Roberto Bolaño – Το τρίτο Ράιχ

BOLANO-TRITO RAIX

Δεύτερος Παγκόσμιος Χαρτοπόλεμος

Γιατί μερικές φορές φοβάμαι τόσο πολύ; Και γιατί όσο πιο πολύ φοβάμαι τόσο το πνεύμα μου φαίνεται να φουσκώνει, να ανυψώνεται και να παρατηρεί τον πλανήτη ολόκληρο από ψηλά;[…] Μήπως στην πραγματικότητα θέλω να δραπετεύσω μαζί με την Ίνγκεμποργκ και όχι μόνο από ετούτο εδώ το χωριό και από τη ζέστη αλλά από αυτό που το μέλλον μας επιφυλάσσει, από τη μετριότητα και την ανοησία; Κάποιοι άλλοι ηρεμούν με το σεξ ή με τα χρόνια. Για τον Τσάρλυ αρκούν τα πόδια και βυζιά της Χάννα. Μένει ήσυχος. Εμένα, αντιθέτως, η ομορφιά της Ίνγκεμποργκ με αναγκάζει να ανοίγω τα μάτια μου και να χάνω τη γαλήνη μου. [σ. 107 – 108]

Αυτός που αναρωτιέται εξομολογούμενος τον φόβο του είναι ο νεαρός Γερμανός Ούντο Μπέργκερ· η Ίνγκεμποργκ είναι η φίλη του, με την οποία μοιράζονται τις διακοπές τους, το ζεστό χωριό βρίσκεται στην ακτή της καταλανικής Κόστα Μπράβα. Ο Ούγκο επέλεξε ως κατάλυμά τους το ίδιο ισπανικό ξενοδοχείο όπου μικρός πήγαινε διακοπές με τους γονείς. Και το Τρίτο Ράιχ; Πρόκειται για ένα από τα επιτραπέζια παιχνίδια πολεμικής στρατηγικής που αποτελούν μέγιστη εμμονή του ήρωα. Πρωταθλητής της χώρας του στο παίγνιο της αναπαράστασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί, ο Ούγκο επιλέγει να μένει κλεισμένος στο δωμάτιο για να μελετάει.

 5259_003 - copia.jpg

Το επιτραπέζιο αυτό παιχνίδι καθορίζει οριστικά τις ζωές των παικτών του, άρα και του ήρωα. Οι νεωτερικές προσλήψεις του ευρηματικού αυτού θέματος είναι πολλαπλές. Από την μία η προσήλωση σε σημείο εμμονής και η τελική ιδεοληψία του παίκτη, μοιάζουν να αντιστοιχούν με την σύγχρονη διαδικτυακή εξάρτηση, όχι μόνο ως προς τα εξωτερικά στοιχεία αλλά και την ίδια την διάβρωση του ψυχικού. Ύστερα από τις αναπόδραστες, πολύωρες εμπλοκές μας με την ηλεκτρονικότητα, είμαστε πλέον άλλοι· το ίδιο και ο Ούγκο, καθώς βυθίζεται στο ταμπλώ του δικού του χάρτινου πολέμου.

Αλλά είναι μια άλλη παράμετρος που αιχμαλωτίζει τους παίκτες αυτών των παιγνίων και συνακόλουθα εμάς που τους ακολουθούμε: με τις κάρτες του Τρίτου Ράιχ μπορεί κανείς έστω και φαντασιακά να αλλάξει την Ιστορία. Κι έτσι ο Ούγκο – ήμασταν σχεδόν βέβαιοι – επιλέγει να πάρει το μέρος των Γερμανών, ώστε να αποφύγει τις στρατιωτικές ήττες και να καταφέρει να βγει νικητής τους. Την προσωπική του ιστορία όμως μπορεί να την αλλάξει κανείς, όταν έρχεται με τα φάσματα του απρόσμενου και του κακού;

