Ορχάν Παμούκ – Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις.

 

Δεν μπορώ να σκεφτώ ιδανικότερο βιβλίο για να σε ταξιδέψει στην πίσω πλευρά μιας πόλης, αποτελώντας ταυτόχρονα και υπόδειγμα «τοπογραφικής» (όχι ταξιδιωτικής!) λογοτεχνίας. Όταν δε μιλάμε για την αποκαλούμενη «Πύλη της (χαμένης, να προσθέσω) Ευτυχίας» Κωνσταντινούπολη/Ιστανμπούλ, δεν υπάρχει ιδανικότερος αφηγητής των μυστικών της από τον Ορχάν Παμούκ (γενν. 1952). Ακριβώς επειδή ο μοντερνιστής Τούρκος λογοτέχνης και προπέρσινος Νομπελίστας γράφει για την δική του Πόλη, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού ή τουριστικών περιγραφών. Αντίθετα, ξεκινώντας από τον μικρόκοσμο των διαμερισμάτων, των πολυκατοικιών και των συνοικιών όπου έζησε, εξακτινώνεται ως τα βάθη αυτής της μήτρας που τον εξέθρεψε ως άνθρωπο και συγγραφέα όχι μεν αποκλειστικά, αλλά καθοριστικά.

Ο Παμούκ δεν ενοχλήθηκε από τις εικόνες της απώλειας, της ήττας και της παρακμής της Ιστανμπούλ, αλλά τις θεώρησε μέρος του σώματός της. Αυτές ακριβώς οι σελίδες (δεν είναι τυχαίος ο τίτλος «η μελαγχολία των χαλασμάτων» σε ένα από τα καλύτερα κεφάλαια εδώ) αποτελούν τον πυρήνα της προσωπικής – βιωματικής διήγησης ενός σπλάχνου της που μελαγχολούσε μεν μπροστά στους απόμερους μαχαλάδες με τα βρόμικα σοκάκια, τα ετοιμόρροπα μαυρισμένα ξύλινα κονάκια, τους τεκέδες που έμειναν άδειοι επειδή απαγορεύτηκε η λειτουργία τους, τις κρήνες που ξεράθηκαν και τα χόρτα που φυτρώνουν στις ρωγμές αλλά συμφωνούσε με τον Ράσκιν πως το γραφικό, επειδή είναι τυχαίο, δε μπορεί να συντηρηθεί. Άλλωστε αυτό που κάνει ωραίο το τοπίο δεν είναι η συντήρηση της αρχιτεκτονικής του αλλά η μη συντήρησή της, η παρουσία της με τη μορφή ερειπίων. (σ. 425). Και πως μια συμπτωματική ομορφιά εμφανίζεται όταν δεν κοιτάζουμε ένα κτίριο υπό την οπτική γωνία που θα ήθελε ο δημιουργός του, δεν το βλέπουμε όπως ήταν όταν χτίστηκε στην αρχή, αλλά μ’ έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο, υπό την προοπτική με την οποία μας έχει πλουτίσει η ιστορία (σ. 412).

Η πόλη του Παμούκ λογχίζεται από τρούλους και μπουριά, διχάζεται ανάμεσα στο μοντέρνο και το οθωμανικό και διαμοιράζεται ανάμεσα στις προσωπικές του εικόνες και στις εντυπώσεις περιηγητών, λογοτεχνών, ζωγράφων και σκηνοθετών. Είναι φυσικό ο λόγος του να είναι λόγος ενός γεννήματος – θρέμματος αλλά κι ενός κριτικού πλέον περιπατητή της. Γι’ αυτό άλλωστε από τη μια πλευρά συναρπάζεται από την περιπέτεια των παρηκμασμένων συνοικιών τους (αναρωτώμενος πόσα γεγονότα, πόσα περιστατικά χρειάζονται για να δώσεις σε μία συνοικία αυτό το πρόσωπο, έπειτα από πόσες ήττες, αλώσεις, μεταναστεύσεις, μετά από ποιες συμφορές και καινούργια ξεκινήματα έγιναν αυτά τα μέρη έτσι) κι από την άλλη διαπιστώνει τους τρόπους με τους οποίους αυτές ακριβώς οι παρακμιακές εικόνες έγιναν … αιτία υπερηφάνειας και συντήρησης της παραδοσιακής της ταυτότητας.

Οι πιο ενδιαφέρουσες σελίδες όμως είναι, κατά τη γνώμη μου, εκείνες όπου ο Παμούκ θυμάται την μύησή του στον θαυμαστό κόσμο των πάντων μέσα από τις εγκυκλοπαίδειες, και ιδίως εκείνη του Ρεσάτ Εκρέμ Κοτσού. Αυτός ο αδιανόητος ερασιτέχνης ερανιστής πάσης φύσεως πληροφοριών, αναμνήσεων, παράδοξων γεγονότων, σχεδίων κλπ., δεν δίσταζε να φτιάχνει λήμματα ακόμα και για τις ερωτικές του εμμονές ή τα πρόσωπα που τον γοήτευσαν! Το ογκώδες του έργο δεν προχώρησε πέρα από μερικά γράμματα, αλλά κράτησε στη ζωή έναν άνθρωπο του οποίου η Πόλη αποτελούσε την μόνη του παρηγοριά.

