Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

David Grossman – Γράφοντας μες στο σκοτάδι

Η αξιακή αναβάθμιση του κόσμου

Οι άγνωστοι σύμμαχοι

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γράφουμε οι συγγραφείς στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη, στην Τσετσενία, στο Σουδάν, στη Νέα Υόρκη ή στο Κονγκό. Καμιά φορά, μετά από πολλές ώρες μόχθου στο γραφείο μου, σηκώνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι πως την ίδια τούτη στιγμή, κάποιος συγγραφέας, εντελώς άγνωστός μου, στη Δαμασκό, στην Τεχεράνη, τη Ρουάντα ή το Δουβλίνο, καταγίνεται μ’ αυτή την τόσο παράξενη, τόσο αλλόκοτη, τόσο υπέροχη τέχνη, παλεύοντας να δημιουργήσει μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη βία, αλλοτρίωση, αδιαφορία και μαρασμό. Τον βλέπω σαν έναν μακρινό σύμμαχο: χωρίς να γνωριζόμαστε υφαίνουμε μαζί έναν μίτο, που, αν και άυλος, έχει εντούτοις την απίστευτη δύναμη να διαμορφώσει συνειδήσεις, να δώσει φωνή σ’ αυτόν που δεν έχει και να πραγματοποιήσει το τικούν, με την καβαλιστική έννοια του όρου – να αναβαθμίσει, δηλαδή, αξιακά, τον κόσμο. [σ. 114]. Ο Γκρόσμαν (Ιερουσαλήμ, 1945) αποτελεί μια τις πιο γνωστές φιλειρηνικές συγγραφικές φωνές της χώρας του, μαζί με τον Άμος Οζ και τον Αβραάμ Γεοσούα. Το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται βέβαια αποτελεί το γνωστό χρόνιο πολιτικό πρόβλημα που αποτελεί εδώ ένα από τα αντικείμενα των έξι δοκιμιακών και εξομολογητικών κειμένων.

Ταυτότητα με «διπλά βιβλία»

Ο Γκρόσμαν προβληματίζεται για την γεγονός ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται αντιμέτωποι σχεδόν επί έναν αιώνα με μια σκληρή διαμάχη· όταν βλέπει μια χώρα και μια κοινωνία να διχάζονται ανάμεσα στις θεμελιακές τους αξίες και στην πολιτική συγκυρία, δημιουργώντας ένα χάσμα, μια ταυτότητα με «διπλά βιβλία». Αντιλαμβάνεται την «υποκειμενική θεώρηση του κόσμου» τους, την αυτοεικόνα τους που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα. Οι λέξεις πλέον δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά την θολώνουν και την περιπλέκουν, ενώ αφήνουν μεγάλα τμήματά της ανονομάτιστα, με την ελπίδα πως θα σβήσουν. Η επίσκεψή του στο στρατόπεδο προσφύγων Ντέισε τον έφερε σ’ ένα κόσμο που ήταν ανήμπορος να περιγράψει επειδή του έλειπαν οι λέξεις. Έχοντας την επίγνωση πως δεν σκοτώνουμε μονάχα τους Παλαιστίνιους σ’ αυτή την αντιπαράθεση, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο συναινούμε όχι μονάχα στο έγκλημα μα και στην αυτοκτονία. [σ. 31]

Η γλώσσα της διένεξης

Ακριβώς λοιπόν μια τέτοια ζωή μες στο βίαιο, ακραίο πλαίσιο μιας πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διαμάχης, ο συγγραφέας αισθάνεται εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, ανοίγοντας ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στο χαοτικό του περιβάλλον· «ένα κενό που έρχεται γρήγορα να το γεμίσει η απάθεια, ο κυνισμός και η απελπισία». Η «επιφάνεια» της ψυχής συρρικνώνεται, η ικανότητά μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου εξασθενεί. Στο τέλος περιβάλλουμε τον εαυτό μας με αλλεπάλληλα προστατευτικά στρώματα που καταλήγουν να μας πνίξουν.

Και η γλώσσα; Όταν χρησιμοποιείται από τους πολίτες της διένεξης γίνεται όλο και πιο επιφανειακή· μετατρέπεται σταδιακά σε μια σειρά από δοσμένα σχήματα και συνθήματα, αρχίζοντας απ’ αυτά που εφευρίσκουν οι διάφοροι άμεσα εμπλεκόμενοι μηχανισμοί: ο στρατός, η αστυνομία, τα υπουργεία. Ο λόγος τους αναπαράγεται από τα μέσα και γίνεται ακόμα πιο πονηρός και παραπλανητικός. Κι όσο η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη, τόσο η γλώσσα γίνεται πιο κοινότοπη και ο δημόσιος λόγος φτωχαίνει, περιοριζόμενος στις αιώνιες αλληλοκατηγορίες, στα γνωστά κλισέ, στις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις.