Bolano 6

Είναι ο ίδιος Μπολάνιο που καταγράψαμε σε αυτό εδώ το ημερολόγιο στo Μακρινό Αστέρι, στα Τηλεφωνήματα, στους Άγριους Ντέτεκτιβ και στο 2666. Η λογοτεχνική του επικράτεια μας είναι πια οικεία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μας είναι και διαρκώς άγνωστη και απρόβλεπτη. Απλώς γνωρίζουμε τις σαγήνες της: είναι η αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής, η ανάγκη της επιφυλακής ακόμα και σ’ εμάς τους αναγνώστες, η βεβαιότητα πως οι όποιες χαρές θα είναι σύντομες και πως κάτι αναπότρεπτο θα ανατρέψει την κανονική ζωή. Ακόμα και οι απλές καθημερινές συγκυρίες γιγαντώνονται όταν ειδωθούν από μια άλλη σκοπιά: όταν, για παράδειγμα, ο Ούγκο ζητάει επιτακτικά ένα μεγάλο τραπέζι για να στρώσει τον χαρτοπόλεμό του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της έλλειψης κατανόησης και της ειρωνείας των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. 

Ο περίγυρος του ζεύγους είναι ένας άλλος τυπικός μπολανιακός κύκλος. Περίεργοι και πιεστικοί, ανησυχητικοί και σκοτεινοί, κάποτε αγενείς και επιθετικοί. Δεν είναι τόσο το φιλικό ζεύγος άλλων δυο παραθεριστών, των Τσάρλι και Χάννα, όσο οι δυο περιφερόμενοι Ισπανοί, ο Λύκος και το Αρνί που μοιάζουν να δημιουργούν κάποιο κλοιό. Αλλά η καθοριστική παρουσία σε αυτό το απροσδιόριστο αντίπαλο δέος είναι η γλυπτή μορφή του Καμένου· αυτός ο αινιγματικός ενοικιαστής των θαλάσσιων ποδηλάτων στην παραλία, που σέρνει σαν υπνωτισμένος τα θαλάσσια ποδήλατα από την θάλασσα προς τον μικρό περιχαραγμένο το χώρο και από εκεί πάλι προς τη θάλασσα. Σαν προτομή από ελαφρόπετρα, παραμορφωμένος από τον ήλιο, εγκαυμένος και αινιγματικός, αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περιπαθής αντιναζιστής αλλά κι ένας πρόθυμος και ικανός αντίπαλος στην επί χάρτου πολεμική. Αυτός θα είναι ο ιδανικός παίκτης στην άλλη πλευρά των μαχών.

Bolano Roberto_by_mortrel 

Ακόμα κι όταν περιγράφει καταστάσεις γνώριμες και οικείες, υπάρχει πάντα μια αδιευκρίνιστη σκιά ανησυχίας στην πίσω πλευρά. Ακόμα και οι ξαφνικές νεροποντές στο καυτό θέρετρο δημιουργούν έναν άλλο, άγνωστο κόσμο. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη βροχή, δείχνουν ξένοι, βυθισμένοι σε άλλου είδους καθημερινότητα. Το νερό που στάζει από τα σκίαστρα μοιάζει κι αυτό να σκοτεινιάζει την επίπλαστη φωτεινότητα του τοπίου. Το ίδιο και τα πρόχειρα κατασκευασμένα τεράστια εργοστάσια κεραμικών στη άκρη του δρόμου, που φωτισμένα το βράδυ αποκάλυπταν πίσω από τους φράχτες αμέτρητα πιθάρια και φτηνές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, ψεύτικα είδη λαϊκής τέχνης παγωμένα σε κάποια ώρα που δεν ήταν ούτε της ημέρας ούτε της νύχτας…

