όλο τον εβραϊκό κόσμο το μεσσιανικό κίνημα του Σαμπατάι Τσεβί κατά τον 17ο αιώνα, εστιάζοντας στην διαπάλη ανάμεσα στην ραββινική ορθοδοξία και στον σαββαταϊσμό, και στο όργιο ανομίας και ακολασίας που ακολούθησε μετά την επικράτηση του τελευταίου, που υποστήριζε ότι η έλευση του Μεσσία κάνει περιττή την τήρηση των εντολών και οδηγεί στην αγιότητα δια της αμαρτίας. Η τήρηση του Νόμου δια της παραβάσεώς του αποτέλεσε την κεντρική ιδέα πάνω στην οποία ο Τσεβί οικοδόμησε ένα κίνημα αντινομικό, αντιηθικό και εντέλει μηδενιστικό. Η απόρριψη των νόμων συμπεριέλαβε και τον σεξουαλικό ηθικό κώδικα, φτάνοντας μέχρι την ανταλλαγή των γυναικών.

sabbatai-zevi_

Από εδώ και στο εξής αυτός θα είναι ο μυθιστορηματικός κόσμος του Σίνγκερ – η εβραϊκή κοινότητα, το στετλ (η εβραϊκή πολίχνη της Πολωνίας), οι Εβραίοι που μιλούν γίντις – κι αυτή θα είναι η γραφή του: ένα ιδιότυπο μείγμα πραγματικού και φανταστικού, ιερού και βέβηλου, ένας, κατά τα δικά του λόγια, μυστικός ρεαλισμός. Ορισμένα από τα βιβλία του ήταν απολύτως αυτοβιογραφικά, αλλά, όπως εύστοχα ομολογεί ο Ζουμπουλάκης, δεν γνωρίζει άλλη αυτοβιογραφία στην οποία ο αυτοβιογραφούμενος να απουσιάζει τόσο πολύ και ωστόσο το πρόσωπό του να διαγράφεται τόσο καθαρά μέσα από τα πρόσωπα των άλλων, και, ταυτόχρονα, μέσω αυτών, να διαγράφεται και το συλλογικό πρόσωπο της κοινότητας.

Και τι συμβαίνει, άραγε, με το υπεφυσικό ή παραφυσικό στοιχείο που θεριεύει στην πρόζα του Σίνγκερ; Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δηλώσει ότι πιστεύει στην ύπαρξή του και στην επίδρασή του πάνω στους ανθρώπους. Αυτός άλλωστε είναι ο κόσμος των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του – και δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία. Η παρουσία του όμως έχει και καθαρά λογοτεχνικό χαρακτήρα, είναι «ένα είδος πνευματικής στενογραφίας» που τον βοηθάει «να μιλήσει ευθύβολα και υποβλητικά συνάμα για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή μας, και πως ο κόσμος και η ζωή δεν εξαντλούνται στις επιφάνειές τους αλλά θα μείνουν πάντοτε ένα μυστήριο». Κι έτσι ακόμα και τα φαντάσματα του Σίνγκερ μπορούν να θεωρηθούν σύμβολα ερμηνεύσιμα με ηθικούς όρους. Εν τέλει, όλη αυτή η ελεγεία για την χαμένη γίντισλαντ της Ανατολικής Ευρώπης μας αφορά, καθώς διαβάζουμε σε αυτήν τις δικές μας απώλειες, τους δικούς μας έρωτες, τους δικούς μας ξεριζωμούς και διχασμούς.

hiov

Ο Ιώβ υπήρξε το κατεξοχήν εβραϊκό μυθιστόρημα του Ροτ, ένα μυθιστόρημα για την ασθένεια και την οδύνη του αθώου και του δίκαιου. Το Βιβλίο του Ιώβ άλλωστε, που ενέπνευσε τον Ροτ,  αποτελεί ούτως ή άλλως ένα από τα συγκλονιστικότερα κείμενα της ιστορίας της ανθρωπότητας, καθώς διατυπώνει το σφοδρότερο κατηγορητήριο κατά του Θεού, ανήκει στον ιουδαϊκό και χριστιανικό βιβλικό κανόνα και δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Ο Ζουμπουλάκης μας εφοδιάζει με το βιογραφικό πλαίσιο και το ψυχικό κλίμα μέσα στο οποίο γράφεται ο Ιώβ αλλά και εδώ το έργο είναι αυτόνομο και περιμένει τον αναγνώστη να το φωτίσει με το φως της δικής του περιπέτειας. Επί της ουσίας παρουσιάζονται και οι θεμελιώδεις ομοιότητες αλλά και διαφορές των δυο μύθων.