Ελευθερία μέσα στην αυθαιρεσία

Η θέση μου ως προς το «αμετάβλητο» άλλαξε κατά τι: δεν αντιμετωπίζω πια την αυθαιρεσία και της προκαταλήψεις που με κρατούσαν δέσμιο άλλοτε, πριν από τη γραφή. Διέκρινα φωτοσκιάσεις σε ορισμένες καταστάσεις που μου φαίνονταν παγιωμένες, αιώνιες, μονολιθικές, κάτι σαν θεϊκή ή ανθρώπινη καταδίκη. Δίνοντας τους τα δικά μου ονόματα και τους δικούς μου ορισμούς, απέκτησα ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας κινήσεων, τη δυνατότητα να δράσω πάνω ή κόντρα σ’ αυτό που άλλοτε με παρέλυε από φόβο και απόγνωση. Δεν ήμουν πια θύμα. [σ. 20]

Η παραπάνω θέση αφορά «την αυθαιρεσία που εισβάλλει βίαια στη ζωή ενός ατόμου», θέμα με οποίο ασχολούνται, κατά παραδοχή του, τα περισσότερα βιβλία του. Αφιερώνοντας το πρώτο κείμενο του βιβλίου στα βιβλία που τον διάβασαν, ο συγγραφέας θυμάται πώς ένιωθε κάτω από την ακτινοβολία ενός λογοτεχνικού έργου ιδιαίτερα ερεθιστικού για το πνεύμα: την Μεταμόρφωση του Κάφκα, τον Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, του Τόμας Μαν, θυμάται τη στιγμή που άρπαξε τις Περιπέτειες του Μοτλ, του γιου του Πέισι του ψάλτη του Σαλόμ Αλεϊχέμ και σκαρφάλωσε στο αγαπημένο του μέρος, στο περβάζι του παραθύρου, για να το διαβάσει. Έξω από εκείνο το παράθυρο οι κάτοικοι ζούσαν στα ασμπεστόνιμ (προκατασκευασμένα παραπήγματα από αμίαντο), νεαρά ζευγάρια ρίχνονταν στη ζωή με άγρια αισιοδοξία, επιζήσαντες των Εκτοπισμών και της Εξόντωσης γυρνούσαν στους δρόμους σαν σκιές. Ο συγγραφέας σήμερα αντιλαμβάνεται πως οκτάχρονος αναγνώστης τότε, το 1962, ένιωθε πως εξερευνούσα μιας terra incognita που ήταν συνάμα Γη της Επαγγελίας και σφραγιζόταν καταλυτικά από το υπόρρητο του κειμένου. Ακόμα και η δυσνόητη γλώσσα με το μυστήριο και τον εξωτισμό των λέξεων τον έκανε να την θεωρεί ως «κορμό με την δική του οντότητα».

Ανάγνωση, μια διπλή πρακτορεία

Κι έτσι ο νεαρός αναγνώστης χρηματίζει διπλός πράκτορας, πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Κάποια εβραϊκή, διασπορική χορδή δονείται μέσα του, μαθητεύει στην ανθρώπινη συμπόνια, αντιλαμβάνεται πως οι έξι εκατομμύρια δολοφονημένοι είναι οι άνθρωποί του κι επιφορτίζεται με την ανεπιθύμητη ευθύνη να τους θυμάται. Κάθε παιδί έχει την πρώτη του εμπειρία του θανάτου. Οι δικοί μου πρώτοι νεκροί ήταν οι ήρωες από τα διηγήματα του Σαλομ Αλεϊχέμ – που δεν μπορούσα πια να τα διαβάσω αλλά ούτε και να μην τα διαβάσω. … Η ανάγνωση ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τον αβάσταχτο πόνο. Κάθε φορά, το κείμενο με γύριζε στο τεράστιο μέγεθος της απώλειας, που, ταυτόχρονα, γινόταν λιγότερο δυσβάσταχτη. Σήμερα ξέρω ότι στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα ότι τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος σον κόσμο όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους. [σ. 18]

Ο Σουλτς και η εσωτερική γραμματική

Η περίπτωση του σπάνιου πολωνοεβραίου συγγραφέα Μπρούντο Σουλτς αποτέλεσε πολύτιμη πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για τον Γκρόσμαν που έγραψε βιβλίο ειδικά γι’ αυτόν. Ο Σουλτς είχε μετατρέψει την μικρή, κοινότοπη ζωή του σε θαυμαστή μυθολογία και είχε συγκρίνει την ανθρώπινη γλώσσα μ’ ένα μυθικό όφι που διαμελίστηκε σε μύρια κομμάτια, τις λέξεις, οι οποίες δεν είναι πια παρά απλά εργαλεία επικοινωνίας, παρόλο που εξακολουθούν «να αναζητούν η μια την άλλη μες στο σκοτάδι». Όταν έμαθε την τραγική ιστορία του ο συγγραφέας έμεινε ξεκρέμαστος, ανάμεσα στην πάλλουσα ζωή που εκείνος περιέγραφε και στην ιδέα να ζει κανείς σ’ έναν κόσμο όπου η γλώσσα επέτρεπε τις τερατώδεις φράσεις που έγραψαν για το τέλος του.

