Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 13. Αριστείδης Αντονάς

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Κανένας συγγραφέας δεν είναι διαχρονικός και κανένας αληθινά σύγχρονος. Οι αγαπημένες μου σελίδες είναι διάσπαρτες, ταράζομαι όμως όταν πρέπει να εκφράσω την αγάπη μου σ’ αυτές. Ίσως δεν έμαθα να αγαπάω σωστά ή ίσως η αγάπη είναι η ανεπάρκεια που αισθάνεται κανείς όταν σκέφτεται το αγαπημένο πράγμα: μόνο που έτσι δεν αγαπά ποτέ κανείς αρκετά. Δεν αγάπησα τίποτε αρκετά. Δεν έμεινα πιστός σε κάτι. Καταγράφω λοιπόν εκείνους που πρόδωσα, όχι εκείνους που αγαπώ. Δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά τους με τον τρόπο που ίσως έπρεπε. Πρόδωσα τον Μπέκετ, τον Πεντζίκη, τον Πόου, τον Ιούλιο Βέρν, τον Σοπενάουερ, τον Αλεξάντερ Γκρίν, τον Μέλβιλ, τον Γκόγκολ. Πρόδωσα επίσης τον Προυστ, τον Μπόρχες, τον Γονατά, τον Ντελέζ, τον Ντερριντά, τον Χαρμς, τον Μπέρνχαρτ. Πρόδωσα ό,τι αγάπησα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Περισσότερο θυμάμαι ή ανακαλώ διάσπαρτες σελίδες, που μοιάζουν ήδη κατεστραμμένες : είναι ήδη σχισμένες, θυμάμαι όμως συνήθως αν είναι δεξιές ή αριστερές σελίδες στον τόμο όπου τις είδα. Αποτελούν απολογισμό μιας εγκεφαλικής καταστροφής, κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι την παράταση της παρουσίας τους στο μυαλό μου που είναι φτιαγμένο για να ξεχνά. Ελάχιστα βιβλία μένουν «ολόκληρα» στο μυαλό μου. Η εφεύρεση του Μορέλ του Μπιόυ Κασάρες και Η εικόνα στο χαλί του Χενρι Τζέιμς, δύο από αυτά. Έκανα σεμινάρια για αυτά τα έργα στο Πολυτεχνείο. Παρουσιάζοντας την αρχιτεκτονική διάστασή τους. Ασχολήθηκα επίσης σε ένα σεμινάριο με τον Δόκτορα Τζέκυλ και τον κύριο Χάιντ του Στήβενσον και με την αρχιτεκτονική του σπιτιού όπου κατοικεί το διπλό αυτό πρόσωπο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θυμάμαι ό,τι αντιστέκεται, ό,τι δεν χάνεται σε άπειρες πολλαπλότητες και ό,τι συγκροτεί, με τον τρόπο του, κάποια λανθάνουσα αυτόνομη ολότητα. Αφηγήσεις που μοιάζουν με μπαλόνια που πετάνε στον αέρα, διαστημόπλοια ή νησιά. Ανάμεσα σε άλλα Η επίσκεψη από τις Αγελάδες του Ε.Χ. Γονατά και Το κλεμμένο γράμμα του Πόου.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φωνή των ηρώων που ζητά να γίνει εσωτερική φωνή του αναγνώστη. Όποια κι αν είναι αυτή η φωνή είναι εκείνη που προτιμώ. Σίγουρα με αυτή τη φωνή μιλά ο Κ και όλοι οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές του Κάφκα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ήρωές μου είναι παραλλαγές του εαυτού μου. Αυτό σημαίνει ότι με ακολουθούν πάντοτε αλλά σημαίνει επίσης ότι δεν με ακολουθούν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Η ερώτηση θυμίζει: σας αρέσει να πίνετε νερό όταν είναι νύχτα στο ύπαιθρο; ή: σας αρέσει να κάνετε σεξ στην εξοχή; συνήθως όμως εκείνο που έχει σημασία είναι το νερό ή ο άλλος που είμαστε μαζί: η σκηνογραφία φτιάχνεται από την επιθυμία. Ενίοτε δεν την προσέχουμε. Μιλάμε για τη σκηνογραφία φτιάχνοντας έναν κανόνα που προέκυψε εκ των υστέρων από τη συνήθεια. Η σκηνογραφία με απασχολεί σοβαρά για αυτήν κι ωστόσο είναι συχνά τόσο ασήμαντη μέσα στην πράξη. Έχει κάτι ενδιαφέρον αυτό το ασήμαντο στοιχείο της συνήθειας. Αλλά για μένα ας μην πω για τις συνήθειές μου στην γραφή. Το έκανα άλλοτε και μετάνιωσα ήδη. Αναρωτιόμαστε γιατί να απασχολούμε τους άλλους με μια τέτοια δική μας έκπτωση στη συνήθεια; Τι τάχα θα αλλάξει στην εικόνα που έχουν για μένα αν γράφω όρθιος ή καθιστός, αν κοιτάζω έξω από το παράθυρο ή αν δουλεύω στο σκοτάδι; Και μήπως χρειάζεται να έχουν ακριβή εικόνα για μένα; Όχι, καθόλου. Ας διαβάσουν τα κείμενα. Χαίρομαι όταν οι άνθρωποι διαβάζουν τα κείμενα. Αλλά η δική μου έκπτωση στην σκηνογραφία του δωματίου όπου γράφω είναι χωρίς ενδιαφέρον. Την ώρα που γράφω δεν είμαι ήρωας ούτε ο χώρος όπου γράφω θέλω να είναι κάπως: τότε δεν έχει σημασία να πω αυτό τον χώρο. Κι απ’ την άλλη ίσως να μην έχω πραγματικές συνήθειες σχετικές με το γράψιμο. Τότε; τι ακριβώς έχει εν προκειμένω σημασία για μένα στον χώρο της γραφής; Οι λέξεις και τα φαντάσματα που φτιάχνονται από αυτές.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν έχω την υπομονή να προετοιμάζω συνθήκες για την εργασία μου.