Στις απουσίες της….συλλογίζομαι τα σκοτεινά πεπρωμένα της άμορφης μάζας και των ασαφών προσώπων ολόγυρά μου. [σ. 20]. Φυσικά υπάρχει ο έρωτας. Ακόμα κι όταν κλείνεται στο δωμάτιο, ο Ούγκο φροντίζει να παρακολουθεί από το παράθυρο την Ίνγκεμποργκ, καθώς κολυμπάει στην παραλία ή συνομιλεί με κάποιους ενοχλητικούς άντρες. Μέρος της αγάπης τους είναι να ανέχεται τα τηλεφωνήματα που εκείνη δέχεται μέσα στη νύχτα. Γνωρίζει ότι ο έρωτας είναι ένα πάθος που αποκλείει όλα τα άλλα, αλλά έχει διακαή πόθο να συμβιβάσει το πάθος του για την Ίνγκεμποργκ με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι. Κάποιες αποδράσεις, εκτός από τις αναπόφευκτες εξόδους μαζί της, γίνονται εντός του ξενοδοχείου, όπου ξαναβρίσκει την Γερμανίδα ιδιοκτήτρια Έλζε, πόθο των παιδικών του χρόνων, με την οποία συνάπτει μια εξίσου αινιγματική διαλογική σχέση. Σαγηνεύεται από αυτό το κάτι, το δίχως όνομα που εκπέμπει η φράου Έλζε, που αιχμάλωτη, ανάμεσα σε δυο σχέσεις αφοσίωσης, έριχνε την ενοχή στην ίδια την ομορφιά της για τα βάσανα που περνούσε. «Όμορφη, απόμακρη, εξόριστη».

 Bolano 5

Το αλλόκοτο ενδιαίτημα που φτιάχνει από τα θαλάσσια ποδήλατα ο Καμένος, σαν κάστρο στην παραλία, ζώντας εκεί μέσα, πιθανώς παρακολουθώντας τους πάντες. σαν μια παράγκα ενός αγριμιού, η εξαφάνιση του Τσάρλυ στη θάλασσα, η διαδοχική αναχώρηση των Χάννα και Ίνγκεμποργκ, το ταμπλώ με τον χάρτη της Ευρώπης, τα ειδικά περιοδικά και τα φανζίν των στρατηγικών παιχνιδιών (άλλη μια μπολανιακή μανία), οι εξονυχιστικές περιγραφές τακτικών και μαχών, η μαθητεία του Καμένου στο παιχνίδι και του Ούγκο στον Καμένο, όλα τραβούν τον αναγνώστη στον παράξενο κόσμο τους, ακόμα κι αν η πλοκή παραμένει φευγαλέα και διαρκώς φευγάτη.

Έχει τις μανίες του όπως όλος ο κόσμος. Εξάλλου όλοι έχουν κάποια μανία. [σ. 115]

Το μυθιστόρημα βρέθηκε στα συρτάρια του συγγραφέα, προφανώς ημιτελές και πιθανώς χωρίς το τελευταίο φινίρισμα στα ύστατα σημεία της ιστορίας. Από τα παλαιότερα έργα του συγγραφέα [1989], εκδόθηκε ως είχε μετά τον θάνατό του. Είναι γραμμένο ως ημερολόγιο του ήρωα, από 20 Αυγούστου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, με μια τελευταία εγγραφή στις 20 Οκτωβρίου και περικλείει όπως και τα άλλα του βιβλία, την ολόδική του λεπτομερέστατη, μαγνητική, αμφίσημη, ατμοσφαιρικότατη γραφή. Μια γραφή πάντα παιγνιώδη, ακόμα κι όταν αφορά ένα παιχνίδι. Γιατί «το παιχνίδι είναι πάντα μια σύγκρουση». Και ποτέ άλλοτε ζωή και παιχνίδι – με την απόλυτα σοβαρή σημασία – δεν ήταν τόσο ασφυκτικά κοντά.

Bolano 4

Εκδ. Άγρα, 2013, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 398 σελ. [El Tercer Reich, 1989/2010].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr. Βιβλιοπανδοχείο, 181. / The world that summer.

