Κάρλος Φουέντες – Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες

Θηράματα χωρίς καταφύγιο

Η τυραννία του ήταν μια ευγενική χειρονομία που μας απάλλαξε από την ελευθερία. Εμείς δημιουργήσαμε τον τύραννο, σαν ο ίδιος να μην το επιθυμούσε. Χρειαζόμασταν την εξουσία αλλά φοβόμασταν να την ασκήσουμε. Ας συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι δίνοντας όλη μας τη δύναμη στον πατέρα, όχι μόνο δεν θα φέρουμε καμία ευθύνη αλλά δεν θα έχουμε και κανένα ελάττωμα (σ. 399 – 401). Οι χαρακτήρες των 16 ιστοριών του σπονδυλωτού φουεντικού μυθιστορήματος συχνότατα υφίστανται οικειοθελώς κάθε μορφή οικογενειακής εξουσίας, σε οικιακές εστίες – αρένες συναισθηματικών, σωματικών και ψυχολογικών κατασπαράξεων. Αν στο μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής του αειθαλούς μεξικανού συγγραφέα το ονειρικό και το εξωλογικό συνυπάρχουν με το ρεαλιστικό, εδώ δεν υπάρχει θέση για καμία φαντασιακή διαφυγή. Αντίθετα, για άλλη μια φορά η Ιστορία αποδεικνύεται το θυσιαστήριο κάθε μορφής ατομικότητας.

Σε «Μια συνηθισμένη οικογένεια» οι άντρες αγωνίζονται ενάντια σε μια διεφθαρμένη κοινωνία όπου η συνενοχή υποδηλώνεται με το «κλείσιμο του ματιού». Ο πατέρας Παστόρ Παγάν, έχοντας εργαστεί τίμια σε όλη του τη ζωή, αποτελεί πρόκληση για το αφεντικό του, που επιμένει πως στο Μεξικό όλοι είναι εξαγοράσιμοι, από την κυβέρνηση μέχρι το τελευταίο μπακάλικο, και τον παγιδεύει για να αισθανθεί αναπόδραστα «εξαγοράσιμος». Ο γιος του επιθυμεί με τη σειρά του να αποδείξει πως μπορεί να αντισταθεί ακόμα και εργαζόμενος στον ίδιο μηχανισμό διαφθοράς, μέχρι να αντιληφθεί πως με κάθε του κίνηση αποτελεί μέρος του πλέγματός της. Αμφότεροι συνειδητοποιούν πως κανείς τους δεν εξουσιάζει την ζωή του ενώ οι γυναίκες της οικογένειας παραιτούνται από την ζωή με άλλης μορφής οικιακούς αυτοπεριορισμούς (ταύτιση με την στιχουργική των μπολερό ή με ριάλιτι τηλεοπτικές περσόνες). «Η ένοπλη οικογένεια» αφορά τον διχασμό ενός στρατηγού ανάμεσα στο καθήκον και την αγάπη για τον γιο του που φεύγει επαναστάτης στα βουνά. Μπροστά στο ενδεχόμενο της αυτοπρόσωπης σύλληψης και καταδίκης του, παρασύρει τους άντρες του σε μια άχρηστη, φασματική εκστρατεία καταδίωξής του. Σε αυτό το σύμφωνο εξαπάτησης συναινούν και οι στρατιώτες, που γνωρίζουν το μάταιο του εγχειρήματος αλλά ο επαναστάτης τελικά θα προδοθεί από τον αδελφό του, ενώ η ηρωική στάση του πατέρα θα αποτελέσει «το προάγγελμα ενός ελάχιστα λαμπρού μέλλοντος» σε έναν βαθύτατα διεφθαρμένο μηχανισμό.