Τι γράφετε τώρα;
Συμβαίνει να μην είναι πια «τώρα» όταν αρχίζω να γράφω. Ίσως μάλιστα αυτός να είναι ο λόγος που γράφω.

Τι διαβάζετε;
Σχεδόν αποκλειστικά δοκίμια, όχι πολύ λογοτεχνία τελευταία: σπάνια διάβασα ποιήματα, προτιμώ την ποίηση που δεν μοιάζει με ποίηση, όσο λιγότερο ποίηση καλύτερα. Νομίζω ποίηση μια κακογραμμένη αγγελία στην εφημερίδα. Με ενδιαφέρει η πεζότητα. Για αυτό είμαι πεζογράφος. Διαβάζω τα δοκίμια σαν αποτυχημένες προσπάθειες περιγραφής καταστάσεων. Τα διαβάζω λοιπόν ως πεζογραφία. Η λογοτεχνία συνδέεται με την αστοχία κατανόησης και με κάποια περιγραφή της αστοχίας μέσα από παραδείγματα. Αυτό που φαίνεται ευχάριστο στη φιλοσοφία είναι ότι ακόμα και στις πιο σύγχρονες γραφές της παραμένει ενδιαφέρων ο τρόπος διαχείρισης ενός συγκεκριμένου είδους ελέγχου πάνω στο εκάστοτε ζήτημα. Προφανώς ο έλεγχος είναι εξ αρχής και εξ υποθέσεως χαμένος. Αλλά η προσπάθεια ελέγχου έχει κάτι βαθιά απελπισμένο και μοναδικό. Έχει κάποια ιδιαίτερη αισθητική φόρμα που με ικανοποιεί. Μια θεωρία της φυσικής μπορεί να έχει έτσι περισσότερη συγκίνηση από ένα ποίημα. Η θεωρία αυτή μπορεί να είναι ήδη ένα αισθητικό γεγονός. Δεν είναι το ακριβές περιεχόμενο που προσέχω τότε αλλά την φόρμα. Κάθε θεωρία έχει άλλη φόρμα. Η κβαντομηχανική προτείνει άλλη φόρμα από την νανοφυσική. Κάπου εστιάζει το ενδιαφέρον της κάθε θεωρία. Ένα από τα καλύτερα διηγήματα που μπορούμε να διαβάσουμε είναι η πρώτη διατύπωση του μοντέλου της γάτας του Σρέντιγκερ. Πόσα τέτοια υπάρχουν στην ιστορία της φυσικής; Μου αρέσει να διαβάζω την επιστημολογία ως ειδική θεωρία της λογοτεχνίας. Το setting εκεί αφορά μια γάτα κλεισμένη σε ένα μαύρο κουτί, όπου εγώ πυροβολώ χωρίς να ξέρω τι συνέβη και χωρίς να μπορώ να ξέρω. Συχνά διαβάζω επίσης κείμενα φτιαγμένα για να πεταχθούν: συνταγές τυπωμένες σε συσκευασίες, κακογραμμένες ελληνικές οδηγίες από φωτογραφικές μηχανές και κομμάτια εφημερίδων από εκείνα που θεωρούνται δεύτερης κατηγορίας. Αναρωτήθηκα συχνά γιατί με έλκει ξαφνικά η ευτέλεια. Ίσως κρύβεται εκεί κάποια δική μου βαθιά σεμνότητα (μάλλον όχι) ίσως επίσης κάποια αισθητική παραξενιά.

Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Αρχιτεκτονικής σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Δεν είναι δυο διαφορετικές ενασχολήσεις για μένα. Είναι δύο τρόποι να χειρίζομαι τον ίδιο αφηγηματικό χώρο. Πάντα χρειάζομαι μια σκηνή για να εγκαταστήσω ανθρώπους που κινούνται πάνω της. Τελικά ίσως είμαι απλώς ένας ιδιαίτερος θεατρικός συγγραφέας – σκηνοθέτης χωρίς πραγματικό θέατρο. Καταλαβαίνω πάντως την αρχιτεκτονική ως υπερβολή της σκηνοθεσίας. Η αρχιτεκτονική είναι η μανία για την σκηνή. Η αρχιτεκτονική θεωρεί ότι η σκηνή μπορεί να προδιαγράψει τα δρώμενα. Ας το πω αλλιώς: Ότι η σκηνή είναι ήδη ο χώρος κάποιας προδιαγραφής της δράσης. Είναι κωμικό αλλά αυτό κάνουν οι αρχιτέκτονες: τις σκηνογραφίες που θα προσδιορίσουν εκ των προτέρων ό,τι θα συμβαίνει καθημερινά. Η αρχιτεκτονική φτιάχνει έναν φούρνο για να ψήνει ψωμί, ένα παντοπωλείο για να παρατάσσει αντικείμενα προς πώληση, ένα σπίτι για να κοιμούνται μέσα οι άνθρωποι και για να μαζεύονται γύρω από τραπέζια ή σε πολυθρόνες. Εγώ έχω την διαστροφή να σκέφτομαι συνέχεια: τι γίνεται στον φούρνο που δεν ψήνει απλώς ψωμί; Τί θα συμβεί στο παντοπωλείο ανάμεσα στα ράφια; Νομίζω η αφήγηση προκύπτει ως διαταραχή της σκηνογραφίας. Κι από την άλλη πλευρά: τι θα γινόταν αν η σκηνή ήταν ήδη εξ αρχής διαταραγμένη; Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ερώτηση. Αν, δηλαδή, αντί να προτείνουμε φούρνο για ψωμί, προτείναμε ένα κτίσμα με μια σήραγγα που θα περνούσε κάτω από ολόκληρη την πόλη; Μπορώ να κτίζω τότε ό,τι φαντάζομαι και να προετοιμάζω τυπολογίες δράσης ξεκινώντας από την κατασκευή της σκηνής.

