Σταμάτης Δαγδελένης – Το βιβλίο των αιρέσεων. Δέκα μικρά μυθιστορήματα.

Εναλλακτικά δόγματα

«Ομολογώ πως για πρώτη φορά, στην άχαρη και γεμάτη αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και συναισθήματα πνευματική μου ζωή, ο ορθολογιστής, ο ευσεβής χριστιανός και ο συγγραφέας μέσα μου θα ομονοούσαν έτοιμοι να συνάψουν μια τριπλή ιερή συμμαχία, συμπαγή σα γροθιά… Αλλά όταν οι συμπαντικές δυνάμεις μιλάνε και οι άλλοι δύο, ο ορθολογιστής και ο χριστιανός, παραληρούν ψελλίσματα για συμπτώσεις και δαιμονοληψίες, ο συγγραφέας οφείλει να σωπαίνει για να αφουγκραστεί τα ίδια τα γεγονότα και να τα μεταφέρει αυτούσια στο χαρτί» (σ. 174). Κάπως έτσι μεταγράφονται συγγραφική και (ψευδο;)δοκιμιακή αδεία δέκα «αιρέσεις» που κυμαίνονται σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου (από την πρώιμη χριστιανική εποχή ως τις μεταπολεμικές ΗΠΑ) αλλά και περιεχομένου, ερμηνεύοντας διαφορετικά ή αντιστρέφοντας βασικά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας.

Στην «αίρεση της αντίστροφης οδού» ο δρόμος της σωτηρία δεν περνάει απαραίτητα από στερήσεις και προσευχές, αλλά από την ελευθεριότητα και την ακολασία, ενώ η κάθοδος και η πτώση ως το έσχατο σημείο οδηγούν στην άνοδο. Ιδανικό χώρο προσηλυτισμού των Μαγδαληνών αποτελούν τα πορνεία, όπου άλλοτε εκτέθηκε ως βρέφος ο αιρεσιάρχης Καταβάσιος, εξ απαλών ονύχων συναναστραφείς με τις ιέρειες «της πλέον απολαυστικής θρησκείας του αισθησιασμού και της ηδονής». «Μια στάση στην έρημο» αποκαλύπτει την όαση όπου αυτόχθονες ερωτοτροπούν δημοσίως και συνευρίσκονται στα ξέφωτα των μνημείων, μέλη μιας λατρείας όπου η προσφορά ενός μήλου σε μια γυναίκα ακυρώνει το προπατορικό αμάρτημα για όλες τις επερχόμενες γενιές. «Η αίρεση των αρωγών», θεμελιωμένη στη φράση πως το να φέρει κανείς στους ώμους το σταυρό του είναι ανθρώπινο, το να σηκώνει όμως το σταυρό κάποιου άλλου είναι θεϊκό, οδηγεί τους Σιμωνικούς να βοηθούν κάθε συνάνθρωπο στα βάρη της ζωής, με ανεπιθύμητα για την πολιτική εξουσία αποτελέσματα.

Πρόσωπα ή γεγονότα που υπήρξαν καθοριστικά σε μια θρησκεία, διαδραματίζοντας άθελά τους καταλυτικό ρόλο συμβάλλοντας ουσιαστικά στο Θείο Σχέδιο, μπορούν να εμπνεύσουν νέες δοξασίες. Τρανό παράδειγμα ο έμπορος του ναού που από συνήθεια ή αυθάδεια ρώτησε τον Ιησού σε τι μπορεί να τον εξυπηρετήσει και δέχτηκε το χτύπημα του φραγγελίου και γυρνώντας το άλλο μάγουλο τον έκανε να τραπεί σε φυγή και να εμπνευστεί ένα από τα θεμελιώδη διδάγματα της διδασκαλίας του, μεταστρεφόμενος από την μαχητική αντιπαράθεση στο μαρτύριο και την θυσία («Λευί και υιός»). «Η αίρεση των ψηλαφιστών» αποδίδει τα αποστολικά πρωτεία στον Θωμά, που με την ψηλάφηση απέδειξε την Ανάσταση του Κυρίου αλλά και απέφυγε την θεραπεία των πληγών για να μη χαθούν τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία. Στις μιμητικές τελετουργίες των Θωμαϊστών οφείλεται η διάδοση της χειραψίας ως μέσου καλόπιστης έκφρασης.