«Η Πιετά» αφορά μια σπαρακτική επιστολική επικοινωνία ανάμεσα σε μια μητέρα και τον δολοφόνο της κόρης της. Εκείνη αγωνίζεται να του γνωστοποιήσει τον χαρακτήρα και την πνευματικότητά της, ενώ εκείνος προσπαθεί να ερμηνεύσει την αψυχολόγητη αντίδρασή του: κουβαλώντας αιώνες ταπείνωσης της ινδιάνικης, ιθαγενούς καταγωγής αρνήθηκε να υπάρξει ως υποδειγματικός Μεξικάνος, «μια ποσόστωση μεταξύ δυο πλευρών, παντού εκτός τόπου, ένα πρόσχημα να αισθανθούν οι άλλοι ανθρωπιστές». Ο Νικάσιο εξεγέρθηκε μέσω ενός αγέρωχου βλέμματος, που προκάλεσε τον φόβο στην άτυχη Αλεσάντρα και αποτέλεσε τον καταλύτη της επίθεσής του. Θα αποδεχόταν κάθε φυσική απέχθεια ή κοινωνική περιφρόνηση αλλά της στέρησε κάθε δικαίωμα να νοιώσει φόβο εξαιτίας της καταγωγής του. Μια άλλη σπαρακτική συνομιλία υφαίνεται ανάμεσα στον πατέρα Αλεχάντρο Σεβίλια, επί τριακονταετία σταρ του μεξικάνικου κινηματογράφου και τον ανάπηρο και παρατημένο για χρόνια γιο του («Ο γιος του αστεριού»). Η έξοδος του πρώτου από την ψεύτικη φυλακή των φανταστικών περιπετειών στον θλιβερό μικρόκοσμο της οικογενειακής κακοτυχίας μοιάζει αδύνατη, η ζωή του ένα «ροζάριο με τις βλακείες της ύπαρξής του». Όταν ο μικρός επιχειρεί να γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από την μόνη προσφερόμενη δίοδο (βιβλία και καρτ-ποστάλ με τις τοποθεσίες των ταινιών), ο Αλεχάντρο επιχειρεί να εκκινήσει για την πραγματική ζωή αλλά είναι αργά: οι τραγικοί πρωταγωνιστές καταλήγουν σε ένα πανηγύρι, μαζί με χαρακτήρες των άλλων ιστοριών, προς τέρψη του αδηφάγου κοινού.

Διαφορετικά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει «Η προεδρική οικογένεια» . Εδώ η αγωνία του Προέδρου της χώρας αφορά την εικόνα του, που θεωρεί πως καταστρέφεται από επιπόλαιες πράξεις του γιου του. Ο Πρόεδρος, με βασικό χαρακτηριστικό την τελετουργική κίνηση των χεριών του στις δημόσιες εμφανίσεις του (προφανές σχόλιο του Φουέντες για την κούφια θεατρικότητα των μεξικανών πολιτικών), αρνείται την αναγκαιότητα των φίλων, προκρίνοντας εκείνη των συνεργών, και παραληρεί υπέρ της αυθαιρεσίας και της απομόνωσης ως μόνης δυνατότητας επιβίωσης. Η σύζυγός του από την πλευρά της αγωνίζεται να τροφοδοτήσει τις ψευδαισθήσεις μιας οικογένειας που μοιάζει με φάρσα ηθοποιών που ποζάρουν συνεχώς χαμογελαστοί για να ξεχάσει ο λαός τις τόσες δυστυχίες και να κρατήσει την ψευδαίσθηση ότι το Μεξικό μπορεί να ευτυχήσει, γι’ αυτό χαμογελάμε στις φωτογραφικές μηχανές, για να κάνουμε πιστευτό το αιώνιο ψέμα κάθε έξι χρόνια.

Στα «Συζυγικά δεσμά» συμπλέκονται φωνές συζύγων και εξωσυζυγικών εραστών. Ο Αλβάρο κακομεταχειρίζεται την άπιστη Κορντέλια αλυσοδένοντάς την ή αναγκάζοντάς την να ξαπλώνει σαν νεκρή. Βασανίζοντάς την ισχυρίζεται πως ζει μόνο για εκείνη, πως ορίζει τον θάνατό της αναβάλλοντάς τον. Μην μου πεις ότι ο θάνατος είναι η μέγιστη επιθετικότητα ενάντια στους εαυτούς μας γιατί εγώ θα σε κρατήσω στη ζωή για να μην έχεις δικαιολογίες. Η Κορντέλια δεν θα αποδράσει, επειδή «σύζυγοι σημαίνει φυλακισμένοι μαζί», επειδή κανένας άλλος δεν θυμάται την ομορφιά της όταν ήταν νέα. Στην «Μάνα του μαριάτσι» η βία δεν είναι ενδοοικογενειακή αλλά προέρχεται από τον συνοικιακό περίγυρο. Η ηρωίδα έχει λανθασμένα πιστέψει πως η μουσική των εθνικών τροβαδούρων αλλά και του ίδιου του γιου της, πλανόδιου μουσικού, μπορεί να θεραπεύει την βία της γειτονιάς. Όταν εκείνος, πρώην παράνομος των παράδρομων, ανταλλάσει την απελευθέρωσή του με την αστυνομική ιδιότητα, εκείνοι τον εκδικούνται τραυματίζοντάς ανεπανόρθωτα τις φωνητικές του χορδές. Η ημιθανής επιστροφή του στο οικογενειακό χαμόσπιτο ισοδυναμεί με παραίτηση από το όνειρό του. «Όταν καταφέρει να αντικρίσει την μητέρα του εκείνη δεν γνωρίζει αν την αναγνώρισε και δεν θέλει να το παραδεχτεί ή δεν την αναγνώρισε και το παραδέχτηκε». Μόνη λύση, όπως για το μεγαλύτερο μέρος του μεξικάνικου λαού, η εναπόθεση των ελπίδων στη θρησκεία.

