Νίκος Δ. Πλατής – Presto o tardi. Το λεξικάκι που …παίζει με τον θάνατο

Η Λεξικοτεχνία του Αναπότρεπτου

Πίσω ολοταχώς

Την επόμενη ζωή μου θέλω να τη ζήσω ανάποδα. Ξεκινάς από νεκρός – Έτσι το γλιτώνεις αυτό. Μετά ξυπνάς σε ένα γηροκομείο και αισθάνεσαι κάθε μέρα και καλύτερα. Σε πετάνε έξω γιατί δεν είσαι πλέον γέρος. Πηγαίνεις και εισπράττεις την σύνταξή σου και μετά όταν αρχίσεις να δουλεύεις σου δίνουν δώρο ένα χρυσό ρολόι και κάνουν πάρτι για σένα την πρώτη μέρα στη δουλειά. Δουλεύεις τα επόμενα 40 χρόνια μέχρι να γίνεις νέος και να χαρείς τη ζωή. …Μετά είσαι έτοιμος για το γυμνάσιο, πας στο δημοτικό, γίνεσαι παιδί, παίζεις. Δεν έχεις ευθύνες, γίνεσαι βρέφος μέχρι τη στιγμή που γεννιέσαι. Μετά περνάς εννιά μήνες κολυμπώντας σ’ ένα πολυτελές σπα με όλα τα κομφόρ, κεντρική θέρμανση και πλήρη εξυπηρέτηση, μεγαλύτερο χώρος κάθε μέρα και – Νάτο! Τελειώνεις σαν ένας οργασμός…

έγραφε ο Γούντι Άλλεν σε μια παλιά έκδοση, πάνω σε μια υπόθεση ζωής που λογοτέχνησαν πολλοί, όπως ο Τζον Μπάνβιλ και ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ (Μπέντζαμιν Μπάτον) και βρισκόμαστε μόλις στο γράμμα άλφα, στο λήμμα αντίστροφη γέννηση, σ’ ένα ακόμα θεματικό λεξικό του ακούραστου λεξικογράφου των ωραίων και των ουσιωδών. Προφανώς βρισκόμαστε σ’ ένα παρθένο λογοτεχνικό είδος, που δεν εξαντλεί απλώς πλήρως τους όρους ενός λεξικού αλλά και αγκαλιάζει επιστημονικά πεδία και κατηγορίες, και πάνω απ’ όλα λογοτεχνεί τα λήμματα και λημματοποιεί τις ιστορίες, σε μια απολαυστική μυθοπλασματική και φωτογραφική λευκωματοειδή κατασκευή που σε εισάγει αφενός σ’ έναν ολόκληρο κόσμο, δημιουργώντας την αίσθηση πως κλεφτοκοίταξες – όσο κρατάει ο χρόνος ανάγνωστης ενός λήμματος! – εκατοντάδες πλευρές του, αφετέρου σε περιμένει για να διαβαστεί παραπάνω από μια, δύο, τρεις φορές. Αυτά ήταν πάντα τα χαρακτηριστικά των λεξικών του Πλατή (Μπαχαρικό, Μαύρο, Αθωνικό, Σεξουαλικό, Γατολογικό), μαζί με ένα ανελέητο χιούμορ, αυτά χαρακτηρίζουν και το παρόν, που στριμώχνει το θάνατο στην γωνία των λημμάτων, ξορκίζοντας την κατάρα του, φωτίζοντας γαλήνια, γλυκά, πικρά, γλυκόπικρα, φιλοσοφημένα, ξεκαρδιστικά και πάντα τρυφερά (ενίοτε στο ίδιο λήμμα!) τις αναθεματισμένες του όψεις.

Fiction/Non-Fiction

Είχα μαζί μου ογδόντα δύο χιλιάδες λιρέτες, και δε έπρεπε πλέον να τις δώσω σε κανένα! Ήμουν νεκρός, ήμουν νεκρός: δεν είχα πλέον χρέη, δεν είχα πλέον σύζυγο, δεν είχα πλέον πεθερά: κανέναν! Ελεύθερος! Ελεύθερος! Τι παραπάνω ζητούσα; ευτυχούσε ο μακαρίτης Ματίας Πασκάλ, προσποιούμενος στον νεκρό στο αξέχαστο πιραντελλικό δημιούργημα του 1904. Φυσικά η λογοτεχνία υπήρξε η κατεξοχήν χώρα ερεύνησης και καταγραφής του αναπότρεπτου, από τον Θάνατο του Ιβάν Ιλιτς, την έξοχη τολστοϊκή πραγματεία γύρω από τη σημασία της ζωής και τον θάνατο, μέχρι τους Νεκρούς ενός 22χρονου Τζέημς Τζόις και την ιστορία μιας γιορτής που της μέλλεται να γίνει κι αυτή μια σκιά στο αχανές υπόγειο του χρόνου κι από το περίφημο Νεκρονομικόν του Αμπντούλ Αλχαζρέντ (ή μήπως του ίδιου του Λάβκραφτ;) ως τις πνευματιστικές σκηνές του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ. Δεν μπορούν να λείπουν και αξέχαστοι χαρακτήρες, όπως οι κάτοικοι της Μικρής μας Πόλης του Θόρντον Γουάιλντερ, που ζουν στις μνήμες κάποιου μόνο (μιας και οι ίδιοι έχουν πεθάνει) ή η Αιμιλία του Μάριου Χάκκα («Περίπτωση θανάτου») που ζήτησε τριαντάφυλλα όχι στο χειρουργείο και για τον τάφο της αλλά για τον κήπο της, για να διατηρηθεί η ομορφιά του.