Τα πανεπιστήμια αποτελούν πάντα «εκκολαπτήρια αιρέσεων», όπως εκείνη που θεωρεί τον Άλμπερτ Αϊνστάιν δημιουργό – ρυθμιστή του Σύμπαντος και τελευταίο επί Γης προφήτη, που αποκαλύπτοντας την μεγάλη αλήθεια γεφύρωσε οριστικά το χάσμα μεταξύ επιστήμης και θρησκείας («Η αίρεση της μια νυκτός»). Αντίθετα, «μια ανώνυμη αίρεση» αποδίδει την ενσάρκωση του Θεανθρώπου σ’ έναν απλό κεραμοποιό που πέρασε όλη του τη ζωή κρύβοντας τη θεϊκή πλευρά του, ζώντας σαν οποιοσδήποτε θνητός. Αν ο Ναζωραίος θυσίασε την ανθρώπινη υπόστασή του χάριν της θεϊκής, ο αφανής αυτός Σωτήρας έπραξε το αντίστροφο. «Η διαίρεση της Διπόλεως», διπολική αίρεση δυο αδελφών που ο ένας υποστηρίζει πως υπάρχει Θεός, αλλά ο κόσμος είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να φαίνεται πως δεν υπάρχει, ο άλλος το ακριβώς αντίστροφο, έχει ως συνέπεια οι οπαδοί να ζουν ως άθεοι αλλά να είναι πραγματικά πιστοί ή να ζουν ως πιστοί όντες ουσιαστικά άθεοι, αντίστοιχα.

Η διδαχή ενός ιερέα πως η συγχώρεση συμβαδίζει με τη μετάνοια, που είναι περισσότερο αναγκαία σε αμαρτωλούς και εγκληματίες, οδηγεί άθελά του σε εγκλήματα οι αυτουργοί των οποίων μέσα από την ομολογία, την θανατική καταδίκη και την τελική συγχώρεση εξασφαλίζουν μια θέση στον παράδεισο, ενώ ακόμα και αθώοι ομολογούν, με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια προς τις οικογένειές τους («Η εκκλησία της ύστατης ώρας»). «Οι ταβλιστές», τέλος, εκκλησιαζόμενοι στους άτυπους ναούς – καφενεία (ενίοτε ασεβώντας προς προϋπάρχουσες θρησκείες, εξ ου και οι εν θερμώ βλασφημίες προς τα χριστιανικά όσια), ασκούνται πνευματικά και αποκτούν ωφέλιμα διδάγματα για την ζωή – πόσες παρτίδες άλλωστε δεν έχουν ξεπεράσει τα όρια της απιθανότητας. Το τάβλι εδώ δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας αλλά μέσο εξέλιξης και προσέγγισης της Βασιλείας των Ουρανών.

Η ρεαλιστικής υφής και ιστοριογραφικής αληθοφάνειας πραγμάτευση των άπειρων ενδεχόμενων δογματικών εναλλακτικών είναι παιγνιώδης, διακριτικά ειρωνική και απόλυτα πειστική και «τεκμηριωμένη». Φτάνουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε πόσες παρόμοιες περιπτώσεις στην χριστιανική ιστορία έμειναν άτυπες και άγνωστες, λησμονήθηκαν προτού αναπαραχθούν γραπτώς, ή υπήρξαν θύματα των διωκτών τους ή των ίδιων τους των απιθανοτήτων, «στις οποίες όμως δεν υστερούν και οι δοξασίες των περισσότερων ακόμα και επίσημα καθιερωμένων δογμάτων».

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 191.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 609, 25.6.2010 (και εδώ).

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Προς εκκλησιασμόν

Ο μύθος έπαψε να θεωρείται μόνο σαν κατάλοιπο του παρελθόντος και ερευνάται σαν ουσιώδες σημείο του καθενός (Τοπογραφία και δομή, σ. 143).

Το 1970 ήταν annus mirabilis για τον Πεντζίκη: ο αραιότατα εκδοθείς του παρελθόντος τώρα ξεφούρνιζε τέσσερα βιβλία σε ισάριθμους εκδότες – το ένα σε δεύτερη έκδοση, σε μια πλημμυριστή εκβολή της φρενήρους γραφής του από το 1969, οπότε και αποσύρθηκε από τον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο όπου εργαζόταν (ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων). Ένα εξ αυτών ευτυχεί τρίτη και οριστική έκδοση εδώ (Α΄ έκδοση: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, Β΄ έκδοση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986), κανονιστική και παγιωθείσα, προς ευκρινέστερη ακρόαση του πεντζίκειου λόγου. Πρόκειται για εννέα κείμενα δυο δεκαετιών (’50-’60) που ομιλήθηκαν ως διαλέξεις και έρευσαν ως ομιλίες – εξ ου και η αίσθηση της επικοινωνίας με ορατό ακροατήριο, η αποτύπωση μιας οικείας προφορικότητας και η αξία τους σαν μιας σπάνιας ζωντανής ηχογράφησης σύμφωνα με τον επιμελητή – επιμετρητή του τόμου Γαβριήλ Νικόλαο Πεντζίκη). Αυτές οι διαλογικής, σχεδόν σωκρατικής υφής εκφράσεις πρωτοδημοσιεύτηκαν σε Μορφές, Ταχυδρόμο, Νέα Πορεία, Διάλογο, αλλού, ή πρώτη φορά εδώ.