Έπειτα παράγω εκεί μια δράση. Φτιάχνω το φόντο και την μορφή, τη σκηνή και τη δράση. Συνήθως φτιάχνω τη σκηνή ως αρχιτέκτων και αυτή η σκηνή βέβαια είναι ισoδύναμη με τη δράση. Θα ήθελα να ήταν αυτά που φτιάχνω στα αφηγήματά μου υπαρκτές εγκαταστάσεις: να έκτιζα τους Τέσσερεις Κήπους, την βιβλιοθήκη του Φλογοκρύπτη και τον υπόγειο μηχανισμό του Xειριστή. Θα ήταν εκεί σαν αποδείξεις ότι όλα όσα σκέφτηκα δεν ήταν απλώς διανοητικές κατασκευές. Νομίζω αν το είχα κάνει θα ήμουν ένας πολύ σημαντικός αρχιτέκτονας και ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας. Τα κτίσματα αυτά δυστυχώς δεν θα κτιστούν. Η αρχιτεκτονική που κάνω δεν δίνει απάντηση σε προβλήματα που μου τίθενται από αλλού αλλά σκηνοθετεί καταστάσεις που επιλέγω να διαμορφώσω εγώ. Κατασκευάζω εγώ προβλήματα. Αυτή είναι η δουλειά μου. Αυτή η αρχή περιγράφει και την εργασία μου στη λογοτεχνία. Εφευρετικότητα σε κατασκευές προβλημάτων. Θέλω να επιλέγω τον τρόπο της επερώτησης και να επερωτώ το κάθε τι όσο πιο ριζικά γίνεται. Αλλιώς όλα γίνονται πληκτικά. Ναι, ο φούρνος βγάζει ψωμί αλλά μέσα σε μια φρατζόλα μπορεί να βρεθεί μια μύτη και να έχουμε ένα διήγημα του Γκόγκολ. Ο φούρνος το ψωμί και η μύτη είναι μαζί η λογοτεχνία και η αρχιτεκτονική.

Ηλεκτρονικά επισκεπτήρια: http://antonas.blogspot.com/

Δημοσίευση και εδώ.

Μπέρνχαρντ Σλινκ – Το Σαββατοκύριακο

Μια ιδιόμορφη σύναξη συνειδήσεων

Και ποιος νοιάζεται τώρα τι έγινε πριν τριάντα χρόνια; Πρέπει να ζήσεις στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. (σ. 92)

Πόσα ερωτήματα χωρούν σε ένα τριήμερο; Το κατά Σλινκ Σαββατοκύριακο προτίθεται να περιλάβει όσα περισσότερα γίνεται, σε σχέση με ένα αιχμηρό πολιτικό ζήτημα: την αποδοχή ενός (πρώην;) τρομοκράτη από τον οικογενειακό και πολιτικό του περίγυρο και την ίδια την κοινωνία. Πώς θα γίνει λοιπόν δεκτός από τον κύκλο του ο αμνηστευθείς Γιοργκ, ένοπλος αγωνιστής της Φράξιας Κόκκινος Στρατός; Ποιοι είναι οι «πρόθυμοι, άρα και κατάλληλοι» να παραβρεθούν, ή, μάλλον, να συνευρεθούν στο πρώτο ελεύθερό του τριήμερο ύστερα από είκοσι τρία έτη εγκλεισμού;

Όπως είναι ευνόητο, η τρι-ημερήσια διάταξη της ιδιόμορφης αυτής συνέλευσης φίλων, οικείων και πρώην «συναγωνιστών» είναι ιδιαίτερα βεβαρημένη. Όλοι θα κληθούν να υποστηρίξουν τις επιλογές τους και να απολογηθούν για την προηγούμενη και νυν ζωή τους, οφείλοντας, συχνά, να απαντούν στις διεισδυτικές έως και σκληρές ερωτήσεις της ομήγυρης. Ο καθένας άλλωστε αντιπροσωπεύει εκτός από τον εαυτό του και έναν ολόκληρο ιδεολογικό κόσμο ή, έστω, μια ιδιαίτερη αντίληψη ζωής.

Για τους περισσότερους ο Γιόργκ αποτελεί ένα πολύτιμο έπαθλο που επιθυμούν, συνειδητά ή μη, να αποκτήσουν για ιδία οφέλη. Η Κριστιάνε, που εκτός από αδελφή του υπήρξε και μητέρα γι’ αυτόν, κινείται μεταξύ υπόγειας ερωτικής έλξης και ακραίων εκδηλώσεων κτητικότητας. Η νεαρή κόρη ενός φίλου τον πολιορκεί ερωτικά (ως σπάνιο ερωτικό απόκτημα; ως πράξη ανθρωπισμού; λόγω του «μύθου» που αντιπροσωπεύει;), ενώ ο συνήγορός του Αντρέας, έχοντας μοχθήσει για την αποφυλάκισή του, ενδιαφέρεται πρώτιστα για την τήρηση των όρων της.