Το συγκλονιστικότερα κείμενα αφορούν την πατρική εξουσία. Στην «Σκλάβα του πατέρα» ένας ιερέας ενός απομακρυσμένου χωριού στα όρια του ηφαιστείου, έχει πάρει υπό την προστασία του την δεκαεξάχρονη Μαγιάλντε, διχάζοντας τους κατοίκους μεταξύ υποκρισίας και φιλανθρωπίας. Της συμπεριφέρεται με σκληρότητα και ύποπτη τρυφερότητα και οργίζεται από την αγέρωχη υπερηφάνειά της, σε μια σχέση τριπλού πειρασμού: θείου, κοσμικού και ερωτικού. Όταν αποφασίσει να πειραματιστεί μαζί της φιλοξενώντας ένα νεαρό τραυματία ορειβάτη, το ζευγάρι θα ενωθεί πίσω από το βωμό της Παρθένου Ειρήνης, με τα άμφια ως αυτοσχέδιο στρώμα και την μυρωδιά του θυμιάματος και την αίσθηση της ιεροσυλίας ως διεγερτικά. Ύστερα από μια αντιπαράθεση επιχειρημάτων και ειρωνειών το τέλος θα είναι τραγικό για τους δυο, ενώ στον επιζώντα δεν μένει παρά η μόλυνση των ζωντανών με την μνήμη.

«Ο αιώνιος πατέρας», από την άλλη, έχει δεσμεύσει με διαθήκη τις τρεις κόρες του να κάνουν ολονυκτία μπροστά στο φέρετρό του επί δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του. Εκείνες τον υπακούνε σαν να ήταν ζωντανός, αδυνατούν να νοιώσουν ελεύθερες από το πένθος, καμία τους δεν αποτολμά την ρήξη της ετήσιας τελετής. Εκεί μοιράζονται τις οδυνηρές μνήμες ενός σωματικού και ψυχολογικού καταπιεστή που άλλοτε περίμενε να κάνουν το αντίθετο απ’ ότι τους ζητούσε, «προσφέροντάς» τους την ευχαρίστηση της ανυπακοής και την εξιλέωση της τιμωρίας κι άλλοτε τις εξανάγκαζε να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε μυστικό, θριαμβολογώντας σε περίπτωση άρνησης: «ενεργείς έτσι ή εξαιτίας της ντροπής που σου δημιουργεί η ευχαρίστηση ή εξαιτίας της ευχαρίστησης που σου δημιουργεί η ντροπή». Αιώνιες προνύμφες σε μόνιμη εκκρεμότητα, παθητικές σαν παιδικό παιχνίδι, αντικατέστησαν «την ανάγκη με την ελπίδα και την ελπίδα με την τελετουργία». Με αυτό το κενό τυπικό συνεχίζουν να αναβάλλουν τη ζωή τους. Τι θα απογίνουν χωρίς αυτή την προσδοκία;

Η γνώριμη φουεντική γραφή, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα – έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών. Ανάμεσα στις ιστορίες μεσολαβούν ποιητικοί «χοροί» που τραγωδούν σαν συλλογικά αντηχεία την ανυπόφορη ζωή στο Μεξικό της ενδημικής φτώχειας και των τετρακοσίων παιδιών αυτοχείρων ετησίως, την χώρα των αρχηγών χωρίς τους οποίους όλοι βαδίζουν στα τυφλά, όπου το σπίτι μπορεί να είναι πιο επικίνδυνο από τον δρόμο: Ούτε καν να κοιτάς όποιον δεν είναι του δρόμου /εδώ τουλάχιστον είσαι πιο ασφαλής απ’ ό,τι στο σπίτι σου.