Τα δυο βιβλία της Μέριλιν Ρόμπινσον, Γκίλιαντ και Στο σπίτι, πέρασαν μάλλον απαρατήρητα εδώ από το αναγνωστικό κοινό, συνεπώς το ενδιαφέρον των σχετικών δοκιμίων είναι διπλό. Στο πρώτο δεσπόζει η μορφή του πάστορα Τζον Έιμς, που διάγει βίο αφοσιωμένο στο ποίμνιό της ενορίας του αλλά και αισθάνεται μεγάλη μοναξιά· σε μια ιδιαίτερη εικόνα, περπατάει τις νύχτες στους δρόμους της μικρής πόλης, σταματώντας τα βήματά του έξω από τα σπίτια που έχουν αναμμένο φως, με τη σκέψη μήπως κάποιος τον έχει ανάγκη, αλλά και ζηλεύοντας ταυτόχρονα που εκεί ζει μια οικογένεια με τα όποια βάσανά της. Αυτός ο άνθρωπος της βαθιάς πίστης, κοντά στα εβδομήντα του, θα ερωτευτεί μια γυναίκα σαράντα περίπου χρόνια νεότερή του, δημιουργώντας μια από τις ωραιότερες ιστορίες στην σύγχρονη λογοτεχνία. Η επιστροφή του άσωτου, κατεστραμμένου γιου του τον κατακλύζει με ένα ακόμα ανθρώπινο συναίσθημα: την ζήλεια.

Marilynne Robinson

Στο δεύτερο μυθιστόρημα την ίδια ιστορία αφηγείται η κόρη του, που επιστρέφει κι αυτή στο σπίτι μετά από μια αποτυχημένη ζωή· και σε αυτή την οπτική κεντρικό πρόσωπο τελικά είναι ο γιος. Σε κάθε περίπτωση ο προβληματισμός της Ρόμπινσον αφορά την χριστιανική διδασκαλία της Χάριτος, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί μοναχός του να νικήσει το κακό, αλλά και την ανθρώπινη συγχωρητικότητα. Ως προς τους άλλους δυο συγγραφείς που κλυδωνίζονται πάνω στην συνύπαρξη χριστιανικής θρησκείας και καθημερινής ζωής, Η Δύναμις και η Δόξα του Γκράχαμ Γκρην εστιάζει στην μορφή ενός απόλυτα σύγχρονου χριστιανικού μάρτυρα, ενώ η ιδιαίτερη περίπτωση της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ θα μας απασχολήσει σε μια από τις επόμενες αναρτήσεις, που θ’ ασχοληθούμε με το σχετικό της βιβλίο.

Είναι φανερό ότι ο Ζουμπουλάκης δεν εξετάζει τα παραπάνω βιβλία μόνο από θεολογική και θρησκευτική σκοπιά, αλλά και από φιλοσοφική και ηθική, πράγμα τελικά ευνόητο, εφόσον αυτά τα πνευματικά πεδία αποτελούν και τους χώρους της καθημερινής εσωτερικής ζωής του αλλά και των συγγραφικών προβληματισμών του. Η συλλογή έχει αναμφισβήτητο ενδιαφέρον από πολλές πλευρές: αποτελεί συνθετική έρευνα κοινών θεμάτων σε μια σειρά σημαντικών βιβλίων, εξέταση της αναγνωστικής τους πρόσληψης, κατάθεση προσωπικών απόψεων, πρόταση φιλοσοφικών, ηθικών και θρησκευτικών προβληματισμών. Ο συγγραφέας γράφει πάντα με το δικό του, γοητευτικό, πυκνό αλλά (το σημαντικότερο!) πάντα εύληπτο λόγο, είτε γράφει δοκίμια είτε κριτικές. Και πάντα βιωματικό, εκφράζοντας την δική του υποκειμενικότητα, χωρίς ποτέ να διεκδικεί πρωτεία «αντικειμενικής» κριτικής.

The-power-and-the-glory

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Διαβάζω, Νέα Εστία, Νέα Ευθύνη, στο L’ Atelier du roman, στις εφημερίδες Η Αυγή, Η Καθημερινή και Το Βήμα της Κυριακής αλλά και ως επίμετρα σε εκδόσεις των μυθιστορημάτων, με εξαίρεση εκείνο για τον Ροτ, που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 213.