Βίτολντ Γκομπρόβιτς – Διαθήκη. Συνομιλίες με τον Ντομινίκ ντε Ρου

Διαθήκη

Αυτό που είμαστε ενώ δεν είμαστε

Ούτε τη ζωή μου γνωρίζω, ούτε το έργο μου. Σέρνω το παρελθόν πίσω μου σαν σκονισμένη ουρά κομήτη και για το έργο μου γνωρίζω ελάχιστα εξομολογείται ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο μιας μεγάλης και συναρπαστικής συζήτησης που φιλοδοξούσε να αποκαλύψει την προσωπικότητα και το έργο του αλλά τελικά ανέσκαψε τα βάθη της σκέψης μιας μοναδικής περίπτωσης συγγραφέα. Από πού να ξεκινήσει κανείς; Από την καταγωγή, επιλέγει ο συνομιλητής, αλλά ο συγγραφέας αδυνατεί να ξεδιαλέξει το νήμα: στην ζωή του δράμα και αντίδραμα γίνονται αδιαχώριστα, όπως κι οι μεγάλες λέξεις εξισορροπούνται από τις μικρές. Η μόνη βεβαιότητα του παρελθόντος του ήταν ένα αβέβαιο περιβάλλον, μια ξεριζωμένη οικογένεια με ελάχιστα ξεκάθαρη κοινωνική θέση, που ζούσε μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, ανάμεσα σε γη και βιομηχανία, σε μια προυστιανή εποχή. Αυτά ήταν τα πρώτα «ανάμεσα» της ζωής του, που στο τέλος έγιναν η κατοικία του, ο αληθινός γενέθλιος τόπος του.

Στο σπίτι ανάσαινε την παράνοια στον αέρα. Μια μητέρα που ανήκε σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων που είναι ανίκανοι να δουν τον· εαυτό τους όπως είναι πραγματικά. Ακόμα χειρότερα: πίστευε ακράδαντα πως ήταν το αντίθετο απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό τον ώθησε στο καθαρό παράλογο, που έγινε αργότερα ένα από τα σημαντικά στοιχεία της τέχνης του. Ακριβώς οι παράλογες συζητήσεις μαζί της αποτέλεσαν την πρώτη του μύηση στην τέχνη και στην διαλεκτική. Απέκτησε την ευχέρεια να βυθίζεται στη χαζομάρα, να επιμένει πανηγυρικά στη βλακεία. Έκτοτε αρνήθηκε να υποταχτεί στις εύκολες και βολικές ψευδαισθήσεις και κληρονόμησε την λατρευτική του σχέση με την πραγματικότητα. Ακολούθησε η απέχθεια για το σαλόνι και η λατρεία των πλυσταριών, των κουζινών, του στάβλου και των χωραφιών. Η κατωτερότητα έγινε το ιδανικό του: οι εντός της μυήσεις όρισαν το έδαφος της μετέπειτα ζωής του.

 Gombrowicz 2

Δεν θυμόμαστε γαλήνια τα παρελθόν, δεν το αναπολούμε χωρίς πάθος. Το παρόν είναι πάντα επιθετικό, ακόμα και στη δύση της ζωής, και η ζωή του παρόντος όσο πιο διαμορφωμένη, παγιωμένη, καθορισμένη είναι, τόσο πιο πολύ καταδύεται στα ταραγμένα νερά του παρελθόντος για να αλιεύσει μονάχα ό,τι της είναι χρήσιμο τώρα και ό,τι μπορεί να βελτιώσει τη σημερινή της μορφή. Ίσως να μη θυμάμαι πολύ καλά το παρελθόν, ίσως απλώς να το καταβροχθίζω για να θρέψω αυτό που είμαι σήμερα. [σ. 22]

Στις αναγνώσεις των Σπένσερ, Καντ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Σαίξπηρ, Γκέτε, Μονταίνι, Πασκάλ, Ραμπελαί αναζητούσε «το ύφος της θεμελιώδους σκέψης, μιας ευαισθησίας που πηγαίνει μέχρι το βάθος των πραγμάτων». Από πού πήγαζε όμως εκείνη η εσωτερική διαταραχή που μετέτρεπε ένα γελαστό αγόρι σε ένα παράδοξο τέρας που το έθελγαν όλες οι δυσκολίες και οι εκτροπές της ύπαρξης; Από την μια βρισκόταν η καθωσπρέπει ζωή, από την άλλη η γκροτέσκα πλευρά της: δυο όψεις που συνυπήρχαν αλλά δεν συμφιλιώνονταν. Βυθισμένος «ανάμεσα» στις δυο, ο Γκομπρόβιτς αισθανόταν ένα μαύρο πρόβατο έξω απ’ το κοπάδι ένας νεαρός ικανός να πάρει κάθε μορφή, σαν τα κουκλάκια από πλαστελίνη που μπορεί κανείς να τα πλάσει ακατάπαυστα.