Το βιβλίο της εσωτερικής γραμματικής αφορά την κλειστοφοβία, τον εγκλωβισμό μέσα στις λέξεις των άλλων, εμπνεόμενο κι αυτό από την έκφραση το Σουλτς για την ασφυξία μες «στα τείχη της πλήξης που μας περιβάλλουν». Ο ήρωάς του Ααρών επιθυμώντας να διαφύγει από την σωματική γραφειοκρατία που του επιβάλλουν, διαισθάνεται πως ο μόνος δρόμος να εκφράσει την ελευθερία του και τη σεξουαλικότητά του είναι η γλώσσα, όχι όμως χρησιμοποιώντας τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούν οι άλλοι, με αδιαφορία, χωρίς διάκριση ή ακρίβεια. Κατασκευάζει ένα νοσοκομείο για άρρωστες λέξεις, όπως τις θεραπεύει και τις αποτοξινώνει από την καθημερινότητα, σε μια περίπλοκη διαδικασία καθαρμού.

Η ευεργεσία της γραφής

Ο Γκρόσμαν έχασε τον γιό του στην διάρκεια του δεύτερου Ισραηλινολιβανικού πολέμου και η συνείδηση της τραγωδίας του θανάτου του υπήρξε πανταχού παρούσα κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Και μόνο το γεγονός της γραφής όμως του εξασφάλιζε κάποιον χώρο, έναν άγνωστο έως τότε πνευματικό τόπο, όπου ο θάνατος δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η μονοδιάστατη άρνηση της ζωής. Ανακαλώντας την αναμφισβήτητη αλήθεια της Ναταλία Γκίνζμπουρκ, που με αφορμή το έργο της μετά από μια μεγάλη προσωπική τραγωδία έγραψε πως οι πραγματικές περιστάσεις επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που γράφουμε αλλά ταυτόχρονα η γραφή, ως δια μαγείας, μας κάνει να ξεχνάμε τις ιδιάζουσες περιστάσεις του βίου, ο συγγραφέας είναι βέβαιος: «όταν γράφουμε νιώθουμε τον κόσμο να κινείται, μεστός από δυνατότητες», «δεν κλείνει γύρω μας, δεν στενεύει, απεναντίας· ανοίγει προς το μέλλον».

Οι σωστές και ακριβείς λέξεις λειτουργούν σαν αντίδοτο, σαν ένα μέσο καθαρισμού από τις ρυπαρότητες των βιαστών της γλώσσας. Και με την ίδια τη γραφή ξαναγίνεται αυτό που ήταν κάποτε, ο εαυτός του προτού τον «εθνικοποιήσουν» και τον επιτάξουν η διαμάχη, οι κυβερνήσεις, η τραγωδία. Ξαφνικά δεν είναι καταδικασμένος στην ασφυκτική διχοτομία, στο σκληρό δίλημμα του να είσαι ή το θύμα ή ο θύτης· μπορεί να ταυτιστεί με τα βάσανα και τα δίκαια του εχθρού, χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.

Όταν γράφω ονοματίζω με τον τρόπο μου έναν κόσμο αφιλόξενο και ανοίκειο. Τον δαμάζω, κατά κάποιο τρόπο. Επιστρέφω από την εξορία και την ξενότητα στην εστία μου. Επιφέρω, έτσι, μιαν αλλαγή, έστω και αμυδρή, σ’ αυτό που μέχρι τώρα μου φαινόταν αμετάβλητο. […]. Γράφω ακόμα και για το ανεπανόρθωτο. Γι’ αυτό που δεν έχει παρηγοριά. Κι ακόμα και τότε, ανεξήγητα, οι συνθήκες του βίου μου δεν με πνίγουν σε σημείο να παραλύω. […] Όταν γράφουμε ο κόσμος δεν μας περιορίζει [σ. 118, 119, 120].

Οι τίτλοι των υπόλοιπων κειμένων: Σκέψεις γύρω από την ειρήνη ή Η επιθυμία να γνωρίσεις τον Άλλον εκ των ένδον, Μες στο πετσί της Γκιζέλα, Στη μνήμη του Ιτσζάκ Ράμπιν, Ατομική γλώσσα και μαζική γλώσσα. Η προέλευση των κειμένων είναι από άλλες εκδόσεις (Συγγραφείς και ποιητές: οι πηγές της έμπνευσης), συνέδρια (40ό συνέδριο γαλλόφωνων εβραίων διανοούμενων με θέμα Penser et bâtir la paix au Proche Orient), διαλέξεις (στο Εθνικό Συνέδριο Βιβλιοθηκονόμων) λόγους (στην μνήμη του Ράμπιν, στην πλατεία Ράμπιν) και ανακοινώσεις (στο Arthur Miller Pen’s World Voices Festival και στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου).

Εκδ. Scripta, [Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], 2011, μτφ. από τα Εβραϊκά Μάγκυ Κοέν, σελ.  141, με εργογραφία του συγγραφέα  [Writing in the dark, 2008]. Στο τέλος καθενός από τα έξι κεφάλαια παρατίθενται πλούσιες σημειώσεις της μεταφράστριας.