Η κατά Παμούκ Ιστανμπούλ αποτελεί ταυτόχρονα ημερολόγιο, αυτοβιογραφία, χρονικό, ταξιδιωτικό αφήγημα και δοκίμιο και είναι γεμάτη μαυρόασπρες φωτογραφίες, καρτ-ποστάλ, πίνακες, οικογενειακές φωτογραφίες και όψεις ενός τόπου και μιας εποχής που κανείς οδηγός δεν θα δείξει.

Συντεταγμένες: Orhan Pamuk, Istanbul, 2003 / Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005, μτφρ. Στέλλα Βρετού, 589 σελ.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15619

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 12-14

 

τεύχος 12 (χειμώνας 2008)

Το δίχρωμο, σχεδόν τετραγωνισμένο περιοδικό – φετίχ συνεχίζει την σειρά τευχών – αφιερωμάτων σε ένα κεντρικό θέμα, ετούτη τη φορά στην ανθίζουσα και στη χώρα μας Αστυνομική Λογοτεχνία. Το είδος έχει γίνει ιδιαίτερα απαιτητικό και σύνθετο: η λύση των μυστηρίων δεν εξαντλείται όπως άλλοτε σε έξυπνους και λογικούς συλλογισμούς αλλά βασίζεται σε ποικίλους νέους παράγοντες, όπως ψυχολογικά κριτήρια, επιστημονικά δεδομένα, κοινωνικοπολιτικά στοιχεία κ.λπ.

 Ποιες είναι λοιπόν οι τάσεις του, ποια ονόματα πρέπει να προσέξουμε; Πώς είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Τουρκία και την Κίνα, πώς διαμορφώνεται στην Αμερική; Τι σχέσεις συνάπτει με την εγκληματολογία; Πως αντιμετωπίζει ή θα αντιμετώπιζε σχετικά ζητήματα o Stephen King; O Π. Μάρκαρης, από τους ικανότερους του γηγενούς είδους αναρωτιέται αν υπάρχει αστυνομικό μυθιστόρημα στην Μεσόγειο, ενώ ένας άλλος άξιος εκπρόσωπος, ο Π. Μαρτινίδης προτιμά να μας μπερδέψει μέσω διηγήματος, όπως και οι Ian Rankin, Esmahan Aykol, Φίλιππος Φιλίππου, Χρύσα Σπυροπούλου (που επιμελείται το τεύχος) κ.ά.

Πέντε κριτικοί ή/και αναγνώστες βασανίζονται και μαρτυρούν τα αγαπημένα τους αστυνομικά, ενώ άλλοι τέσσερις συγγραφείς του είδους (Αγαπητός, Κακούρη, Πολιτοπούλου, Carlotto) μας βάζουν από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας στο εργαστήρι τους. Ακόμα και οι βιβλιοκριτικές είναι αποκλειστικά νουάρ. Με έξι λέξεις, πλήρες σκονάκι για γνώστες και αδαείς.

τεύχος 13 (άνοιξη 2008)

Το ανοιξιάτικο τεύχος είναι καταΠράσινο, κοινώς αφιερωμένο στο περιβάλλον και περιλαμβάνει μια σειρά άρθρα, δοκίμια, αναφορές και γενικότερα γραπτά εξαιρετικού ενδιαφέροντος και εξωφρενικών στοιχείων. Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να λείπει, με διηγήματα, ποίηση, τοπογραφήματα (Αμερική, Γροιλανδία, Πράσινοι, Ιάβα, Ωκεανοί, Επιχειρήσεις, Αρκτική, Βομβάη) αλλά και δοκίμια, σε ένα από τα οποία (Η λογοτεχνία του αφανισμού), με έμφαση σε δύο έργα του Β.Σ. Νάιπολ και Β.Τζ. Σέμπαλντ, διατυπώνεται η αισιόδοξη άποψη πως οι μυθιστοριογράφοι αποτελούν την καλύτερη ελπίδα της επιστήμης για να ακουστεί το μήνυμα της κλιματικής αλλαγής. Πολύ ζουμί υπάρχει και στις συνομιλίες, τόσο στην ειδική περί του θέματος συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, όσο και στις απαντήσεις 25 Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών στην ερώτηση «τι τους έρχεται στο νου όταν ακούν τη λέξη περιβάλλον».