SONY DSC

Και δεν θα έλεγα ψέματα αν έλεγα πως, κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών μου στις εργατικές φτωχογειτονιές της Βαρσοβίας, την πραγματικότητα αναζητούσα στην απλότητα και στη ζωώδη υγεία των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Την πραγματικότητα αναζητούσα και μέσα μου, στις αχανείς, ερημωμένες, περιφερειακές, απάνθρωπες εσωτερικές εκτάσεις, όπου μαίνονταν οι ανωμαλίες, το Άμορφο, η Ασθένεια, η Αθλιότητα. Γιατί την πραγματικότητα μπορεί να την βρει κανείς στο πιο συνηθισμένο, στο πιο πρωτόγονο και στο πιο υγιές, όπως επίσης και στο πιο διεστραμμένο και φρενοβλαβές. Η πραγματικότητα του ανθρώπου δεν είναι το μόνο πιο φυσιολογικό και το υγιές, είναι και ό,τι έχει μέσα του αφύσικο και νοσηρό, ό,τι του ανοίγει άγνωστες δυνατότητες. [σ. 35]

Η πρώτη του λογοτεχνική γραφή ονομάστηκε Αναμνήσεις από την εποχή της ανωριμότητας [1933]: «μια λαμπερή ασημαντότητα φαντασίας, επινοητικότητας, ειρωνείας. Μια παρωδία της πραγματικότητας και της τέχνης». Το πρόβλημα παρέμενε: Πώς θα συνδεθεί η γραφή του με την πραγματικότητα της ύπαρξής του; Ο Γκομπρόβιτς γνώριζε καλά εκείνο που θα γινόταν η ψίχα της δημιουργίας του: Η γενική πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πραγματικότητα. Η αληθινή πραγματικότητα είναι μόνον αυτή που καθορίζει ο καθένας μας. Και εγεννήθη ο Φερντυντούρκε! [1937]: «Μια παρωδία φιλοσοφικού παραμυθιού στο ύφος του Βολταίρου».

 Gombrowicz 4

Γιατί άραγε ένα έργο που γεννήθηκε από προσωπικά τραύματα τον παρέσυρε σε μια τόσο οικουμενική περιπέτεια προς το δράμα της ανθρώπινης Μορφής; Εδώ περιγραφόταν η ανηλεής μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μορφής του, δηλαδή εναντίον του τρόπου του να είναι, να αισθάνεται, να σκέφτεται, να μιλά και να πράττει· εναντίον της κουλτούρας του, των ιδεών του, των πεποιθήσεών του, εναντίον όλων εκείνων με τα οποία εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο. Ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές, η εθνικότητα. Ο συγγραφέας διαπίστωνε πως η χώρα του ανήκε σε κατώτερη κατηγορία χωρών.

Έχει φτάσει καιρός να χαμηλώσουν τη μύτη τους οι κληρονόμοι των ανώτερων πολιτισμών. Στη θέση της Πολωνίας, βάλτε την Αργεντινή, τον Καναδά, τη Ρουμανία κ.λπ. Και θα δείτε ότι τα λόγια μου διευρύνονται τόσο, που [] αφορούν όλες τις δευτερεύουσες ευρωπαϊκές κουλτούρες [] Είναι μια χώρα εκεί που όπου η Ευρώπη αρχίζει να σταματά, μια χώρα – πέρασμα όπου η Ανατολή και η Δύση απορροφούν η μία τους κραδασμούς της άλλης. Πού ήταν η πρωτότυπη πολωνική σκέψη, η πολιτική φιλοσοφία, η πνευματική και διανοητική συμμετοχή της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή δημιουργία; Τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια η λογοτεχνία μας στραγγαλιζόταν από το τραύμα της απώλειας της ανεξαρτησίας των τοπικών μας δυστυχιών. [σ. 52, 53]