Στα ζωγραφίσματα: Sabbatai Zevi, Marilynne Robinson.

Νίκος Καρούζος – Πεζά κείμενα

KAROUZOS Peza Keimena_

Τα πεζά ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς»

Πιάνω στα χέρια μου το τεύχος υπ’ αρ. 88 – 89 του περιοδικού Η λέξη (Οκτώβρης – Νοέμβρης ’89), που είχα αγοράσει από ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη. Ίσως ήταν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος που αγόραζα και ο λόγος ήταν ο τιμώμενος ποιητής, ο πρώτος ποιητής που μου μίλησε με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα πασχίζω να καταλάβω. Το αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο περιελάμβανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα από τον Τίτο Πατρίκο, Έκτορα Κακναβάτο, Ματθαίο Μουντέ, Γιώργο Βέη, Αλέξη Ζήρα, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Κωστή Παπακόγκο, Ευγένιο Αρανίτση, Κώστα Σοφιανό, Θανάση Χατζόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, κ.ά., καθώς και μια συνομιλία του ποιητή με τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο. Ανοίγω το τεύχος και βλέπω τις κυκλωμένες από το μολύβι μου παραγράφους – όπως εκείνη από το κείμενο του Αρανίτση [σ. 894 – 895]:

Η ποίηση έχει καταστρέψει τη ζωή του Καρούζου σαν μια μοιραία και απαιτητική ερωμένη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που η συνείδησή του κατοικείται από λέξεις σε κατάσταση αναβρασμού. Ένας τέτοιος ψυχικός κόσμος στριφογυρίζει υποχρεωτικά μέσα στο παράδοξο. Υποφέρει αλλά δεν πλήττει ποτέ, γιατί η δουλειά του είναι να παράγει μια ανεξάντλητη πείρα σε μυστήρια και αντιξοότητες. Ποτέ δεν ελληνική ποίηση το τυχαίο και το αυθόρμητο δεν συνδυάστηκαν τόσο ιδανικά με λεπτές χημικές διεργασίες εμπνευσμένες απ’ την μυστικιστική πεποίθηση ότι η γλώσσα διαθέτει δυνατότης μαγείας, ιδιότητες παραισθησιογόνου, εκείνη την αρχαϊκή πνοή που αναταράζει τον μανδύα της γονιμότητας.

Λέξη Καρούζος

Είκοσι χρόνια μετά, κι έχοντας διασχίσει όλες τις συλλογές του ποιητή και άλλα αφιερώματα, όπως εκείνα των περιοδικών Το Δέντρο και Εμβόλιμον, που παρουσιάσαμε εδώ κι εδώ αντίστοιχα, φτάνω στην παρούσα έκδοση, που συγκεντρώνει πεζά κείμενα που γράφτηκαν στη διάρκεια των σαράντα ενός χρόνων μιας συνεχούς γραφής που δημοσιευόταν σε εκείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που επιθυμούσε να είναι «προσκεκλημένος» και να γράφει όποτε ήθελε και ό,τι τον ενδιέφερε, χωρίς κάποια μόνιμη συνεργασία. Η θεματολογία του ευρύτατη, αχανής: η ποιητική γραφή, η πνευματική του πορεία, η αντίστοιχη πορεία της πατρίδας του· η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, ο θρησκευτικός λόγος, οι ομότεχνοι, οι αντίθετοι. Πρόκειται για δείγματα, όπως γράφει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια, μιας ιδιότυπης πνευματικής εξωστρέφειας, που καταλήγει μέχρι και τους τελευταίους γραμμένους στίχους του στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο Δόξασμα, που αναδημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο· για κείμενα ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς».