Απολαυστικό κείμενο: Το εκτεταμένο διήγημα του Μιχάλη Μοδινού Στις βορειοδυτικές επαρχίες. Μέσα από τις σκέψεις ενός μέλους μιας αποστολής διεθνούς οργανισμού που εγκρίνει αναπτυξιακά δάνεια και χρηματοδοτεί έργα σε αναπτυσσόμενες χώρες (που είναι αδιάφορο αν εφαρμοστούν, αρκεί να απορροφηθούν τα κονδύλια) παρουσιάζεται με συγκλονιστικό τρόπο η σημερινή πραγματικότητα. Σε αυτή τη μεικτή πολυεθνική ομάδα «ο καθένας έχει το ρόλο του, άλλος επειδή είναι φθηνός και μελαχρινός, άλλος επειδή έχει τα χοντρά λεφτά, άλλος για να θυμίζει την υπανάπτυξη, και μια γυναίκα για να παράσχει το ευαίσθητο, θερμό μέρος του προγράμματος». Με τα χρόνια έχω γίνει ειδικός της λησμονιάς. Δε μπορώ να μπλέκω το συναισθηματικό στοιχείο με τη δουλειά μου. Οι υποκειμενισμοί δεν έχουν θέση στο παιχνίδι της ανάπτυξης. Ξεχνάω ό,τι ήξερα λίγες μέρες πριν. Ακόμη κι αν ήθελα να θυμάμαι μέρη, πρόσωπα, γεύσεις και μυρουδιές, το μυαλό μου διαμαρτύρεται, συγχύζεται και τα παρατάει…Είμαι ένας ναυτικός της ανάπτυξης…Σε κάθε ταξίδι χιλιάδες ερεθίσματα ενεργοποιούν τον εγκέφαλό μου και στο τέλος τον κάνουν χυλό…

τεύχος 14 (καλοκαίρι 2008)

Μακροβούτι στη λογοτεχνία ο υπότιτλος, όνομα και πράγμα. Οκτώ και μία εκδότες λογοτεχνικών περιοδικών από Αθήνα, Κέρκυρα, Λαμία, Άσπρα Σπίτια και Ηλεία γράφουν με είδος που επιλέγουν, και αμέτρητοι άλλοι λογοτέχνες συγγράφουν, περιγράφουν, καταγράφουν. Εδώ λάμπουν διηγήματα από δεξιοτέχνες (από Ναμπόκοφ και Ρόντι Ντόιλ μέχρι Μισέλ Φάις και Κώστα Καβανόζη – ανυπομονούμε για την «συνέχεια» του Χοιρινού με λάχανο), μια Προφορική Ιστορία περί Μπιτ, η πάντοτε κοφτερή Ελφρίντε Γέλινεκ που απαντάει ερωτώμενη, το Μπούενος Άιρες του Μπόρχες, το Πεκίνο των Μυρίων, και πολλά λοιπά. Κάπου στις χορταστικές πίσω σελίδες, επιτέλους ένα κείμενο του Σάκη Παπαδημητρίου για την μουσική του γνωστού μας Michel Redolfi – «ηλεκτρονικά κολάζ και μουσική των υδάτων».

Απολαυστικό κείμενο: Η «προσωπική μαρτυρία» του Γιώργου Χρονά για την πρώτη έκδοση των ποιημάτων του (Τα Αρχαία Βρέφη, 1980), που ο ίδιος ονομάζει προσωπικό κενοτάφιο τριάντα ενός χρόνων: Όπως πτωχεύσας έμπορος τις καρτέλες πελατών του – ακόμα και των επισφαλών πελατών του – τα βάζω στη σειρά και στη θέση περίπου την οριστική. Όπως βρέφη νόθα, που δηλαδή δυνατά και τυχαία συνελήφθησαν… Σας πληροφορώ από την αρχή, πως οι τύποι μου στο βιβλίο αυτό ανήκουν στη Β΄ Εκλογική Περιφέρεια και σε μια μυθολογία τυχαία μα φανερά γενναία, με μείγμα αίματος στις φλέβες, με τον πανσεξουαλισμο τους, χωρίς ανησυχίες πνεύματος και το θάνατο που τους σκοτώνει πάντοτε, κάθε μέρα. Ποζάρουν σε δρόμους και σινεμά, σε μηχανουργεία και ξενοδοχεία Δ΄ τάξεως, σε διαδρόμους και λεωφορεία βοηθώντας με να περάσω βιαστικά, ποιητικά ανορθόδοξα δηλαδή, πράγματα από αυτή τους την περιπλάνηση και καταστροφή…

ΥΓ. Για τους φίλους που με ρωτούν πώς βρίσκει κανείς κάποιο τεύχος περιοδικού προηγούμενου μήνα, ένας σίγουρος τρόπος είναι τα ίδια τα γραφεία του περιοδικού. Ακόμα κι αν το τεύχος εξαντλήθηκε (όπως π.χ. συνέβη με το «νουάρ» τεύχος), πάντα υπάρχουν κάποιες επιστροφές.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15675