9780300065039

Ο Γκομπρόβιτς σκεφτόταν πως αν ως άνθρωπος, ως Πολωνός κι ως καλλιτέχνης, ήταν καταδικασμένος να παραμείνει ατελής, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπομένει τα βάσανα και να υποκρίνεται στον εαυτό του τον ίδιο και σε όλο τον κόσμο πως όλα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ήταν, αντίθετα, ζήτημα εντιμότητας, αξιοπρέπειας, λογικής, ζωτικής ανάγκης, να έρθει σε ρήξη μια για πάντα με αυτή τη φενάκη: Προχώρησα στον ακρωτηριασμό. Το νυστέρι μου ήταν η ακόλουθη σκέψη: Αποδέξου, κατάλαβε ότι δεν είσαι ο εαυτός σου, ότι κανένας δεν είναι ποτέ με κανέναν ο εαυτός του, υπό καμία συνθήκη, ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι τεχνητός [σ. 61]

Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηριζόταν από μια νέα συμπεριφορά απέναντι στη Μορφή. Στις καλύτερες περιπτώσεις την έπλαθε εύκολα, πλασμένος όπως ήταν από αυτή. Όμως κάποια στιγμή θα καταλάβει πως βρίσκεται σε δυσαρμονία με την πραγματική του φύση, πως εκφράζεται με έναν τρόπο τεχνητό που του επεβλήθη επώδυνα απέξω, είτε από τους ανθρώπους είτε από τις περιστάσεις. Και σύντομα όλοι θα αρχίσουμε να φοβόμαστε τον εαυτό μας και την προσωπικότητά μας, γιατί θα ανακαλύψουμε πως δεν μας ανήκουν ολότελα.

Gombrowicz 6

Κατά τη διάρκεια είκοσι τριών ετών στις πάμπες της Αργεντινής η βεβαιότητα πως είναι πιο Ευρωπαίος από τους Ευρωπαίους της Ρώμης και του Παρισιού, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ήταν σχεδόν πεπεισμένος ότι η αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Μορφής θα μπορούσε να επέλθει μόνον από εξωευρωπαϊκή θέση, από εκεί που είναι αδύναμη και λιγότερο τέλεια. Η βαριά πεποίθηση ότι το ατελές είναι ανώτερο από το τέλειο (γιατί είναι πιο δημιουργικό) ήταν μια από τις βασικές θέσεις του Φερντυντούρκε. Ο εθνικιστικός Τύπος του επιβλήθηκε βάναυσα για το βιβλίο, κατηγορώντας τον για εκμαυλιστική επιρροή.

Ακολούθησε το πρώτο του θεατρικό έργο, Υβόννη, Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας [1938] και μετά η αυτοεξορία στην Αργεντινή. Ζούσε σε ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας, έγραφε με ψευδώνυμο μυθιστορήματα σε συνέχειες για εφημερίδες, ζούσε με μια πενιχρή επιχορήγηση και με την βοήθεια φίλων. Η φτώχεια ήταν η χαρά του, η πτώση του η καινούργια του πτήση. Αφέθηκε στην βαβυλωνία των γλωσσών, στις τυχαίες γνωριμίες που δημιουργούσε με ευκολία, στις φιλίες δίχως δεσμεύσεις. Αποδέχτηκε την ανωνυμία του και δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τον λογοτεχνικό κόσμο. Υπήρξε ο ένας και μοναδικός αλλοδαπός που δεν πήγε για προσκύνημα στο σαλόνι της Βικτόρια Οκάμπο και η περίφημη επιθεώρησή της Sur ήταν το μόνο περιοδικό που δεν ανέφερε τον Φερντυντούρκε. Με τον Μπόρχες δεν μπορούσε τίποτα να τον συνδέσει: εκείνος είχε βαθιές ρίζες στη λογοτεχνία, εγώ στη ζωή.

