Εντουάρντο Γκαλεάνο – Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

 Υπέρ Αδυνάτων

Αν η Μνήμη της Φωτιάς αποτελούσε την Άγραφη Ιστορία της αληθινής Αμερικής, οι Καθρέφτες αντανακλούν τις σκηνές που τέθηκαν στο περιθώριο της Επίσημης Ιστορίας (από τις απαρχές του κόσμου ως σήμερα)· τα γεγονότα και τις εκδοχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Γκαλεάνο γράφει με τον γνωστό του τρόπο: τα αφηγήματά του είναι σύντομα αλλά περιεκτικότατα, η γλώσσα του απλή αλλά όχι χωρίς ποίηση, τα ιστοριογραφικά του σχόλια βασίζονται στη λογική αλλά εκφράζονται με πεντακάθαρη, σχεδόν παιδική ματιά – σα να προσκαλεί στη θέση του αφηγητή οποιονδήποτε «απλό» άνθρωπο. Ειρωνεία, ευφυείς παραλληλισμοί, αναλογίες και αντιστροφές συνδέουν περιπτώσεις που μπορεί να τις χωρίζουν αιώνες. Αυτή τη φορά η τεράστια σε όγκο βιβλιογραφία των πηγών αναπόφευκτα παραλείπεται.

Πολιτική, θρησκεία, τέχνη, ήθη, νομική, όλα τέθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Οι αρχαίες γιορτές των κύκλων της φύσης άλλαξαν όνομα, στις πλατείες που ηχούσαν τα ξεκαρδιστικά γέλια του κόσμου τώρα ακούγονται εδάφια από την Αγία Γραφή όπου κανείς ποτέ δεν γελά. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί οι σημερινοί Θεοί είναι ζηλιάρηδες και ανησυχούν για τον συναγωνισμό, εφόσον Εκείνοι είναι οι μόνοι αληθινοί. Μένουν οι επινοήσεις της Χριστιανικής Εκκλησίας (Καθαρτήρια, υποχρεωτικές εξομολογήσεις, άμμωμες συλλήψεις και η αιώνια ψησταριά της κόλασης – η απειλή της οποίας υπήρξε πάντα αποτελεσματικότερη των παραδείσων), μένουν οι εξακόσιες χιλιάδες φράσεις που αποδίδονται στον Μωάμεθ, από τις οποίες όσες καταριούνται τις γυναίκες μετατρέπονται σε αδιαμφισβήτητες ουράνιες αλήθειες.

Οι εθνικοί ύμνοι διακηρύσσουν την ταυτότητα του έθνους μέσα από απειλές, ύβρεις, αυτοπροβολή, δοξολογίες στον πόλεμο και το ιερό καθήκον να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Ο Διάβολος είναι κατά περίσταση μουσουλμάνος, Εβραίος, μαύρος, γυναίκα, ξένος, ομοφυλόφιλος, Τσιγγάνος, Ινδιάνος. Όταν ο Δαίμονας εμφανίστηκε με τη μορφή μιας υποτρόφου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Κλίντον δεν ανέτρεξε στην απαρχαιωμένες μεθόδους της Εκκλησίας αλλά επί τρεις μήνες χτυπούσε το Κακό βομβαρδίζοντας ανηλεώς τη Γιουγκοσλαβία.

Η γραφειοκρατία του πόνου βασανίζει στο όνομα της εξουσίας, έτσι ώστε η εξουσία να κρατιέται στη θέση της. Η ομολογία του βασανισμένου δεν αξίζει πολλά ή δεν αξίζει τίποτα. Αντίθετα η εξουσία ξεσκεπάζει το πρόσωπό της στις αίθουσες βασανισμούς. Όταν η εξουσία βασανίζει, ομολογεί πως τρέφεται από φόβο. (σ. 96). Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, βασισμένη σε ομολογίες αιχμαλώτων πως εκπαιδεύτηκαν εκεί για τη χρήση χημικών και βιοχημικών όπλων το επιβεβαιώνουν. Ο Τομά Σανκάρα που άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων, είπε: «Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους γα να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου». Η Παραγουάη αφανίστηκε μέσω εξολόθρευσης δασκάλων και μαθητών, εξαφάνισης του εθνικού της αρχείου και υπέρογκου δανεισμού.

Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, που μας αφορούν ακόμα και σήμερα όσο ποτέ. Όταν γύρω στο 1890 ένας ταξιδιώτης επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης μίλησε κολακευτικά για «την πόλη όπου υπερισχύουν τα ζωηρά χρώματα». Τα σπίτια διέθεταν ακόμα προσόψεις κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες… Οι ειδήμονες εξήγησαν ότι παρόμοια βάρβαρη συνήθεια δεν ήταν αντάξια ευρωπαϊκής χώρας. Για να είσαι Ευρωπαίος έπρεπε να είσαι πολιτισμένος, δηλαδή σοβαρός, συνοφρυωμένος. Έκτοτε η πόλη ενδύθηκε με νόμο το γκρι χρώμα, το χρώμα που έχουν όλες οι μεγάλες πόλεις που μας απαγορεύουν να αναπνέουμε, να περπατάμε και να συνευρισκόμαστε. Ο συχνά αφηρημένος Πολ Γκογκέν έβαλε την υπογραφή του σ’ ένα δυο γλυπτά από το Κονγκό, ένα λάθος μεταδοτικό που επανέλαβαν οι Πικάσο, Μοντιλιάνι, Κλέε, Τζακομέτι, Ερνστ, και μάλιστα αρκετά συχνά, «γεννώντας» την μοντέρνα τέχνη. Η Ωδή στην Ελευθερία του Μπετόβεν λογοκρίθηκε κι έγινε Ωδή στη Χαρά, η Κόκα Κόλα έβαψε κόκκινο τον Άη Βασίλη.

Ηττημένοι και αδύναμοι υπήρξαν εσαεί απόντες από κάθε Ιστορία. Αμέτρητες γυναίκες υπέφεραν, εξ’ ορισμού εξόριστες από αυτήν, τα πάνδεινα. Η Έμιλυ Ντίκινσον, τέκνο μιας εποχής όπου οι άνδρες ασχολούνταν με την πολιτική και το εμπόριο και οι γυναίκες διαιώνιζαν το είδος και αρρώσταιναν, γόνος μιας τάξης που απαγόρευε να μιλήσει για τον εαυτό της, κλεισμένη στο δωμάτιό της επινοούσε ποιήματα που παραβίαζαν τους νόμους, τους κανόνες της γραμματικής και της έγκλειστης ζωής. Όλοι οι πρώτοι ρώσοι επαναστάτες αφανίστηκαν, η μορφή τους σβήστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες, το όνομά τους από τα βιβλία ιστορίας. Ο απαγορευμένος συγγραφέας Ισαάκ Μπάμπελ που κάποτε είπε: «επινόησα ένα νέο [λογοτεχνικό] είδος: τη σιωπή» δικάστηκε μέσα σε είκοσι λεπτά, αλλά η γυναίκα του πληροφορήθηκε την εκτέλεσή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Οι ολυμπιονίκες Σμιθ και Κάρλος (Μεξικό 1968) που ύψωσαν τη σφιγμένη γροθιά με μαύρα γάντια, Μαύροι Πάνθηρες που καταγγέλλουν τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, διώχθηκαν από τους αγώνες, αποκλείστηκαν από κάθε διοργάνωση, έμειναν άνεργοι, ο δεύτερος έπλενε αυτοκίνητα για ένα φιλοδώρημα.

Τόσες λανθασμένες ονομασίες («φυσικές» καταστροφές, λες και η φύση είναι ο θύτης κι όχι το θύμα, Ισπανικός «εμφύλιος»…), τόσες ειρωνείες: ο γιος του ποιητή Λουγκόνες επινόησε τα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και σαράντα χρόνια αργότερα, η εγγονή του ποιητή, Πιρί Λουγκόνες, υπέφερε από βασανιστήρια από τις ανακαλύψεις του πατέρα της στις αίθουσες μιας άλλης δικτατορίας που εξαφάνισε χιλιάδες Αργεντινούς. Καθώς ηγέτες ακούνε φωνές από το υπερπέραν και σπεύδουν να απελευθερώσουν χώρες και λαούς ακόμα και στην άλλη άκρη της γης, ο Αμβρόσιος Μπιρς διαπίστωνε: Ο πόλεμος είναι ο δρόμος που επέλεξε ο Θεός για να μας μάθει γεωγραφία.

