Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

Αγουστίν Γκαρσία Κάλβο – Περί Θεού

Print

Ο Αγουστίν Γκαρθία Κάλβο [Θαμόρα, Καστίλλη, 1926 – 2012] θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επίκεντρο του έργου του είναι η έκθεση της γελοιότητας της Πίστης στο Χρήμα και το Μέλλον, η αντίθεση στο Κράτος και το Κεφάλαιο, η αποκάλυψη του ψέματος της Πραγματικότητας και η ανάδειξη της ζωντανής κοινότητας και του κοινού λόγου. Έγραψε ακόμα πολιτικά δοκίμια, ποίηση και θέατρο και μετέφρασε μείζονα έργα της αρχαιοελληνικής και λατινικής γραμματείας. Εργάστηκε ως πανεπιστημιακός καθηγητής διαφόρων φιλολογικών ειδικοτήτων σε πανεπιστήμια της φρανκικής Ισπανίας και εκδιώχθηκε από την έδρα του λόγω της συνεισφοράς του στον σχηματισμό του κινήματος των acratas και της συμμετοχής του στις κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου. Με τον θάνατο του Φράνκο επέστρεψε στην Μαδρίτη και στην εργασία του και συνέχισε να συμμετέχει ενεργά στις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής, ενώ από το 1997 διηύθυνε την εβδομαδιαία Πολιτική Συζήτηση (Tertulia politica) του Πολιτιστικού Κέντρου (Ateneo) του δήμου της Μαδρίτης, η οποία τώρα φέρει το όνομά του.

Το Περί Θεού έργο του, πυκνό και αποκαλυψιακό στην σκέψη, αναλυτικό και θυελλώδες στην γραφή, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ό,τι μας έχει απομείνει από λογική και συναίσθημα για να μιλήσει ενάντια στην Πίστη, το θεμέλιο της Εξουσίας και της Πραγματικότητας. Η κατασκευή του κειμένου μοιάζει να γίνεται ακριβώς μπροστά μας: ο ένας συλλογισμός ακολουθεί τον άλλον, η μια πρόταση εκχέεται στην επόμενη, οι επαγωγικές σκέψεις ξεδιπλώνονται σε πλήρη αλληλουχία. Έτσι τα οκτώ κεφάλαια που έχουν ειδική αρίθμηση (π.χ. 1.1) και εκτενή τίτλο, γραμμένο με κεφαλαία, χωρίζονται σε υποκεφάλαια με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (π.χ. 1.1.6), τα οποία συχνά μάλιστα τεμαχίζονται σε παραγράφους (χωρίς απαραίτητα να υπάρχει μια νέα πρόταση ή κάποια θεματική μεταβολή) και ορισμένα εξ αυτών έχουν ειδικότερα μέρη με μικρότερα γράμματα, ακριβώς για να ακολουθεί κανείς βήμα βήμα τις αδιανόητες και ταυτόχρονα εφιαλτικά λογικές αλληλουχίες της λαβυρινθώδους σκέψης του.

1351797645532

Καθώς κοιτούσα μέσα στον κόσμο που με περιέβαλλε τα πραγματικά πρόσωπα με τα οποία ο Θεός εμφανιζόταν, σκεφτόμουν σε τι χρησίμευε ο Θεός κι αυτό που συναντούσα / κι αυτό που συναντούσα, ξανά και ξανά, ήταν ο καθαγιασμένος φόβος, η δικαιολόγηση του θανάτου, της ενοχής και της τιμωρίας, τα δεσμά για σώματα ή συνειδήσεις, ο σχηματισμός άτακτων μαζών εργαζόμενους για το τίποτε, το ξεπούλημα της ζωής για το Μέλλον….αρχίζει ο συγγραφέας, προχωρώντας στην διαπίστωση πως και οι αλλαγές των προσώπων του Θεού και των ονομάτων Του δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από το να του φανερώνουν τη διατήρηση του Νόμου Του, της Εξουσίας Του και της Διολιότητάς Του, ενώ συνέχιζε να κυριαρχεί η υποταγή στον Κύριο με αντάλλαγμα την υπόσχεση της αθανασίας της ατομικής ψυχής και εντέλει όλες οι αθλιότητες και τα ψέματα στα οποία βασιζόταν ο Θεός και που Του επέτρεπαν να συνεχίζει να επιτελεί την εργασία Του, τη διαχείριση του Θανάτου.