Αυτός που παραδεχόταν πως έγραφε έτσι απλά επειδή αδυνατούσε να συνθέσει λογοτεχνία, μη γνωρίζοντας τρόπους και μεθόδους, που στα γραπτά του προσκαλούσε πλήθος προσώπων χωρίς να φτιάχνει κανέναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, που σε σημειώσεις εκατό ημερών έγραψε το χρονικό της μεταμόρφωσής του σε κατώτερο εχινόδερμο, εδώ ξανά διαπερνά, διαπηδά και διασχίζει τον Όμηρο και τον Πίνδαρο (του υπεραρκούν απ’ την αρχαία φρουρά), τον Τζόυς, τον Kierkegaard, τον Παπαδιαμάντη, τον Σαραντάρη, τον Βιζυηνό, τους προσωκρατικούς και τους νεοπλατωνικούς, τους βυζαντινούς, τους Μπέκετ, Μαλλαρμέ και Ντοστογέφσκι, τις γριές ενορίτισσες της Υπαπαντής και της Παναγίας Δέξιας με τις πατερικές φυλλάδες.

Ας ευφρανθούμε λοιπόν ξανά για εκατοστή φορά με τον εσώτερο μονολογιστή, ρευματοφόρο της συνείδησης και εξπρεσιονιστή κύριο Πώς να τον πούμ’, τον μοντέρνο και μεταμοντέρνο πριν από εκείνους που φέρουν τον τίτλο, που «σχολείο πήγε μονάχα σε μια τάξη και μόνο του μέλημα ήταν η μυθική και παραμυθική ερμηνεία των εγκοσμίων», είτε καθώς διαλαλεί τον έρωτά του προς τα έμβια όντα και τα πράγματα είτε όταν πολεμά τους δαίμονές του στην προσπάθειά του να υπερβεί και να διαλύσει το ατομικό του εγώ. Που επιστρέφει συνεχώς στον παρά θιν’ αλός περίπατο που δεν έπαψε να επεξεργάζεται η ανθρώπινη ψυχή απ’ τον Όμηρο ίσαμε τον Τζόυς, συγκινείται περισσότερο στα προσκυνητάρια και στα εικονοστάσια των δρόμων παρά στις μεγάλες, σαν άδειες αποθήκες εκκλησίες, σκιρτά με την ανάποδα τοποθετημένη πινακίδα της Οδού Αετορράχης στην Αγία Τριάδα, ανεβαίνει στην στέγη των Δώδεκα Αποστόλων στο Βαρδάρι και λέει: Πέρα από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παραλόγου.

Για άλλη μια φορά με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όλοι σιώπησαν και γι’ αυτό το έργο του: ο μεν δικτατορικός περίγυρος αλισβεριζόταν με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις ευρύτατες πνευματικές του αναζητήσεις), διανόηση και αντιφρονούντες εν γένει αντιμετώπιζαν με υποψία οτιδήποτε «θρησκευτικό». Αν προσθέσουμε και τα στεγανά του αναγνωστικού κοινού τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί σπάνια εκδότης και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού δεχόταν να δημοσιεύσει κείμενό του, ή, όταν συνέβαινε, οι αναγνώστες να το αγοράσουν. Φυσικά ο Πεντζίκης αν και βαθύτατα θρησκευθείς ουδόλως σχετιζόταν με εκκλησιαστικούς θεσμούς και σχετικά ιδεολογήματα (προτίμησε 94 επισκέψεις στο Άγιον Όρος), αδιαφορώντας πλήρως και για εθνικιστικούς διαχωρισμούς.

Δεν είναι τα πράγματα που γεμίζουν, ούτε τα μεγέθη που επιβάλλονται – γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί η Παναγία Κουμπελιδική στην Καστοριά με την Παναγία των Παρισίων – στον ατέρμονο πεντζίκειο πανοραμικό κόσμο. Είναι η Θεοτόκος σ’ ένα τζάμι καταστήματος, τα γεωλογικά στρώματα ως μνήμες συνουσίας, η επίκληση των ασκητών Φώτισόν μου το σκότος, οι λαϊκές ανδρικές και γυναικείες μορφές που μοιάζουν να σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές, πιασμένες με μαντήλια χρωματιστά σε τοιχογραφία στο μικρό εκκλησάκι του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Άθωνα.