Σ’ έναν κόσμο όπου οι κατακτητές έχουν το άσυλο που τους παρέχει η ιστορία και την ατιμωρησία που τους εγγυάται η εξουσία υπάρχει χώρος για ομορφιά και δικαιοσύνη. Ένας τυφλός ταξιδιώτης έβλεπε με τα πόδια, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε μυστική συμφωνία με την κιθάρα του (κάθε φορά που παίζει να του χαρίζονται τα δάχτυλα που του έφαγε η φωτιά στο τροχόσπιτο), ο Δον Κιχώτης, άλλη μια περιπέτεια της ελευθερίας που γεννήθηκε στις φυλακές (όπου βρισκόταν για χρέη ο Θερβάντες) περιφέρεται ακόμα στον κόσμο και στο τελευταίο γράμμα του στους γονείς του: Νοιώθω και πάλι στις φτέρνες μου τα πλευρά του Ροσινάντη. Ξαναπαίρνω τους δρόμους με την ασπίδα στο χέρι. Κι όπως είπε ο Λουμούμπα, κατηγορώντας την αυτοκρατορία της σιωπής: κάποια μέρα η Ιστορία θα πάρει το λόγο.

Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που βασανίζουν αλλά και τα μόνα που δημιουργούν λέξεις, για να μη χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της, γράφει ο συγγραφέας. Και παρά την αφάνταστη σκληρότητα ζωής και θανάτου των αδυνάτων, μένει το ύστατο μάθημα ζωής από τον Ομάρ Καγιάμ (που προτιμούσε την ταβέρνα απ’ το τζαμί): για μας τους εφήμερους θνητούς, η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή, και είναι προτιμότερο να την πιείς παρά να την κλάψεις.

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 373, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Espejos, 2008)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Στις φωτογραφίες: μια αυλή κάπου στην Αγκόλα, μια σχολική αίθουσα στην Καμπούλ.

Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε – Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις

Ένας καφές στη γωνία 12 και 23, ξημερώματα, ο αέρας του πρωινού και του Μαλεκόν στο πρόσωπο, παλεύοντας με τις αισθήσεις μου και την ταχύτητα (…) εγώ ο ίδιος κολλημένος προφίλ και ανφάς σ’ αυτή την πρωινή αύρα, το αδειανό στομάχι κι η κούραση να σου θυμίζουν το σώμα, με την ευτυχή διαύγεια της αϋπνίας μπροστά μου και πίσω μου μια νύχτα, μια νύχτα-γεμάτη-μουρμουρίσματα-και-μουσική-υπόκρουση, είναι τότε λοιπόν που ο καφές, ένας απλός καφές των τριών σεντάβο, σκέτος, χωρίς ζάχαρη, που πίνω όταν Ο Κοκαλιάρης, εκείνη η μακρόστενη μοναχική σκιά τελειώνει τη νυχτερινή του βάρδια έχοντας σκανδαλίσει τους ξενύχτηδες, τους εργάτες που πάνε νωρίς στη δουλειά, τους κουρασμένους νυχτοφύλακες, τις πουτάνες τις νοτισμένες από τη δροσιά και το σπέρμα, όλους αυτούς, την πανίδα του νυχτερινού ζωολογικού κήπου… (σ. 340)

Σ’ αυτό το προσκλητήριο της νυχτερινής πανίδας της ακοίμητης και αεικίνητης Αβάνας οι πάντες είναι παρόντες κι όλοι βουτάνε ως το κεφάλι μέσα στην κουβανέζικη μυθολογία και πραγματικότητα, όπου η μουσική είναι οργιαστική, η μέθη ακατάπαυστη, η περιπλάνηση ζωτική και ο έρωτας πανταχού παρών. Οι δε τρεις ταλαίπωροι τίγρεις συμπληρώνουν (διόλου τυχαία) τετράδα και αδυνατούν να κάνουν οτιδήποτε στα σοβαρά, ούτε καν να συζητήσουν, γιατί κάθε τους προσπάθεια σκοντάφτει σε αλκοολούχες γουλιές, ερωτοβόλα βλέμματα και φιλήδονες σκέψεις, κυνήγι ερωτικών συντρόφων και λατρεία γυναικών, άντε και μερικές απόπειρες φιλοσοφικών συμπερασμάτων για όλα αυτά.