«Ας πάψουμε να χρησιμοποιούμε τα ονόματα που έχει ιδιοποιηθεί η εξουσία»!. Ο συγγραφέας επιθυμεί να θυμίσει στους ανθρώπους ό, τι γενικά διδάσκει, σ’ αυτό τον πόλεμο του λαού με την Εξουσία, η κοινή λογική: όταν η Εξουσία οικειοποιείται ένα όνομα και το χρησιμοποιεί κατηγορηματικά για τους σκοπούς της, το πιο υγιές που μπορεί να κάνει ο κόσμος είναι ν’ αρνηθεί αυτό το όνομα και να το παραχωρήσει ήσυχα στον Αφέντη· και δεν είναι ανάγκη να μένουμε προσκολλημένοι σε κανένα όνομα, για τον ίδιο λόγο που δεν μας είναι αναγκαία καμιά Πίστη. Υπάρχουν βέβαια και η σοφοί που προσπαθούσαν να χρησιμοποιούν αλλιώς αυτό το όνομα, αντιστρέφοντας το νόημά του, καθώς η γλώσσα είναι το μόνο ανθρώπινο όργανο που ξεγλιστρά από την Εξουσία (που ούτε καν την γνωρίζει) και από το Χρήμα (αφού η γλώσσα δίνεται σε όλους δωρεάν). Μέσα σ’ αυτή την αντίφαση γίνεται λόγος για τον Θεό σε ένα βιβλίο…

Apotegmas sobre el marxismo primera portada

Ποια είναι λοιπόν τα μείζονα πράγματα που λέει ο κόσμος περί Θεού; «Δεν υπάρχει Θεός», «Ό,τι υπάρχει είναι Θεός», «Ο Θεός υπάρχει». Ποιος όμως επινόησε το ρήμα υπάρχω [existir]; Πρόκειται για λέξη που δεν πήγαζε ούτε θα μπορούσε ποτέ να πηγάζει από τον λαό, αλλά κατασκευάστηκε στα γραφεία των φιλοσόφων και του ιερατείου, που υπηρετεί τον Αφέντη. Ο κίνδυνος επιτυχίας αυτού του τεχνάσματος είναι φοβερός, γιατί, είτε απλώς θέτεις το ζήτημα είτε το απαντάς, είναι το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση παρουσιάζεις και θεμελιώνεις τον Θεό στο πρώτο μέρος της πρότασης, και είναι μάταιο ό,τι κι αν κάνεις στο δεύτερο. Φυσικά, ο Θεός υπάρχει: πώς να μην υπάρχει, εφόσον εξαρχής θέτω το ζήτημα της ύπαρξής του; Κι αν προσθέσω το «δεν υπάρχει», αυτό είναι καθαρή αντίφαση, γιατί, αν δεν υπάρχει, πώς γίνεται να έχω αρχίσει να τον αναφέρω, σαν να ήταν ένα πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος;

Η διερεύνηση της αντίφασης πάνω στην οποία θεμελιώνονται το «υπάρχω» και η «πραγματικότητα» είναι αναπόφευκτη και ο συγγραφέας εδώ προσεγγίζει την έννοια της «πραγματικότητας», που θα αποτελέσει θεμελιώδες σημείο στην σκέψη του. Η ικανότητα εξαπάτησης του εν λόγω Ρήματος, που επιβλήθηκε από την γραφή και την θεολογία σε όλες τις γλώσσες της κυρίαρχης Κουλτούρας, ήταν ότι προσπαθούσε από την μια να διατηρήσει ζωντανή την ισχύ του «υπάρχει», την ένδειξη παρουσίας μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, και την ίδια στιγμή να προσποιείται ότι είναι ένα ρήμα με το σημαινόμενό του, έτσι ώστε όταν λέγεται ότι κάτι έχει ύπαρξη, να φαίνεται ότι του αποδίδεται κάποιο Κατηγόρημα, που δηλώνει γι’ αυτό κάποιο πράγμα. Πρόκειται δηλαδή δυο αντιφατικά και αταίριαστα νοήματα· για παράδειγμα, το «υπάρχει χρόνος» είναι άλλο από το «ο Χρόνος υπάρχει».

tripa_5908_UIMP_LL.indd

Και κάπου εδώ ο Κάλβο προβαίνει στην ευφυέστατη σύνδεση με το χρήμα, που προκύπτει σχεδόν αυτονόητα μέσα από το ξετύλιγμα του λαβυρινθώδους μίτου της σκέψης του. Αν ο Θεός, όπως διδάσκει η θεολογία, είναι το πιο πραγματικό από τα όντα, συνεπώς πρέπει να βρούμε ποια είναι τα πλέον πραγματικά πράγματα και εύκολα διαπιστώνουμε ότι το Χρήμα εκπληρώνει τις πιο αυστηρές προϋποθέσεις ώστε να το αναγνωρίζουμε ως το πρόσωπο του Θεού ή ως την κυριότερη επιφάνειά Του ανάμεσά μας: είναι ασφαλώς το πράγμα τα το οποίο μιλάμε περισσότερο.