Νίκος Καρούζος σε Κήπο

Εκείνος λοιπόν που έγινε γνωστός ως ο ποιητής της ρήξης, καθώς μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται ένας διαρκής διάλογος – σύγκρουση, μια σκληρή και τρυφερή μέσα στην οραματική της διάσταση αναθεώρηση των πάντων, ο ποιητής στάθηκε μακριά από δόγματα, συρμούς και ομάδες, «διεθνής και ακάθεχτος», όπως έγραφε στην Ψυχαγωγία εις ύψος, στην συλλογή Συντήρηση ανελκυστήρων, που θυμάμαι είχα αγοράσει γοητευμένος από μικρός από τον τίτλο της, έγραφε στο κείμενο Τοποθέτηση, στο περιοδικό Τομές, το 1976:

Με ρωτούν ενίοτε τι βλέπω στην πολιτική πραγματικότητα σαν ορθότερο, «πού ανήκω». Λοιπόν, ανήκω, σεβόμενος ότι το αόρατο και αόριστο πρόσωπο του μέλλοντος, αλλ’ αυτό του παρόντος το ορατό και συγκεκριμένο, στην απλή και ελεύθερη λογική, που είναι πάντα κι αποκλειστικά ποσιμπιλιστική, προσφέροντας το βεβαιότερο πράγμα, το εφικτό – στα δίκαια αιτήματα που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της υπάρχουσας κοινωνίας. Όλα τα’ άλλα, τα ηχηρά και κραυγαλέα και άκρως θεωρητικά δεν έχουν εμφανή βάση σ’ αυτόν τον αστάθμητο κόσμο… [σ. 191]

Philippe Soupault_

…για να προσθέσει, πως σαν αδέσμευτος άνθρωπος πιστεύει «πως ο πραγματικά φυσικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποτε στην περιπόθητη σοσιαλιστική διοργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ακριβώς το πολύγνωμο δημοκρατικό πολίτευμα». Στο ίδιο τεύχος, τον ίδιο χρόνο και στην ίδια στήλη αφιερώνει ένα κείμενο στον Philippe Soupault, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όπως γράφει περίπτωση αναμφισβήτητου ποιητή κι ενός από τους πρωτεργάτες της υπερρεαλιστικής ουτοπίας, που πιστώνεται εκτός από τα διαφόρων ειδών κείμενά του και την εντυπωσιακή νεκρανάσταση του Lautreamont, ίδιον των εξαίσια εισδυτικών πρωτοτύπων πνευμάτων.

O ίδιος ο Μπρετόν (προτού τον διαγράψει από την σουρεαλιστική ομάδα λόγω «λογοτεχνικής παρέκκλισης») κάπου στο περίφημο Μανιφέστο σημείωνε πως το 1919 ο Σουπώ έμπαινε σ’ ένα σωρό απίθανα σπίτια για να ρωτήσει τον θυρωρό και να εξακριβώσει αν έμενε εκεί ο Φίλιππος Soupault. Και αργότερα προσέθετε: Πιστεύω πως δεν θα αισθάνθηκε καμιάν έκπληξη από μια καταφατική απάντηση. Θα πήγε να χτυπήσει την πόρτα του. Ο Καρούζος εδώ υποστηρίζει ότι οι καλύτερες, και ουσιαστικά τολμηρότερες πραγματώσεις των υπερρεαλιστών είναι εκείνες που διατηρούν ή και επιτρέπουν έναν όποιο σύνδεσμο με το διάψυχο γεγονός της λογικής.

Gogol_1_

Ο Καραγκιόζης και ο Κόντογλου, ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός και ο Καραγάτσης, ο «πολυβότανος» Πεντζίκης και ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Γιώργος Μακρής κι ένας εμπεδόκλειος αλήτης μέσα σ’ ένα ταξί με τον Παύλο Valery, έχουν όλοι θέση στην σκέψη του Καρούζου, που συλλογίζεται σε άλλα κείμενα για την ελευθερία, την γλώσσα, τους κοινωνικούς αγώνες, την σοσιαλιστική ηθική, το θέατρο (όπως ένα κείμενο για Το προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα), την θρησκεία και την θεολογία, όπως ένα εξίσου έξοχο κείμενο για τις λατρευτικές σελίδες του Ν. Β. Γκόγκολ.

Η δοκιμιακή γραφή του ποιητή έχει την γλωσσική στόφα όλων των παλαιών δοκιμιογράφων. Στο κείμενό του για την στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη γράφει: Ο Τερζάκης είναι ένας γνήσια διαλογιζόμενος άνθρωπος, ένας αληθινός στοχαστής, με γνήσιο εσωτερικό υπόστρωμα, με γραφίδα περίτρομη κατάντικρυ στα φλέγοντα του πνεύματος, με συνεσταλμένη συλλογιστική, με πλήθος ακράτητα ερωτήματα και βαθύτατο πύρωμα σώψυχης αγωνίας. Η λέξη, Επιθεώρηση Τέχνης, Ζυγός, Διαγώνιος, Νέα Εστία, Ευθύνη, Καινούρια Εποχή, Σύνορο, Εκκλησιαστικά Προβλήματα, Κριτικά Φύλλα, Υδρία, Τομές, Τετράδια Ευθύνης, Τραμ, Το Περιοδικό, Πλανόδιον, Το Δέντρο …. δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες φιλοξένησαν όλα αυτά τα κείμενα που επιχειρούν να παγιδεύσουν «το αόρατο στην ορατότητα», όπως μας συμβούλευε στην Εντύπωση από την συλλογή Ερυθρογράφος.

