Λογοτεχνείο, αρ. 77

Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, Ο Μολδαβός σωματέμπορος, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Αλίκη Βασώνη, θεώρηση μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 45 (Edgardo Cozarinsky, El rufián moldavo, 2004).

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα πνιγηρό στα χειμωνιάτικα απογεύματα στο Μπουένος Άιρες, στο φως που φθίνει, στην υγρασία∙ κενά κυριακάτικα απογεύματα, που σε καλούν μονάχα να βρεις καταφύγιο σε μια εμμονή. Πιστεύω πως σε μερικούς δίνεται η ευκαιρία για έρωτα, για χάδια, για γλυκόλογα στ’ αυτό, για περιπτύξεις μέσα σε τέσσερις τοίχους και ζεστά σεντόνια, προτού βγουν μέσα στη νύχτα∙ για άλλους υπάρχει η παράλληλη ζωή των μυθιστορημάτων ή του κινηματογράφου. Αναγνωρίζω πως είμαι υπερβολικά ντροπαλός για το πρώτο, που το δοκίμασα ελάχιστες φορές και με αδέξιο τρόπο∙ αλλά και υπερβολικά απαιτητικός για το δεύτερο, που μου αιχμαλωτίζει την προσοχή για λίγο μόνο, αφήνοντάς μου μια έντονη αίσθηση ανικανοποίητου.

Στην Έφη Καλογεροπούλου

 Υ.Γ. Ο Δαίμων του Λογοτεχνείου είμαστε εμείς. Αλλά οι Άγγελοι της Διόρθωσης είναι άλλοι, ευτυχώς για μας. Ευχαριστούμε.

Λογοτεχνείο, αρ. 65

Ζοζέ Καρδόζο Πίρες, Ο δελφίνος, εκδ. Καστανιώτη, 1999, μτφ. Αθηνά Ψύλλια, σ. 66-67 (José Cardoso Pires, O Delfim, 1968).

Η επίσκεψη στο εγκαταλειμμένο σπίτι μπορούσε να περιμένει άλλη μια μέρα, ένα χρόνο, μια αιωνιότητα, αφού δεν είχε πια νόημα άλλο παρά μονάχα το ξύσιμο μιας πληγής η μιας ανάμνησης. Ωραία θα ήταν να δουν τον ξενομερίτη, με το καπέλο στο χέρι, για προσκύνημα στα χαλάσματα όπου έλαβαν χώρα οι Συζητήσεις για τη Λίμνη. Αλλά κι αυτό ακόμα (και τώρα μιλάει ο καλός μου εαυτός, ο κυνηγός) θα ήταν μονάχα περιέργεια, μια γενναιόδωρη χειρονομία που ίσως να καλοφαίνεται αλλά δεν αντιπροσωπεύει τίποτε απολύτως πέρα από το θέαμα αυτού που την κάνει. Αυτό μόνο. (…)

Η πλατωσιά ήταν όπως τη φανταζόμαστε, έρημη. Οι κρίκοι άχρηστοι, ο ήλιος ντάλα· οι ίδιες νυσταλέες ταβέρνες, οι ίδιες πινακίδες από μπαρούτι και κοπριά, όπως και πέρσι, και, στο βάθος ενός μαγαζιού, ο Κοινοτάρχης, με το καπέλο φορεμένο, να κρατάει τον Πάγκο. Έξω από την πόρτα το τείχος συνεχιζόταν με το μύθο και την περηφάνια του μέχρι την άλλη άκρη της πλατείας. Σα να έλεγε: «Quod scripsi, scripsi» – κι ήταν μια ανήμπορη ρωμαϊκή ηχώ. «Ό,τι είναι γραμμένο πάνω μου έχει πάνω από είκοσι αιώνες που γράφτηκε και θα παραμείνει. Είτε ζούνε είτε πέθαναν οι δελφίνοι σας, κι αν ο καπνός απ’ τα τρακτέρ σας έρθει και μουντζουρώσει το πρόσωπό μου, ακόμα κι αν οι ειδήμονες της περιοχής, αβάδες κι άλλοι τέτοιοι, μου ρίξουν τους αφορισμούς που μου έριξαν –  εγώ, το τείχος, τα βγάζω πέρα με τις προσβολές, και να με. Quod scripsi, scripsi. Υπακούω μόνο στα προστάγματα της Μητέρας Φύσης, στα χορτάρια που με τυλίγουν και στη συντροφιά των σιωπηλών ζωυφίων. Όπως τούτη η σαύρα, λόγου χάρη».

Στην Αλεξάνδρα Δεληγιώργη