Η παρουσία Του και η λειτουργία Του Θεού στον κόσμο πρέπει να συνίσταται στην Πίστη που Του αποδίδεται, η οποία στην περίπτωση του Χρήματος ονομάζεται Πίστωση, αντικείμενο της οποίας είναι το Μέλλον, δηλαδή η Ελπίδα. Βρίσκεται, παντού εγγενής η αναμεμειγμένος μέσα στην καθημερινή ζωή, όπως και το χρήμα. Ο μονογενής υιός του είναι ο Άνθρωπος, τουτέστιν το Ιδιωτικό Άτομο που θριαμβεύει στην εποχή μας, ενώ ο Πατέρας του είναι ο Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος προσδίδει μια μελλοντική αιώνια Δόξα σε όσους έχουν Πίστη, και καταδικάζει όσους έχασαν τη Πίστη του στην άβυσσο της εξαθλίωση – ίδια μοίρα περιμένει αντίστοιχα έχοντες και μη έχοντες. Και δεν χρειάζεται να αναφερθούμε περισσότερο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της λατρείας Του…

AGUSTIN GARCIA CALVO

Οι καθεδρικοί των μητροπολιτικών Υποκαταστημάτων, οι Τραπεζικές τελετουργίες που γίνονται, οι ουρές των πιστών μπροστά στα εξομολογητήρια για τη Φορολογική Δήλωση ή τα παρεκκλήσια της είσπραξης Τόκων ή Συντάξεων, η άφεση χρεών του αμαρτήματος μέσω της προφορικής εξομολόγησης και της πρόθεσης για έμπρακτη επανόρθωση, οι ψαλμοί που υπόσχονται την Αιώνια Δόξα και ψάλλονται καθημερινώς από τα μεγάφωνα και τις τηλεοράσεις, οι σύνοδοι Κορυφής των θεολόγων και των επισκόπων προκειμένου να γεφυρώσει τις αντιθέσεις μεταξύ των Εκκλησιών ή Χρηματοπιστωτικών Εταιρειών…. [σ. 51]

Μπορεί κανείς άλλωστε να θυμηθεί την γνωστή εξίσωση ανάμεσα στη «λέξη» και το «νόμισμα». Άρα το κριτήριο για τον βαθμό πραγματικότητας ενός πράγματος συνίσταται στην ευκολία ανταλλαγής του με χρήμα. Όπως και με μια σοδειά με αγγουράκια ή σιτάρι: η πραγματικότητα της σοδειάς ως χρήμα είναι ασφαλισμένη, την ίδια στιγμή που καταλήγει να φθίνει έως την ασημαντότητα η πραγματικότητά της ως αγγουράκια ή σιτάρι, σε τέτοιο σημείο που μπορεί κανείς να πει χωρίς υπερβολές ότι είναι εγγυητικές επιστολές αυτό που φυτρώνει στη γη. Το Χρήμα είναι πλέον η πίστωση ή εγγύηση για κάθε μέλλον.

Garcia_Calvo_Agustin

Ακολουθεί η διερεύνηση του Φόβου και της Ελπίδας· ο τρόμος του Θεού και ο φόβος για το εγνωσμένο – Ωστόσο για το άγνωστο δεν ξέρουμε τίποτε (μια κοινοτοπία που ξεχνάμε συνεχώς), ξέρουμε μόνο τον φόβο του Μέλλοντος, ο οποίος βέβαια είναι γνωστός, και γι’ αυτό ακριβώς απειλητικός – οι φόβοι του θανάτου, ο φόβος να ζούμε και να υπάρχουμε, «κούφιοι φόβοι, φόβοι χωρίς περιεχόμενο που όμως κινούν τον κόσμο». Τι μπορεί να κάνει ο απλός άνθρωπος; Μα να γίνει άνδρας! Η Στρατιωτική Θητεία είναι το πρώτο βήμα, γιατί είναι βέβαιο ότι μόνον όποιος ξέρει να υπακούει μπορεί να διατάζει, κι έτσι γίνεσαι άνδρας υπομένοντας τους προπηλακισμούς, τις προσβολές και τις βρισιές του λοχία. Μετά γίνεσαι άνδρας αναγνωρίζοντας, στο στρατόπεδο και στους θαλάμους, ότι είσαι το ίδιο με τους άλλους.