Εκδ. Καστανιώτη, 2008, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σελ. 410 (Carlos Fuentes, Todas las familias felices, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 2.10.2009, τ. 572 (εδώ)

Εμίλιο Μπαρρατσίνα – Πωλείται παράδεισος

Ματαιώσεις σε απόδημα πεδία

Η επαγγελματική στρατολόγηση «πτυχιούχων» και η απορρόφησή τους σε θέσεις νέας τεχνολογίας αποτελούν μιαν άλλη, λιγότερο γνωστή πλευρά της μετανάστευσης. Σε αντίθεση με την καθιερωμένη εικόνα εξαθλίωσης, βρωμιάς και παρανομίας που συνεχίζει άδικα να συνοδεύει την εικόνα του μετανάστη στον μέσο άνθρωπο, οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες εδώ είναι μορφωμένοι και αξιοπρεπείς νέοι που αντιλαμβάνονται πως η ζωή τους στο «καταπράσινο μα σάπιο» Καλαμαρί (φανταστική μεταφορά λατινοαμερικάνικης χώρας), ακυρώνει το ίδιο τους το μέλλον. Φεύγουν από μια χώρα προνομιοκρατίας, που κυβερνάται από την ολιγαρχία, τον στρατό, τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους έμπορους ναρκωτικών, το οργανωμένο έγκλημα· από μια χώρα όπου ο κάθε νεκρός χωρικός βαφτίζεται αντάρτης ώστε τα Ταμεία να αποφύγουν τις πληρωμές, όπου κάποιοι παριστάνουν τους αντάρτες για να διώξουν οικογένειες και ν’ αρπάξουν τη γη τους.

Η μετανάστευσή τους από αυτή την «γη της αγνοίας και των όπλων», της μυρωδιάς του θανάτου και του πετρελαίου των ταπωμένων πηγαδιών, ακυρώνεται ήδη από την αρχή της. Εξαπατημένοι από το πρακτορείο και τις υποσχέσεις για συμβόλαιο εργασίας, εγκλωβίζονται στην Ισπανία δίχως νόμιμη άδεια και δυνατότητα επιστροφής. Ο παράδεισος – το όνομα του πρακτορείου – δεν οδηγούσε παρά σε μια νέα κόλαση.

Η εύθραυστη Άουρα Μαρία, επιδέξια τεχνικός υπολογιστών μα ουδέποτε αποδεκτή λόγω της «αρσενικής» της ασχολίας, αποδρά για δεύτερη φορά μακριά από την πίεση της τράπεζας, από μια γαλάζια εξώπορτα που μένει χρόνια άβαφη, από την ανυπόφορη παρουσία ενός βίαιου πατέρα, τσακισμένου εργάτη στα αλατωρυχεία. Η πρώτη της φυγή στο βουνό με έναν δάσκαλο – αντάρτη είχε δραματική κατάληξη κι έχει ήδη βρεθεί υπηρέτρια σε μια αγροικία όπου δεκάδες εγκυμονούσες, όπως κι η ίδια, γυναίκες κρύβονταν από τα σκληρά μάτια των συγχωριανών τους. Τώρα μπροστά στο δίλημμα «υπηρέτρια ή πουτάνα» αναγκάζεται να ενδώσει στην ταπείνωση της εργασίας ως ροζ τηλεφωνήτριας στην αυτοσχέδια επιχείρηση του ξενώνα της.

Ο ραδιολόγος Έξ Ρέι γίνεται καθαριστής σε κλινική αλλά επιλέγει τη βραδινή βάρδια για να κάνει κρυφά πρακτική στις έτοιμες ακτινογραφίες, διορθώνοντας εσφαλμένες διαγνώσεις. Μακάρι ν’ ακτινογραφούσαν και την ψυχή, μονολογεί. Ο ευκατάστατος ψυχολόγος Κάλι στήνει στο δωμάτιό του ένα εργαστήρι ψυχολογίας για ομοφυλόφιλους, προτού συμβιβαστεί ως τηλεφωνητής σε γραμμή ερμηνείας των ονείρων. «Ξεναγός» τους στη νέα ζωή είναι ο Λουίς Φερνάντο Χαραμίγιο («Ινδιάνος»), πρώην πλανόδιος πωλητής παπουτσιών στα εμπόλεμα χωριά της πατρίδας του, ευτυχής που στη νέα του πόλη δεν χρειάζεται να διασχίζει μπλόκα στρατού και ανταρτών, κουβαλώντας κι αυτός το τραύμα της εξαφάνισης του κουνιάδου του από παραστρατιωτικούς, με έντονη την αισιοδοξία του ευπροσάρμοστου. Ξέρεις ποιος θα πληρώσει την κοινωνική ασφάλιση αυτής της χώρας στο μέλλον; Εμείς οι μετανάστες. Θα το δεις.