novels_0025

Ο Γάμος [1947] υπήρξε μια νέα παρωδία της μορφής. Όπως λέει ο μεθύστακας στο έργο, «Κήρυξε τον εαυτό σου βασιλιά και καμία εξουσία, θεϊκή ή άλλη, δεν θα είναι αναγκαία. Θα τελέσεις μόνος σου το ιερό μυστήριο του γάμου και θα υποχρεώσεις τους πάντες να τον αναγνωρίσουν». Το κλειδί του Γάμου είναι ακριβώς η μετάβαση από έναν κόσμο βασισμένο στη θεϊκή και πατρική εξουσία σε έναν άλλο κόσμο, όπου τα νήματα κινεί η προσωπική βούληση. Αλλά ο άνθρωπος ήδη νιώθει τρόμο απέναντι στον κόσμο που έρχεται, όπου ο ίδιος θα είναι θεός και βασιλιάς του εαυτού του. Και ο γάμος δεν θα γίνει ποτέ.

Ο Υπερ-Ατλαντικός – «μια παρωδία του παραδοσιακού επικού μυθιστορήματος της πολωνικής αριστοκρατίας» – μοιάζει με ξέσπασμα γέλιου σε κηδεία. μια ακούσια έκφραση της πολωνικής ελευθερίας. Ένα μυθιστόρημα σκόπιμα απρόσιτο στους ξένους, εξαιτίας των γλωσσικών του δυσκολιών, ανοιχτή πρόσκληση δε για τους Πολωνούς μετανάστες, το μόνο αναγνωστικό κοινό στο οποίο μπορούσε να στηριχτεί.

5

Αυτά συμβαίνουν την ώρα της ήττας! Γράφουμε ενάντια στα πάντα, μόνο για την απόλαυσή μας. Τι πολυτέλεια ήταν κι αυτή που επέτρεψα στον εαυτό μου μέσα στη δυστυχία μου! / Τι να διαλέξω; Πίστη στο παρελθόν…ή την ελευθερία να πλάθει τον εαυτό του ο καθένας όπως θέλει; Να τον φυλακίσω στην αταβιστική του μορφή ή να ανοίξω το κλουβί; [σ. 144, 145]

Το 1952 τον βρίσκει ως «ένα λαμπρό αντιταλέντο» στην υπηρεσία της Πολωνικής Τράπεζας του Μπουένος Άιρες, με μια σειρά από ακατανόητα έγγραφα μπροστά του. Έχει αρχίσει να γράφει για την Kultura, την κυριότερη πολωνική επιθεώρηση της διασποράς, που τυπωνόταν στο Παρίσι. Ένα από τα πρώτα του κομμάτια εκεί γράφτηκε σε μορφή ημερολογίου. Έκτοτε, αυτό το Ημερολόγιο έχει ήδη την μορφή τριών τόμων και χιλιάδων σελίδων και συνεχίζει…Ο κόσμος αγοράζει ημερολόγια γιατί ο συγγραφέας τους ήδη είναι διάσημος, ενώ εγώ έγραφα το δικό μου προκειμένου να γίνω διάσημος. Σταδιακά το Ημερολόγιο άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας ανοιχτής διαμάχης με την σύγχρονη κουλτούρα. Κι έτσι βρέθηκε σε άμεση ρήξη με όλες τις μεταπολεμικές τάσεις που καταδίκαζαν τη λέξη «εγώ».

gomb-bacacay1

Το «εγώ» το αφόριζε η Εκκλησία ως ανήθικο, το περιφρονούσε η επιστήμη ως αντίθετο προς την αντικειμενικότητα, το απέρριπτε ο μαρξισμός και όλα τα ρεύματα της εποχής. Από όλες τις πλευρές ακούγοντας αυστηρές νουθεσίες: δεν είστε τίποτε, ξέχνα τον εαυτό σου, ζήσε μέσα από τους άλλους! [σ. 154]