Αντίπαλο δέος σ’ όσους επιθυμούν να τον προστατεύσουν αποτελεί ο νεαρός Μάρκο, που θέλει να παρεμποδίσει αυτό που ονομάζει «κλειδαμπάρωμά» του. Κρίνοντας πως ο Γιόργκ δεν πέρασε τόσα στη φυλακή για το τίποτα και πως ο αγώνας συνεχίζεται, διεκδικεί την ανάδειξή του ως πνευματικού ηγέτη μιας νέας τρομοκρατίας. Πασχίζει να τον αποτρέψει από την ταπείνωση της συγνώμης και την συνακόλουθη καταρράκωση του κύρους του. Πιστεύει πως, μένοντας συνεπής στην ακλόνητη στάση του στη φυλακή, θα ικανοποιήσει πλήρως στις προσδοκίες των νέων αγωνιστών. Είναι εμφανείς οι προσδοκίες του ρόλου και το βάρος του προτύπου στα οποία καλείται να ανταποκριθεί ο Γιόργκ, εν μέσω μάλιστα μιας διπλής ευθύνης απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους αλλά και της επιθυμίας να απολαύσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Η γνώριμη ρεαλιστική γραφή του Σλινκ, διεισδύει αργά και μεθοδικά – μην ξεχνάμε πως είναι νομικός – στην ψυχοσύνθεση των προσώπων, το υπαρξιστικό, πολιτικό και ψυχαναλυτικό έδαφος των οποίων μοιάζει με κινούμενη άμμο. Στην αφήγηση εγκιβωτίζεται, υπό μορφή κεφαλαίων γραφόμενου μυθιστορήματος από μια φίλη, ο ενδεχόμενος βίος του Γιαν, που σκηνοθέτησε την κηδεία του ώστε, ως έτερος Ματίας Πασκάλ, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα σαν «φάντασμα χωρίς ταυτότητα και ίχνη».

Όταν η πραγματικότητα στέκεται αμήχανη μπροστά σε ένα γεγονός (αμνηστία των τελευταίων έγκλειστων της RAF, γενικότερη συζήτηση περί μετάνοιας), τότε η έρχεται η λογοτεχνία να φωτίσει όψεις του. Σε αντίθεση όμως με άλλα πρόσφατα μυθιστορήματα που μίλησαν ανοιχτά περί τρομοκρατίας, η εν λόγω σύναξη δεν αποτελείται από ανυποψίαστους ανθρώπους που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή τους (όπως στο Τρομοκρατικό Χτύπημα του Γιασμίνα Χάντρα ή το Σάββατο του Ίαν Μακ Γιούαν), ούτε από στοχαστές που ωθήθηκαν σχεδόν «νομοτελειακά» στην άλλη πλευρά (όπως Ο τρομοκράτης τον Τζον Απντάικ). Στο «μετα – τρομοκρατικό» μυθιστόρημα του Σλινκ, οι πρώην αντάρτες πόλεων έχουν σταδιοδρομήσει επιτυχώς κι έχουν ενταχθεί οργανικά στην κοινωνία που αρχικά ήθελαν να καταστρέψουν (όπως συνέβη με τους περισσότερους χαρακτήρες στην Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σεμπρούν). Ένα Σαββατοκύριακο θα τους φέρει αντιμέτωπους με το νόημα της συγνώμης, την υποχρέωση της ορθολογιστικής θωράκισης των πράξεών τους, την ανάληψη μεριδίων ευθύνης και την σκληρή κριτική. H ιστορία του εντάσσεται σε ένα ειδυλλιακότατο εξοχικό τοπίο, πλήρως αποκαθαρμένο από οποιοδήποτε «αστικό» περίβλημα, ακριβώς για να σταθεί γυμνή απέναντι στην οποιαδήποτε – έστω και παροπλισμένη– ομορφιά της ζωής.

Εκδ. Κριτική, 2008, μτφ.: Αλέξανδρος Κάιμπελ, σελ. 245 / Bernhard Schlink, Das Wochenende, 2008.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 563, 31.7.2009 (και εδώ).