verne

Άμα διαβάζει κανείς Εμπειρίκο στα τόσο παλλόμενα πεζά του και τυχαίνει να ξέρει τις παλαιές καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Ιουλίου Verne, είναι αδύνατο να μη συσχετίσει τις δυο γλώσσες γράφει ο Καρούζος στο κείμενό του Ιούλιος Verne και Ανδρέας Εμπειρίκος, σε κάποιο τεύχος του Τραμ το 1979. Εδώ ο συγγραφέας εκφράζει μια άποψη που κρέμεται, όπως γράφει, από την διαίσθησή του και μόνο: ο Εμπειρίκος διαμόρφωσε την μαγιά του γλωσσικού του πεπρωμένου από τέτοια διαβάσματα της παιδικής ηλικίας. Ο Καρούζος δεν θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει σχετικά, γνωρίζοντας πως κάθε ποιητής είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παρατηρήσεις επιδράσεων. Εν τούτοις σε κάποια ανάγνωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σε κάποια από τις γνωστές οικιακές αναγνώσεις του Εμπειρίκου και σχολίασε: Είσθε ένας μυθικής, θα έλεγα, όσο κι απόμακρης γραφής Έλληνας Ιούλιος Verne του έρωτα. Ο Εμπειρίκος ενθουσιάστηκε με αυτά τα λόγια και μίλησε με ολόψυχο θαυμασμό για τον Ιούλιο Βερν, αν και κατάλαβε κάτι διαφορετικό από εκείνο που εννοούσε ο Καρούζος: ότι οραματιζόταν την ανώτερη εξέλιξη του ερωτικού παράγοντα στην ανθρώπινη μοίρα και την κατάφαση κάθε ερωτικής ελευθερίας.

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ.1

Το προτελευταίο κείμενο του τόμου τιτλοφορείται Η νοσταλγία του παρελθόντος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, και αναφέρεται ως προσχέδιο για την αυτοβιογραφική ταινία του συγγραφέα και κατανέμεται σε δεκατέσσερις σκηνές (Ναύπλιο, 1982). Στην έβδομη σκηνή αναφέρεται στα μυκηναϊκά ερείπια, που του αρέσουν ακριβώς γιατί είναι τυφλά. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζώμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Στην ενδέκατη σκηνή συμπυκνώνει την ιδέα του για την ποίηση, για την οποία τον ρωτούν κάθε τόσο, θυμάται την θέση της «ασιατικής φιλοσοφίας», πως όποιος δυναστεύεται από ερωτήματα δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να λάβει απόκριση. Και στην αμέσως επόμενη γράφει «περί ρουτίνας»:

Όπως έλεγε ο Novalis, δεν είναι τίποτα πιο ασυνήθιστο απ’ το ίδιο το συνηθισμένο. Η ποίηση τρέχει στους δρόμους. Κι ο ποιητής πιάνει κάποια ελάχιστα της φαντασμαγορικής αυτής διαδικασίας. Η βίωση προέχει. Για σκεφτείτε ένα μακρινό σαξόφωνο από ένα φωτισμένο παράθυρο, που μπορούμε να το απολαύσουμε ωσάν ηχητική μπαλάντα του άπειρου… Δεν είν’ έτσι; Η ποίηση βατεύει τα γεγονότα. Κι ανασταίνει το παραδείσιο στοιχείο οπουδήποτε… [σ. 314]

Εκδ. Ίκαρος, Α΄ έκδ. 1998, Β΄ έκδ. 2010, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, σελ. 324, με εντεκασέλιδη εισαγωγή της επιμελήτριας και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Ο Ποιητής στον Κήπο, η κεφαλή του Φίλιππου Σουπώ, το μπλέ του Νικολάι Γκόγκολ, η πολυχρωμία του Ιουλίου Βερν, ο Καρούζος στον Δρόμο.