Tom McCarthy – Άνθρωποι στο διάστημα

 

«Ο ποιητής (…) εξακολουθεί να επιθυμεί διακαώς να είναι ο δίαυλος ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον κόσμο της φαντασίας, να παραδώσει την πρώτη εμπλουτισμένη, ιριδισμένη από το φως ή το σκοτάδι της δεύτερης. (…) Η φαντασία προστατεύει τον ποιητή από το έρεβος της απελπισίας· τον στέργει σε στιγμές που η αίσθηση της απώλειας ή της προδοσίας, σε όλα τα επίπεδα, του γίνεται αφόρητη» έγραφε ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στα Δεκαπέντε χρόνια από την πτώση του τείχους (Απ’ αφορμή) (στο συλλογικό τόμο Μετά το ’89. Στους δρόμους της ιστορίας και της λογοτεχνίας, επιμ. Κώστας Βούλγαρης, εκδ. Γαβριηλίδης, σ. 106-107). Μπορεί το εν λόγω κείμενο να εστιάζει στην ποιητική λειτουργία, αφορά όμως την λογοτεχνική δημιουργία εν γένει, πόσο μάλλον όταν αναφέρεται σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, «κλεπταποδόχος» των οποίων καθίσταται ο λογοτέχνης (ό.π.).

Μια τέτοια ακριβώς μεταιχμιακή ιστορική συγκυρία επιχειρεί ο Μακάρθυ (γενν. 1969) να αποδώσει, εμπλουτισμένη με φαντασιακά και άλλα, όπως θα δούμε, στοιχεία. Οι χαρακτήρες του διασκορπίζονται στη ρευστή και συνεχώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της «μετά την Βελούδινη Επανάσταση του 1989» Πράγας, στην παραμονή της διάσπασης του κράτους της Τσεχοσλοβακίας. Πρόκειται, αφενός, για μετανάστες των γύρω χωρών, κυρίως Βούλγαρους, που, ματαιωμένοι πια καριερίστες, έχουν ενταχθεί στην παράνομη πλευρά του πολυφυλετικού ιστού της πόλης, σε μια βαθμιδωτή επιχείρηση υπαίθριας πώλησης αναψυκτικών και, αφετέρου, για τον περίλαμπρο περίγυρο των νέων καλλιτεχνών, γκαλεριστών και άλλων φορέων μιας «δυτικόστροφης» πλέον τέχνης. Ο κόσμος τους διασταυρώνεται γύρω από μια βυζαντινή εικόνα που διαφοροποιείται από κάθε ανάλογο έργο μνημειακής ζωγραφικής: ο άγιος είναι άγνωστος, το φωτοστέφανό του ελλειπτικό, η επιγραφή κρυπτογραφημένη, η τεχνοτροπία πρωτόφαντη. Η συμμορία αναθέτει σε καλλιτέχνη την αντιγραφή του έργου, ώστε να το εμπορευτεί απερίσπαστα, αλλά εκείνος κατασκευάζει δύο αντίγραφα, προκαλώντας τριπλή πολιτιστική και κοινωνική ρηγμάτωση.

Ο συγγραφέας ακροβατεί πάνω στις φόρμες της «αστυνομικής» και κατασκοπευτικής περιπέτειας και στην παρουσίαση του σύγχρονου καλλιτεχνικού γίγνεσθαι, προσθέτοντας στοιχεία ιδιότυπου αστικού μυθιστορήματος, τόσο με τις λεπτομερείς περιγραφές των αρτηριών της Πράγας και του Άμστερνταμ –όπου άλλωστε έζησε και δη την συγκεκριμένη περίοδο – όσο και τις εικόνες μιας διαρκώς ανασκαπτόμενης πόλης που επιθυμεί να ανασκευάσει την ιστορία της – εύρημα που χρησιμοποίησε ευφυώς και ο Κάρλος Φουέντες στη νουβέλα Άνθρωποι της λογικής (στη συλλογή Κονστάνσια και άλλες ιστορίες για παρθένους).

Καθώς από ένα σημείο κι έπειτα τα πρόσωπα πολλαπλασιάζονται και οι αρμοί της πλοκής χαλαρώνουν, ο Μακάρθυ μοιάζει να διατρέχει ξώφαλτσα τα μυθοπλαστικά του ευρήματα: Είναι όμως έτσι; Ή μήπως με τον τρόπο αυτό επιθυμεί να εκφράσει την πολυδιάσπαση κάθε υπαρκτής συνοχής; Η καθολική πολυπολιτισμικότητα των σύγχρονων πόλεων (αιχμηρός ο διπολισμός των μεταναστών σε «ανατολικούς» κακοποιούς και «δυτικούς» καλλιτέχνες), η συνδρομή αμερικανών διαφημιστών στη δημιουργία της εικόνας του «νέου» κράτους αλλά και του θεάματος εν γένει στις κακόγουστες εορταστικές εκδηλώσεις της «μετάβασης», η γενιά που περιμένοντας σχεδόν «δικαιωματικά» να πάρει τη σειρά της στους νέους πολιτικούς θώκους του κύκλου του Χάβελ βυθίζεται στον κόσμο των ναρκωτικών, ο αφανισμός της πολιτισμικής κληρονομιάς του πρώην ανατολικού και βαλκανικού κόσμου, όλα μοιάζουν ακριβώς συμπτώματα ενός ολικού κατακερματισμού.