Γύρω τους κινούνται ελάσσονες χαρακτήρες: η Φαουστίνα, γνωστή ως «τροφός του πελάγους», καθώς βύζαξε τους λιμοκτονούντες λαθρομετανάστες σε έναν δραματικό πλου, μετανάστρια μακριά από την ζούγκλα που φωλιάζει η θλίψη, με μόνες της ευτυχίες την αποστολή χρημάτων στην οικογένειά της και την περισυλλογή στα στασίδια της εκκλησίας. Ο Χαΐρο, μισότρελος από την άδικη εκτέλεση της μικρής του αδελφής, με μόνη συντροφιά ένα λουρί χωρίς σκύλο, η σημαδεμένη από τον χαμό του γιου της από AIDS ιδιοκτήτρια της πανσιόν, η τραβεστί μεταφράστρια Ολιβέτι, που γράφει άσεμνα σημειώματα και τα σκορπάει στις γωνίες για να σκανδαλιστεί όποιος τα διαβάσει…μ’ όλο που δεν μένει ποτέ να δει το πρόσωπο του αναγνώστη.

Με συνεχή εναλλαγή αφηγητών και θρυμματισμένη χρονική δομή (όπου παρόν και παρελθόν σχεδόν ζευγαρώνουν) ο συγγραφέας, πειραματιζόμενος με τη φόρμα και χρησιμοποιώντας πλείστες μοντερνιστικές τεχνικές, συνθέτει έναν πολυφωνικό και συνεχώς ρευστό πίνακα του ψυχισμού του σύγχρονου μετανάστη. Εσωτερικοί μονολόγοι διακόπτονται από διαλόγους ή επίσημα (στατιστικά, νομοθετικά) και άλλα κείμενα (αστυνομικού ρεπορτάζ, ερευνητικής ανακοίνωσης, επιστολών), μια έντονη ποιητική διάθεση εκτροχιάζει κάθε ρεαλισμό και φωτογραφικά στιγμιότυπα καταλήγουν σε μια αποθέωση της καθημερινής λεπτομέρειας και της σημειολογίας εν γένει.

Ο Μπαρρατσίνα, σκηνοθέτης παράλληλα και ανταποκριτής του BBC στην Κολομβία, ακολουθεί τους άγνωστους μεταξύ τους ήρωες στον μικρόκοσμο του κοινού τους δωματίου, με ένα μεταλλικό κουτί φαρμάκων για χύτρα, στην αμήχανη χαρτογράφηση της πόλης, στην αναμονή ενός ευνοϊκότερου νόμου και στις μάχες τους σε δυο σκληρά μέτωπα: κατά της οδυνηρής αβεβαιότητας της επόμενης μέρας αλλά και της βασανιστικής μνήμης του παρελθόντος στην πατρίδα τους.

Ακόμα κι αν το τίμημά τους είναι μια νέα Οδύσσεια – όπως μονολογεί η Άουρα Μαρία, υπάρχουν άλλες ζωές να ζήσει κανείς, λιγότερο άνετες, πιο γενναίες ­– εκείνοι πολεμούν «να ξεβοτανίσουν το μέλλον από θανατηφόρα δηλητήρια» της προηγούμενης ζωής τους μα και της ίδιας της λατινοαμερικάνικης ταυτότητας. Πάντα πιστεύαμε ότι οι συμφορές είναι ορκισμένοι εχθροί μας, μας τώρα πρέπει να σου ομολογήσω ότι οι συμφορές μού δώσανε το κουράγιο να κοιτάξω μπροστά, να πάρω αποφάσεις, να ξεγλιστρήσω απ’ την ντροπή. Η απόλυτη ψευτιά και η πλάνη σε κάνουν ν’ αντικρίσεις την αλήθεια. (σ. 195)

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Ροές, 2009, σελ. 272, μτφ. Σοφία Κορνάρου, με σημειώσεις της μεταφράστριας (Emilio Luiz Barrachina, La Venta del Paraiso, 2006)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 563, 31.7.2009 (και εδώ).