Η στέγη της Αγίας Αικατερίνης έχει την μεθυστική ποικιλία μιας αμάραντης ανθοδέσμης…η ένθεση ων πλίνθων στις εξωτερικές πλευρές σχηματίζει έναν τέτοιο πλούτο διακοσμητικών θεμάτων, ώστε αισθάνεσαι σάμπως οι τοίχοι να είναι τάπητες, που μπορεί να τους σηκώσει ο άνεμος, και ολόκληρο το κτίσμα να μετεωριστεί στον ουρανό. (Άλλοτε και νυν, σ. 50)

Μιλάμε για μια έκδοση κατάσπαρτη και κατασυμπληρωμένη με: πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού (ηγούμενος της Μονής Βλαττάδων, συνεπώς πρώτος στο Ίδρυμα που τον εξέδωσε τότε), παρουσίαση των κομματιών που έκανε ο συγγραφέας στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικό υλικό κι ένα τεράστιο επίμετρο με την εκδοτική ιστορία του έργου, τις πρώτες δημοσιεύσεις, ανάδραση [= επιστολές των Ζήσιμου Λορεντζάτου (Αείροε, πλειστόκαινε, μωσαϊκέ Νίκο!), Γιώργου Σεφέρη, Παπατζώνη, Δ.Γ. Κουτρουμπή και κριτικά σημειώματα], εργοβιογραφικό χρονολόγιο και με υπερεκατοντασέλιδα σχόλια «εφόδια, όχι εμπόδια» του προαναφερθέντος υιού, που γνωρίζει την παραμικρή εσοχή του έργου του και μας έχει καλομάθει σε παρόμοιες θεραπείες καταλήγοντας σε δοκιμιώδες κομμάτιο που αρχινά με παρομοίωση του βιβλίου με ναό αλλά και σταυρό, με κεραίες τις δυο διασταυρούμενους άξονες σκέψης του ΝΓΠ, τα δε κεφάλαια και ως βαθμίδες μιας μυητικής κλίμακας και καταλήγει στην αναδεξιμιά του Ζωή, σ’ ένα θαυμαστό κύκλο.

Καλά έκανες κι έφυγες κυρ Νίκο κι άσε μας εμάς εδώ να βολοδέρνουμε ανάμεσα Εγνατία 112 (νυν 106), εκεί που ήταν το Φαρμακείο σου (εκεί που συνεπαρμένος από τις δημοτικιστικές επιταγές έβγαλες το τελικό νι από την επιγραφή και σ’ επισκέφτηκε όργανο της τάξεως να διαπιστώσει αν επρόκειτο για ανατρεπτική ενέργεια ή που συνεπαρμένος από τις συζητήσεις έκλεινες την πόρτα κι έδιωχνες τον κόσμο) και Βασιλίσσης Όλγας 197 που οικείωνες οικία. Εσένα το εγώ σου ήταν κάθε φορά κι ένας άλλος ενώ εμείς παραμένουμε απελπιστικά οι ίδιοι.

Αργότερα πολλές φορές συσχέτισα την είσοδο εκείνη, εντός του ιδρύματος της εκ θείας αποκαλύψεως θρησκευτικής παραδόσεως, με την προσευχή του Κολοκοτρώνη, όταν έμεινε έρημος, πριν βγει στα βουνά και κράξει τους σκόρπιους από τον φόβο των Τούρκων Έλληνες, στην Εκκλησία του Χρυσοβιτσιού, ενισχυόμενος από το μεγάλο του ήρωος παράδειγμα. Μέσα ο ναός ήταν ακόμα ασυμπλήρωτος και ως μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι’ άκουγαν, τον κρυμμένο μέσα το ιερό παπά, μια μαυροφορεμένη γρηά, ένας τρελλός και εγώ. Τότε λοιπόν…αντιλήφθηκα ότι πολύ σωστά θα μπορούσαν να διακοσμηθούν οι τοίχοι του άδειου ναού με την απλή καταγραφή, από πάνω έως κάτω, όπως στα χαρτάκια που δίνουμε στον παπά για να τα διαβάσει, των ονομάτων όλων των προσφιλών μας νεκρών. (Έρως της Εκκλησίας, σ. 87)

Εκδ. Ίνδικτος, 2007, σελ. 397, επιμέλεια – σχολιασμός: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Στις φωτογραφίες η Αγία Αικατερίνη στην πιο υποβαθμισμένη (καλύτερα εκεί) περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης  και η έκδοση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Εκδόσεων. Συντομότερη και μεταμορφωμένη δημοσίευση του κειμένου, εδώ.