Όμως δεν είναι μόνο ο συγγραφέας Σιλβέστρε, ο τηλεπαρουσιαστής Αρσένιο, ο μουσικός Εριμπό και ο καμπαρεφωτογράφος Κόντακ που τρεκλίζουν στην πόλη, χωρίς να βιάζονται να μπουν αμέσως στην ιστορία ή να συστηθούν. Είναι και οι «δεύτερες» φιγούρες που συναντιούνται μαζί τους, όπως ο αγαπητός μου Βουστροφηδόν που διαστρέφει τις λέξεις δημιουργώντας δικές του, ένας Νάρκισσος που άφηνε να πέφτουν οι λέξεις του στη λιμνούλα της συζήτησης κι ακουγόταν ευχαριστημένος στα ηχητικά κύματα που δημιουργούσε, οι θαμώνες του Σαλούν των Απορριφθέντων, o Κουτσός με τις Γαρδένιες, και βέβαια η υπέρβαρη, ερωτοφλεγής Εστρέγια Ροδρίγες που τραγουδάει μονάχα μπολερό και χωρίς μουσική υπόκρουση, ακόμα και μέχρι τα ξημερώματα, προτού επιστρέψει στα σπίτια που … αυτοφιλοξενείται – προσπαθώ να σκεφτώ κάποια φιγούρα του Μποτέρο. Όλοι στρατευμένοι σε μια συνεχή ηδονιστική ζωή, από τα καμπαρέ ως τις στοές των δρόμων.

Όταν μπήκα, το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν μια μυρωδιά, ωραία, φαγητού. Σκέφτηκα, θα με καλέσουν άραγε να φάω; Είχα τουλάχιστον τρεις μέρες που έτρωγα μονάχα καφέ με γάλα και καμιά φορά ψωμί με λάδι. Είδα μπροστά μου έναν νεαρό (όταν μπήκα στεκόταν δίπλα μου, αλλά στράφηκα) με όψη κουρασμένη, ανακατεμένα μαλλιά και θαμπά μάτια. Ήταν κακοντυμένος, με το πουκάμισο βρόμικο και τη γραβάτα χαλαρή, να κρέμεται απ’ το ξεκούμπωτο κολάρο δίχως κουμπί. Χρειαζόταν ξύρισμα και στις άκρες του στόματός του έπεφτε ένα μουστάκι ίσιο και κακοκομμένο. Σήκωσα το χέρι για να του το δώσω κλίνοντας λίγο το κεφάλι κι αυτός έκανε το ίδιο. Είδα ότι χαμογελούσε κι ένιωσα πως κι εγώ επίσης χαμογελούσα. Το καταλάβαμε κι οι δυο ταυτόχρονα: ήταν ένας καθρέφτης. (σ. 70)

Η Σιέρα Μαέστρα αρχίζει να κατακλύζεται από επαναστάτες, η δικτατορία του Μπατίστα νομίζει πως θα κρατήσει για πάντα αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν ενδιαφέρει τον Ινφάντε (και δεν είναι διόλου απολιτικός εφόσον οι κομμουνιστές γονείς του ήρθαν στην Αβάνα για αποφύγουν τις διώξεις κι ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα). Η μουσική εδώ υπερβαίνει την πολιτική ή αποτελεί από μόνη της την πρώτη προϋπόθεση. Ούτως ή άλλως ο καθένας βρίσκεται μόνος του ακόμα και σ’ αυτόν τον καρνιβαλισμένο κόσμο. Όλοι εδώ μέσα ξέρουν πως η επαφή κρατάει όσο είναι ηλεκτρισμένη, φωταγωγημένη απ’ τη νύχτα. Μετά ο καθένας θα επιστρέψει στον εαυτό του. Άρα η ηδονισμένη επιβίωση μετράει πάνω απ’ όλα, τώρα που η ζωή γυρίζει, βράζει και σε παίρνει ακόμα.

Γκράφιτι: Οι συστάσεις είναι σαν τα συλλυπητήρια, τυποποιημένα μουρμουρίσματα // Ο αναστεναγμός είναι η πορδή της ψυχής // Ο καιρός περνούσε και γερνούσα κι οι μέρες κυλούσαν και μετατρέπονταν σε ημερομηνίες και τα χρόνια μετατρέπονταν σε επετείους.

