Βόλφγκανγκ Χέσνερ – Άννα Αχμάτοβα. Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας

Νόμιζα πως ήξερα καλά κάθε είδους αϋπνία,/Όλα τα μονοπάτια και τις αβύσσους,/Αλλ’ αυτή εδώ είναι σαν το ποδοβολητό του ιππικού/Υπό τον βίαιο ήχο μιας τρομπέτας./Μπαίνω μέσα στα εγκαταλειμμένα σπίτια,/Η ζεστή φωλιά κάποιου, κάποτε… (άτιτλο, 1940). Ήταν ελάχιστες φορές οι φορές που η Άννα Αχμάτοβα (1889-1966) είχε ένα σπίτι – ασφαλή φωλιά. Το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της έζησε διωκόμενη από το σοβιετικό καθεστώς και βίωσε κάθε σκληρότητα που θα μπορούσε να ζήσει ένας πνευματικός άνθρωπος στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας.

Έζησε την εκτέλεση του πρώτου συζύγου της, ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ, ως «εχθρού του λαού», από τις μυστικές υπηρεσίες και τον εγκλεισμό του γιου της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (που πλήρωνε την απέχθεια του κράτους για τους γονείς του, κάτι για το οποίο δεν την συγχώρεσε ποτέ) προσπαθώντας απελπισμένα να τον απελευθερώσει επί δεκαετία, ακόμα και θυσιάζοντας την ποιητική της ψυχή, δημοσιεύοντας ωδή για τον Στάλιν (αν και κανείς δεν την πίστεψε, αναγνωρίζοντας την γνώριμη κρυμμένη της ειρωνεία). Είδε τον τρίτο σύζυγό της να καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα και να πεθαίνει στη φυλακή, τους συμποιητές της να σιωπούν ή να εξορίζονται στα γκουλάγκ ή να οδηγούνται στα ψυχιατρεία. Την εξαφάνιση του αγαπημένου της φίλου ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ, του Μπόρις Πίλνιακ, την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, τον θάνατο του Μπουλγκάκοφ. Για την ίδια το καθεστώς επιφύλαξε πιο διακριτική μεταχείριση: με κάθε ευκαιρία δυσφημίστηκε, αποκλείστηκε και διαβλήθηκε, τα βιβλία της πολτοποιήθηκαν το 1925, ο Τρότσκι αποκήρυξε την συλλογή Αnno Domini, ο Ζντάνοφ την απέπεμψε από την Ένωση Συγγραφέων λέγοντας: «Είναι μισή καλόγρια, μισή πόρνη, ή, πιο σωστά, καλόγρια και πόρνη. Μέσα της μπλέκονται ασέλγεια και προσευχή».

Κι όμως, εκείνη η ασκητική μορφή αποδέχτηκε τη δυστυχία ως προσωπικό της πεπρωμένο, με μια φιλοσοφία εγκαρτέρησης και ψυχικής δύναμης στον πόνο, πολύ κοντά στην ρωσική νοοτροπία. Όπως παλαιότερα πίστευε πως την διάλεξε η μοίρα για να κυοφορεί μέσα της όλες τις εσωτερικές της αντιφάσεις, τώρα θα παρέμενε αξιοπρεπής και απόμακρη ακόμα και στις ουρές για το ψωμί. Συνέχισε να γράφει ποιήματα που όχι μόνο δεν θα εκδίδονταν ποτέ αλλά θα ήταν επικίνδυνο ακόμα και να βρεθούν. Δεν έμενε παρά να τα μαθαίνει απ’ έξω, να τα απαγγέλει κρυφά σε φίλους, να κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Άλλωστε είχε ήδη αποκτήσει αμέτρητους αναγνώστες από τα πρώτα της βήματα, με την προσιτή της γραφή, την αβυσσώδη ευαισθησία και την κοινή γλωσσική αποτύπωση του κορυφαίου, του καθημερινού και του οικείου. Είχε ξεκινήσει υποχρεωτικά ψευδώνυμη για να μην χαλάσει το καλό όνομα της οικογένειας, επιλέγοντας τα πέντα άλφα σαν μια παρατεταμένη κραυγή. Ακμεΐστρια – μέλος του φερώνυμου κινήματος που ήθελε διαυγέστατους στίχους αντί για διφορούμενους συμβολισμούς, πολυταξιδιώτισσα, είχε υμνήσει τον έρωτα, τη φύση και την θηλυκότητα, ποτέ όμως την νοσταλγία και την παραίτηση (αξίωμα που εδώ ανασκευάζεται πειστικά).

Αυτή η σπάνια γυναίκα, που υπήρξε έμπνευση και για πολλούς καλλιτέχνες, και όχι μόνο ζωγράφους και φωτογράφους (από τα 16 σκίτσα που της χάρισε ο γοητευμένος Μοντιλιάνι, μπόρεσε να σώσει μόνο ένα, που επέζησε από κάθε μετακόμιση και κρεμόταν στα φτωχικά της δωμάτια), προτού μιλήσει για τον θάνατο και πενθήσει (ιδίως στο Ρέκβιεμ) όχι τόσο τους νεκρούς όσο τους πενθούντες, τώρα αποκτούσε ένα τεράστιο «προφορικό» αναγνωστικό κοινό, μένοντας ολοζώντανη στη συνείδησή του. Ολοζώντανη μέχρι σήμερα, γιατί οι ποιητές επιβιώνουν και ζουν αμέτρητες ζωές κάθε φορά που τους διαβάζουμε, ενώ τα δουλικά ανθρωπάκια γίνονται σκόνη. Όταν, προς το τέλος της ζωής της, είδε να επανεκδίδονται τα ποιήματα της Τσβετάγιεβα και του Παστερνάκ δήλωσε: Νιώθω πιο ήσυχη τώρα. Είδαμε πόσο ανθεκτική είναι η ποίηση. Και η μνήμη, θα προσθέσω.