Κατόπιν πρέπει να θέλεις να παντρευτείς, κοινώς να πουληθείς μέσω του γάμου σε κάποιον και να είσαι ιδιοκτησία του, και ύστερα σε περιμένει ένα άλλο κενό που χρειάζεται γέμισμα, αυτό της τακτοποίησης: πρέπει κανείς να φιλοδοξεί να κερδίσει μια θέση σ’ αυτό τον κόσμο, να αποκτήσει έναν τίτλο, ένα δίπλωμα ή άλλη απόδειξη υποταγής και πίστης στον Θεό· πρέπει ο καθένας να παίζει τον ρόλο του και να βρίσκεται στην θέση του. «Κι άλλα μέλλοντα»: σκαλοπάτια ανόδου, διαδοχικές προαγωγές, εμπορικές επεκτάσεις, επαγγελματικές βελτιώσεις, μέχρι την σύνταξη και  τα χιλιάδες πούλμαν συνταξιούχων που γυρίζουν τον κόσμο.  agustin-garcia-calvo

Ο Θεός είναι ένας και αρσενικός. Η αρσενικότητα του Θεού καταλήγει στην κατοχή των γυναικών. Η μετατροπή τους σε αντικείμενο ιδιοκτησίας αποτελεί θεμέλιο της ιστορίας, μια πρώτη μορφή χρήματος. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η λειτουργία του Θεού είναι διαχείριση του θανάτου, ο υποβιβασμός της ζωής σε κενό χρόνο και της ελεύθερης σκέψης σε ιδέες της Πραγματικότητας. Η χάρη όμως των γυναικών βρισκόταν στο γεγονός ότι ήταν ομολογουμένως έξυπνες και ευαίσθητες, και άρα, η υποταγή τους στον κύριο σήμαινε υποταγή του λόγου και του συναισθήματος στην Εξουσία.

Η Εξουσία σε οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις της, οι οποίες είναι όλες αντίγραφα αυτής του Παντοδύναμου Θεού, δεν μπορεί να βασιστεί σε τίποτε άλλο παρά μόνο στο ψέμα. Ο κοινός λόγος, που είναι ο λαός δεν μπορεί να κάνει τίποτα ενάντια στην Εξουσία αν δεν σπεύσει κατ’ αρχάς, ν’ ανακαλύψει το ψέμα της Πραγματικότητας πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η Εξουσία· να πει στον Θεό: ή ξέρεις τα πάντα και, άρα, ψεύδεσαι· ή λες και την αλήθεια και, άρα, δεν γνωρίζεις τα πάντα. Και, τι ειρωνεία, να δοκιμάσει μια τελευταία προσευχή:

adios_agustin_garcia_calvo

Εσύ, τον οποίο δεν γνωρίζω, σταμάτα σε παρακαλώ, να με γνωρίζεις. / Για ν’ απελευθερωθείς από το τόσο κακό που έχει γίνει στο όνομά σου, λησμόνησε το όνομά σου. / Ας χαθεί η Εξουσία σου και ας διαλυθεί η Θέλησή σου, οι άνθρωποι ας ζουν όπως μπορούν…/ Άσε ν’ αποκαλυφθεί η ματαιότητα του νόμου του θανάτου / Απελευθέρωσέ με από το Μέλλον και το Χρήμα, για να μπορέσουμε να ξαναγνωρίσουμε το καθημερινό ψωμί / Δεν σου ζητώ, τελικά, τίποτε: ποιος είμαι εγώ για να σου ζητώ οτιδήποτε; / Ποιος εσύ για να μου δώσεις; / Όλο αυτό ήταν μόνο για να γελάσουμε, για να γελάσεις εσύ./ Απελευθέρωσέ με εσύ από εμένα τον ίδιο, σε απελευθερώνω εγώ από το όνομά σου, Θεέ,/ κι εδώ σου δίνω την ελευθερία.

Εκδόσεις των συναδέλφων, 2014, μτφ. Κώστας Παναγιωτίδης, 347 σελ.