Αντί για οποιαδήποτε πλοκή ο Ινφάντε (1929-2005) προτιμά γλωσσική διαπλοκή και κινηματογραφική οπτική (το μοντάζ ανάβει, οι εικόνες τρέχουν, οι διάλογοι κόβουν και ράβουν, οι φιλμογραφικές αναφορές παίζουν διαρκώς). Η γραφή του κρίθηκε με τον προσωπικό της τρόπο συγγενικώς Τζοϋσική, Στερνική, μοντέρνα και μεταμοντέρνα – προσωπικά δεν μπορώ να μη σκεφτώ και τόσες άλλες αναφορές, από Χένρι Μίλλερ και Ντεμπόρ ως τους μπητ. Αλλά είναι το κολασμένο χιούμορ και η διόλου «δύσκολη» γραφή που τον διαφοροποιεί απ’ όλα αυτά, αν εξαιρέσει κανείς τις συνεχείς παγίδες που μας βάζει ως προς το ποιος μιλάει σε ποιον.

Ο συγγραφέας εκτός της συγγραφικής τέχνης άσκησε την μεταφραστική, την κριτική κινηματογράφου και την σεναριογραφία (Vanishing Point (Richard C. Sarafian), The Lost City (Andy Garcia)). Στην Φιντέλ Κάστρο εποχή ανέλαβε το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Αβάνας και το λογοτεχνικό ένθετο Lunes της Revolucion, αλλά οι λογοκριτικές επεμβάσεις τον καταχώρησαν στους ανεπιθύμητους και εξορίστηκε «επαγγελματικά» στις Βρυξέλες. Φυσικά πήρε στα χέρια του την δική του αυτοεξορία σε Μαδρίτη και Λονδίνο, κόβοντας κάθε σχέση με το κουβανικό καθεστώς και τον σταλινικό του, όπως έλεγε, χαρακτήρα. Οι ΤΤΤ εκδόθηκαν στην … δεύτερη γραφή τους και απαγορεύτηκαν στην Κούβα ενώ όσοι έγραψαν θετικά σχόλια φυλακίστηκαν. Όσο κι αν προσπάθησαν οι κονδυλοφόροι του Κάστρο να σβήσουν το όνομά του από την λογοτεχνία απέτυχαν: στην Κούβα οι εκδόσεις του κυκλοφορούν σε παράνομη, «σαμιζντάτ» μορφή, με φωτοτυπίες κλπ και οι Τίγρεις αποτελούν μια από τις κορυφές της κουβανέζικης και λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Μεταφέρθηκαν με τον ίδιο τίτλο και στον κινηματογράφο (Raoul Rouiz, 1968).

Καθόμουν λοιπόν εκεί και σκεφτόμουνα ότι παίζοντας το μπονγκό ή την τούμπα ή την πάιλα ή τα ντραμς ήταν σα να ’μαι μόνος, αλλά κι όχι τελείως μόνος, σαν να πετάω, λέγω εγώ, που δεν έχω ταξιδέψει με αεροπλάνο παρά ως εκεί δίπλα στο Ίσλα δε Πίνος, σαν επιβάτης, σαν να πετάω λέω σαν πιλότος, σ’ ένα αεροπλάνο, βλέποντας το τοπίο ισοπεδωμένο, σε μια μόνο διάσταση κάτω, γνωρίζοντας όμως ότι οι διαστάσεις σε τυλίγουν και πως το όργανο, το αεροπλάνο, τα ταμπούρλα, είναι η σύνδεση, η συνάφεια, αυτό που επιτρέπει να πετάς χαμηλά και να βλέπεις τα σπίτια και τον κόσμο ή να πετάς ψηλά και να βλέπεις τα σύννεφα και να βρίσκεσαι μεταξύ ουρανού και γης, αιωρούμενος, δίχως διάσταση, σε όλες όμως τις διαστάσεις, κι εγώ εκεί να χτυπάω, να ξαναχτυπάω, να κοπανάω, κάνοντας αντίστιξη, κρατώντας με το πόδι τον ρυθμό, μετρώντας νοερά τον ρυθμό, προσέχοντας εκείνον τον εσωτερικό ρυθμό που ακούγεται ακόμα, που ηχεί σαν μουσικό ξυλάκι παρ’ όλο που δεν βρίσκεται πια στην ορχήστρα, μετρώντας τη σιωπή, τη σιωπή μου… (σ. 127)

Εκδ. Τόπος, 2009, μτφ. Γιώργος Ρούβαλης, επιμ. Στράτος Ιωαννίδης, με πλήρως διαφωτιστική εισαγωγή του μεταφραστή, σελ. 467 (Guillermo Cabrera Infante, Tres tristes tigres, 1967). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Λιμπρόφιλη Γνωμοδότηση: εκεί.