Ο συγγραφέας φαίνεται να προτείνει πως μόνο μια εικαστική δημιουργία μπορεί να αποδώσει έναν τέτοιο κόσμο, εξ ου και η αναπαραστατική μορφή αλλά και οι κρυμμένες λεπτομέρειες που προσδίδει στο κείμενό του. Άλλωστε ο ίδιος είναι εικαστικός καλλιτέχνης, ιδρυτής και γραμματέας της International Necronautical Society, μιας «πρωτοποριακής» καλλιτεχνι­κής ομάδας που συνδυάζει πλείστες μορφές λόγου και τέχνης. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο εικονιστικής πραγματικότητας, το αντίγραφο δεν έχει καμία διαφορά από το πρωτότυπο, εφόσον μεταφέρει το ίδιο μήνυμα κι έχει πανομοιότυπη λειτουργία. Πιθανώς σύντομα θα η αντίληψη της πραγματικότητας θα είναι η ίδια είτε χρησιμοποιούμε τα μάτια μας είτε διαβάζουμε την βασισμένη σε ακουστικές συσκευές παρακολούθησης έκθεση ενός μυστικού αστυνομικού (που παρεμβαίνει εδώ ως αφηγηματική φωνή).

Εν τέλει ο κάθε άνθρωπος μετεωρίζεται πλέον σε ένα αχανές διάστημα, όπως αργά η γρήγορα οι περισσότεροι χαρακτήρες, όπως οι άνθρωποι και τα κτίσματα στο φόντο της αγιογραφίας. Αιωρείται στους μη τόπους της ατομικότητάς του, στο κενό πεδίο της ύπαρξής του ή ως μεταφορά μιας υπερβατικότητας που φαντάζει ανέφικτη στους σύγχρονους όρους της ζωής μας. Ή όπως ο κοσμοναύτης που εγκαταλείφθηκε στο διάστημα μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η παρουσία του οποίου στον ουρανό προκαλεί στους ήρωες σκέψεις, ειρωνικά βλέμματα ή ανέκδοτα, γιατί δεν γνωρίζουν πως καθρεφτίζει τη δική τους αιώρηση στο Τίποτα.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πάπυρος, 2008, μτφ. Όλγα Γεράκη, σ. 352 (Tom McCarthy, Men in space, 2007).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 550, 30.4.2009, υπό τον τίτλο Θραύσματα του κόσμου «μετά το ’89». (και εδώ)

Λεονάρδο Παδούρα – Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη

Τα πάντα είναι ένα καθαρό θέατρο, τραγουδούσε η La Lupe στο υπέροχο ομώνυμο τραγούδι (γνωστό από την Αλμοδοβαρική του επανεμφάνιση), εκφράζοντας περιπαθώς την ουσία των μπολερό. Στο ψευδεπίγραφο αλλά σαγηνευτικότατο αυτό μέλος της κουβανέζικης μουσικής φαντασμαγορίας καταδύεται ο Μάρκο Κόντε, ανιχνευτής μυστηρίων ήδη γνώριμός μας από πέντε μυθιστορήματα του Λεονάρντο Παδούρα (Αβάνα, 1955): την τετραλογία Οι τέσσερις εποχές και το Αντιός Χέμινγουεϊ. Ένα παράλληλο Puro Teatro, όμως, φαίνεται να αποτελεί πλέον ολόκληρη η πολυπαθής και πολυύμνητη Κούβα, η σκληρή κοινωνική πραγματικότητας της οποίας συχνότατα εγγράφεται συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα μέσω της παρακαμπτήριας αστυνομικής μυθοπλαστικής οδού.

Στην εξαθλιωμένη λοιπόν Αβάνα της ελεύθερης πτώσης των εκδόσεων και της θλιβερής παρακμής των βιβλιοπωλείων, της εκποίησης των σπιτικών βιβλιοθηκών λόγω πείνας και της κατάληξης των ευγενικών συντρόφων στο ταξίδι της ζωής στο σφαγείο της αγοράς, ο Κόντε, αποστρατευμένος πια απ’ τους ρυπαρούς αστυνομικούς φακέλους, προσπαθεί ως έμπορος βιβλίων να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιβίωσή του και στη διάσωση τίτλων – αριστουργημάτων της κρεολικής βιβλιογραφίας των δυο προηγούμενων αιώνων. Στο ενδιάμεσο φροντίζει να σπαταλά το μερίδιό του σε μυθικά γεύματα παρέα με τους ενδεείς φίλους του στα εξαθλιωμένα τους σπιτικά ή στα κρυμμένα ιδιωτικά παλαζάρ, με υλικά πενιχρά μα εμπνευσμένα από σπάνια, «σχεδόν τρομοκρατικά» βιβλία συνταγών, εξαφανισμένων τελεσίδικα από τον συλλογικό γαστρονομικό χάρτη της χώρας – οι σχετικές σελίδες δεν μπορούν παρά συγκινητικά να μας θυμίζουν την κατά Μυρζέ Ζωή των Μποέμ.