Ακολούθησαν η Πορνογραφία [1960]μια συνέχεια του καλοκάγαθου «πολωνικού βουκολικού μυθιστορήματος», ο Κόσμος [1965], η δική του μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, η επαυξημένη έκδοση των Αναμνήσεων ως Μπακακάι [1957], η Οπερέτα [1966], Οι μαγεμένοι [1973], Η ιστορία [1988], τα Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο [1995]… Σε ένα ξέσπασμα απελπισμένου ηρωισμού παραιτήθηκε από την τράπεζα. Η λογοτεχνία βρισκόταν έξω, στους ανθρώπους, στην περιπλάνηση. Ο Γκομπρόβιτς άφηνε τους «καινοτόμους των Παρισίων» στον ελεφάντινο πύργο τους – χάρισμά τους η έγκλειστη γραφή!. Εκείνος δεν είχε σαλόνι, δεν είχε γραφείο, ζούσε στο πλήθος, στον δρόμο. Και μέχρι σήμερα απολαμβάνουμε την ιδιαίτατη λογοτεχνία του και την θεατρική του γραφή.

Gombrowicz 3

Σ’ ένα αμιγώς πολιτικό σημείο των συζητήσεων ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του στην άκρα αριστερά, τάσσεται υπέρ του προλεταριάτου αλλά εναντίον του κομουνισμού (οι συνάδελφοί του στις σοσιαλιστικές χώρες απολαμβάνουν πολύ περισσότερα προνόμια από τον ίδιο), με τον οποίο πάντως τον συνδέει ένας κοινός στόχος αλλά διαφωνεί στην επιλογή των μεθόδων. Διαπιστώνει άλλωστε πως ο σοσιαλισμός γίνεται εργαλείο στα χέρια του φιλελευθερισμού που κρύβεται από πίσω του. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει είναι άθεος, φιλοσημίτης, συγγραφέας της πρωτοπορίας, «καταστροφέας» και δεδηλωμένος εχθρός όλων των ρόλων και κυρίως του ρόλου του στρατευμένου συγγραφέα.

Η εξαιρετική έκδοση, σε ελκυστικό ελαφρώς τετραγωνισμένο σχήμα, περιλαμβάνει πολυσέλιδο παράρτημα με σημείωμα των Ρίτα Γκομπρόβιτς και Ζακλίν ντε Ρου «Προς τον αναγνώστη», επιλογή από τις επιστολές του Βίτολντ Γκομπρόβιτς και του Ντομινίκ ντε Ρου [1967 – 1969], εισαγωγή του ντε Ρου στις γαλλικές εκδόσεις του 1968, 1977 και 1990, αποσπάσματα από βιβλία του συγγραφέα, εισαγωγή του Μορίς Ναντό στην αγγλική έκδοση του 1973, βιογραφία και εργοβιογραφία του συγγραφέα (με τις πρώτες εκδόσεις και τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του) και βιογραφία και εργογραφία του Ντομινίκ ντε Ρου.

4 Gombrowicz as a young boy standing on a horse in Malosyce in 1909

Ο Γκομπρόβιτς πέθανε το 1969, δυο χρόνια μετά την διαλεκτική που αποτέλεσε αυτό το βιβλίο. Είχε σαφώς εξοικειωθεί με κάθε μορφή τερματισμού της ζωής. Έχουμε προσαρμοστεί στο θάνατο από τη στιγμή της γέννησής μας. Και μολονότι λίγο λίγο κάθε μέρα μας καταβροχθίζει, ποτέ δεν θα τον αντιμετωπίσουμε καταπρόσωπο, γιατί, όπως λέει κι ένας αφορισμός, όταν έρθει ο θάνατος, εμείς δεν θα είμαστε εκεί.

Εκδ. Πατάκης, μτφ. Θεόφιλος Τραμπούλης, σελ. 393 [Witold Gombrowicz, Testament: Entretiens avec Dominique de Roux, 1968 / 1977 / 1990].

Σημ. Ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς εδώ.