Ο «Ανατολικογερμανός» Β.Χ. (μελετητής κυρίως της ρωσικής και γερμανικής λογοτεχνίας) μας παραδίδει μια ιδανική μορφή βιογραφίας: μικρή σε έκταση και πυκνή σε περιεχόμενο, τέμνει τριπλά το αξεδιάλυτο πλέγμα ζωής και έμπνευσης της ποιήτριας: την βιογραφεί, φωτίζοντας παράλληλα τα ποιήματά της (με εκτενή αποσπάσματα) και τις παράλληλες διαδρομές της ρωσικής ιστορίας, χρησιμοποιώντας και μαρτυρίες φίλων και συνεργατών, επιστολές κ.ά.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μελάνι, 2004, μετάφραση Ανίτα Συριοπούλου, απόδοση ποιημάτων Γιάννης Αντιόχου, πρόλογος Μυρσίνη Γκανά, σελ. 224, με χρονοδιάγραμμα, μαρτυρίες, βιβλιογραφία και δεκαεξασέλιδο ένθετο μαυρόασπρων φωτογραφιών. (Wolfgang Hassner, Anna Achmatowa, 1998).

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr, δηλαδή εδώ.

Τζέννυ Έρπενμπεκ – Παιχνίδι με τις λέξεις

Πολυτάλαντη δεσποσύνη (1967, Ανατολικό Βερολίνο) με σπουδές βιβλιοδεσίας, θεατρικών επιστημών και σκηνοθεσίας μουσικού θεάτρου, διδαγμένη και από Βέρνερ Χέρτσογκ και Χάινερ Μύλλερ. Συγγραφικώς ξεκίνησε με την περίφημη νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (1999, που διασκεύασε και θεατρικώς) και συνέχισε με τα διηγήματα Σκύβαλα (2001). Στο πρώτο της θεατρικό έργο (KatzenhabensiebenLeben/Οι γάτες έχουν επτά ζωές, 2000) εξέφρασε απερίστροφα την ίδια μοιρασμένη αναλογία αγάπης και κτηνωδίας που διαπερνά στα λογοτεχνήματά της. Θεωρείται από τα εξαιρετικά πουλέν της νέας Γερμανικής γραφής.

Εδώ συναντούμε ξανά το εύρημα του μονολόγου ενός μικρού κοριτσιού και γενικότερα της θέασης του γύρω κόσμου μέσα από τα άπειρα υπεραθώα ματόκλαδά του. Περιορισμένη σε ένα σπίτι και στο εξωτερικό του, με υπερπροστατευτικούς πλην σιωπηλότατους γονείς, με φοβισμένη αλλά στοργική παραμάνα, ρωτά για τα πάντα, για να λάβει κάθε φορά απάντηση που εγείρει νέες ερωτήσεις. Μόνη της διαφυγή οι λέξεις, που όμως αποδεικνύονται το μεγαλύτερο και πλέον απατηλό εμπόδιο. Έξω από το σπίτι, οι ήχοι της αναταραχής και οι πυροβολισμοί των αγνώστων.

Το κοριτσάκι ανάμεσα στα 6 και στα 16 παραληρεί την παράλογη πραγματικότητά του σε μικρά, σχεδόν ελλειπτικά κείμενα, χωρίς ενότητες, πλοκή ή «δράση». Η αποκάλυψη του αληθινού περίγυρού της γίνεται σταδιακά και υπαινικτικά: θετή κόρη ενός πατριού – βασανιστή ενός δικτατορικού καθεστώτος. Τελικά τα μισόλογα και τα νανουρίσματά του δεν ήταν παρά περιγραφή τεχνικών των βασανιστηρίων, προσαρμοσμένη στην τρυφερή πατρική γλώσσα! Όλα όσα έχει ποτέ σκεφθεί ο άλλος είναι χωμένα στη σάρκα του. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να μαλακώσει η σάρκα.

Ετούτη η γκροτέσκα νουβέλα λες και σκίζεται ανάμεσα σε αποτρόπαιο παραμύθι και μελαγχολική παραβολή της πολιτικής βίας μιας θλιβερής χώρας. Που ίσως ήταν η στρατιωτική Αργεντινή (καθώς αναφέρεται ως ηλιόλουστη, και ακόμα «προτείνεται» στο εξαιρετικά ενδιαφέρον επίμετρο του Tom Shimmeck), είτε η ίδια η Ανατολική Γερμανία όπου μεγάλωσε η συγγραφέας (όπου και αναφορές, σε δεύτερο επίμετρο, για την προσωπική της αμυντική γλωσσολογία εκείνη την εποχή). Τα θύματα άλλωστε και οι δράστες της (πτώσης της) Ανατολικής Γερμανίας διασχίζουν δραματικά και το δεύτερο θεατρικό της έργο (LeibesübungenfüreineSünderin / Σωματικές ασκήσεις για μια αμαρτωλή, 2003).

Το μικρό κορίτσι ανασκευάζει τον κόσμο στα μέτρα του, με δική του γλώσσα, ηθική και ιστορία. Δείγμα ευφυΐας, αθωότητας ή παιδικής σκληρότητας; Δεν έχει σημασία. Το μόνο που έχει σημασία είναι να ακυρωθούν οι αναμνήσεις του.

Εκδ. Ίνδικτος, 2008, μτφ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, σελ.149 (Jenny Erpenbeck, Worterbuch, 2005). Από τις ίδιες εκδόσεις και τα δυο προηγούμενά της.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.