Ίσως είναι, λοιπόν, φυσικό το λιανισμένο σώμα και η συντετριμμένη ψυχή του να αναζητά ένα μονοπάτι θαυμάτων μέσα στις περίκλειστες βιβλιοθήκες ή, απλώς, «το αδιανόητο», όσο αναμενόμενο είναι να το βρει τελικά στο πρόσωπο μιας γυναίκας που εντοπίζει τυχαία σ’ ένα καταχωνιασμένο απόκομμα. Η αναζήτηση της Βιολέτας ντελ Ρίο, αφανούς καλλιτέχνιδος των μπολερό και σχεδόν ψυχορραγούσας ερμηνεύτριας της ερωτικής ποίησης των τροπικών, με έναν και μοναδικό δίσκο μα και ορισμένα αδιόρατα ίχνη στην προσωπική του οικογενειακή ιστορία, γίνεται για τον Κόντε πορεία αναπότρεπτος. Πώς και πού να εντοπίσεις όμως την αχνή φιγούρα μιας εποχής όπου μπορούσες σχεδόν να κόψεις την κατακλυσμιαία μουσική της ατμόσφαιρας με μαχαίρι; Στην διεφθαρμένη αρένα των πορνείων, των καζίνο και των κέντρων διασκέδασης της προεπαναστατικής Κούβας ή στα συνωστισμένα εσωτερικά δωμάτια και τις δυσώδεις εσωτερικές αυλές των εξαθλιωμένων γηγενών και μεταναστών της μετά – Κάστρο εποχής; Και πώς να πλοηγηθεί κανείς στη ζούγκλα της κρεολικής ζωής της τρίτης χιλιετίας, όπου κλέβει μέχρι κι ο Θεός;

Ο συγγραφέας σχεδιάζει τον «αστυνομικό» του μύθο πάνω στον καμβά της σύγχρονης Κούβας, όπου η σκέψη της έλλειψης κάθε νοητού πράγματος αποτελεί μια μόνιμη διανοητική κατάσταση και όπου τα σοκάκια των συνοικιών, οι αίθουσες υποδοχής για σαντέρος και πνευματιστές και τα εξομολογητήρια των εκκλησιών ξεχειλίζουν από υπερβολικά πολύ κόσμο χωρίς τίποτα να κάνει ή να χάσει. Ρομαντικός, ακόμα, αριστερός, ο Κόντε αισθάνεται ως ιερή αποστολή του την συντροφιά μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ στον παχύ ανάπηρο φίλο του Κοκαλιάρη Κάρλος και υποφέρει σιωπηλά στις σκληρές στιγμές του ξεπουλήματος των βιβλιοθηκών από αξιοπρεπείς λιμοκτονούντες.

Περισσότερο κι από την αργή και βασανιστική ερμήνευση του ανεξήγητου ορμονικού φλογίσματος που του προκαλεί εκείνη η θελκτική μορφή, ο Κόντε αναζητά τις δικές του αλήθειες – άλλωστε στην ερώτηση «τι ψάχνει πια να βρει» στο χαμένο παρελθόν απαντά «εκείνο που δεν έχω μάθει ακόμα». Ίσως φωνές σαν της ντελ Ρίο απαιτούν απόσταση και ταυτόχρονα διεκδικούν το ελάχιστο αίτημα να μη χαθούν αμετάκλητα στη λήθη· ίσως πάλι αισθάνεται πως πρέπει να φύγει μακριά και ν’ αφήσει τους νεκρούς, τους τσακισμένους και τους ηττημένους να μείνουν κρυμμένοι στο παρελθόν το χαμένο στην ομίχλη, εκεί όπου έπρεπε ν’ αναπαυθούν εν ειρήνη.

Όμως ακόμα και στην σάπια κινούμενη λάσπη του κόσμου του, μπροστά στο υπόγειο λαθρεμπόριο των κρεολικών βιβλίων και την αφαίμαξη ακόμα και δημόσιων βιβλιοθηκών που ροκανίζουν σήμερα την πολιτιστική κληρονομιά της Κούβας, ικανοποιώντας τους ανά τον κόσμο συλλέκτες, ο Κόντε ήδη γνωρίζει το τρυφερό του χρέος. Αφήνει στην άκρη τη νομιμότητα και τελικά διαπράττει το αδιανόητο: η κλοπή των βιβλίων γίνεται, πλέον, ιερή και η διαμοίρασή τους στους κατάλληλους ανθρώπους μπορεί να εμπνεύσει ακόμα και τον έρωτα!

Συντεταγμένες: Eκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σ. 364 (Leonardo Padura Fuentes, La neblina del ayer, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 550, 30.4.2009, υπό τον τίτλο Θραύσματα του κόσμου «μετά το ’89» (και εδώ).