Με σκοτώνετε σας παρακαλώ;

Οι κατά βούληση ψευδείς νεκροί δεν έχουν τελειωμό, όπως ο Νεστραδίν Χότζας, που έβαζε την γυναίκα του να διαδίδει τον θάνατό του «ίσως συγκινηθεί κανένας και της δώσει καμιά βοήθεια» [εδώ θυμάμαι και τον Πρίγκιπα του Μήτσου Κασόλα]. Στρέφοντας το βλέμμα μας στο πανί παίζουν ήδη πλάνα της μαύρης κωμωδίας Σκοτώστε με παρακαλώ, του Olias Barco, που εμπνεύστηκε το σενάριο από την κλινική ευθανασίας Dignitas που λειτουργεί εδώ και χρόνια στην Ελβετία.

Το έργο της ιατρικής είναι η αποκατάστασης της υγείας και η καταπράυνση των πόνων όχι μόνο όταν η καταπράυνση αυτή μπορεί να οδηγήσει στη θεραπεία αλλά και όταν  μπορεί να εξασφαλίσει έναν εύκολο και γαλήνιο θάνατο έγραφε ο Φράνσις Μπέικον, που δημιούργησε τον όρο ευθανασία, ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα ζωής και θανάτου, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στο ίδιο λήμμα και η συγκινητική εξομολόγηση του Michael Cane πως ζήτησε ο ίδιος από τους γιατρούς να βοηθήσουν τον πατέρα του που έπασχε από καταληκτική νόσο να πεθάνει, ώστε να απαλλαγεί από τους αφόρητους πόνους (κάτι που συνέβη το 1955 και αποκάλυψε 35 χρόνια μετά, αφού πέθανε η μητέρα του, ώστε να μην το μάθει ποτέ).

Τι κάνει ο άνθρωπος για να….

…μείνει στην αθανασία! Αθάνατος με δόλο κατέστη βέβαια ο Ηρόστρατος με την πυρπόληση του Αρτεμισίου και αμελώς ο Μαύσωλος που απέκτησε ιδιόκτητη λέξη (μαυσωλείο) χάρη στον τάφο του. Μια ενδιαφέρουσα πάντως τοπικής εμβέλειας περίπτωση εντοπίζεται στην κασέτα με τη φωνή του Βαγγέλη, που από το μεγάφωνο του περιπλανώμενου Ντάτσουν ανθοπωλείου που οδηγούσε στα χρόνια του 70 διαλαλούσε την πραμάτειά του. Εκείνη η ατέρμονη ηχογράφηση συνέχισε να ακούγεται και μετά θάνατον, με οδηγό πλέον τον γιό του – «η εμπορική εκδοχή της αθανασίας», σχολιάζει ο αποθησαυριστής. Και πώς να αγνοηθούν όλοι όσοι οδήγησαν τον γύρο του θανάτου, το γνωστό ακροβατικό πανηγυριώτικο θέαμα που ήκμασε στα χρόνια του ’70 κι επιβιώνει ακόμα σε Θεσσαλο – μακεδονικο – θρακικά πανηγύρια. [Να ομολογήσω εδώ όμως πως κάποτε λέγαμε έτσι κι ένα γυράδικο στη Θεσσαλονίκη: κάθε φορά που το τιμούσαμε ως πελάτες αισθανόμασταν κι ένα βήμα πλησιέστερα στο αναπόφευκτο].

Εγεγραμμένα μέλη

… και είμαστε ήδη σε ενδιαφέρουσες θανατώδεις, θανατερές και θανάσιμες μορφές, όπως ο ζώνεκρος (ο νεκρός που ζει και βασιλεύει, ενίοτε κατοικοεδρεύοντας και σε στίχο του Καρούζου), ο πλέον χιουμοριστικός τυμβωρύχος Μάρτι Φέλντμαν ή αλλιώς Ίγκορ, ο Μακαρίτης του Θησαυρού του Μακαρίτη και η ομιλούσα νεκροκεφαλή στην Χωματερή του Λέανδρου (ένας υπαίθριος, άμισθος ψυχαναλυτής των απόκληρων κάποιου ημεδαπού σκουπιδότοπου) και βέβαια νεκρόφιλοι, τυμβωρύχοι και νεκροπομποί, αυτόχειρες και βρικόλακες. Η ομορφότερη εικόνα όμως αποτυπώνεται στο λήμμα για τον Λευκάδιο Χερν, τον … Ελληνοϊρλανδό εθνικό ποιητή της Ιαπωνίας, η ευγενέστατη σαμουράι ψυχή του οποίου είχε την αρμόζουσα αποδημία: τη στιγμή της ταφής δυο παιδιά απελευθέρωσαν πουλιά αλλά και όλοι οι γείτονές του τα δικά τους, συμβολίζοντας το πέταγμά της.

Τόποι άτοποι

Ο καθένας εξ άλλου θα μπορούσε να βρεθεί σ’ ένα τέτοιο μέρος και πολύ γρήγορα καταλαβαίνεις ότι στο τέλος μένεις εδώ, γιατί η νεκρή ζώνη σου είναι απλούστατα μια ανάγκη. Νιώθεις αδύνατο σχεδόν να ζεις ακόμα, κι όμως συνεχίζεις· αδύνατο να βρεις ανθρώπους, κι όμως τους συναντάς. Αραιά και πού, βέβαια… Τους συναντάς και είσαι σίγουρος πως είναι απόλυτα μόνοι. Μένουν μόνοι κι όταν ακόμη συνδέονται ή όταν συνδεθούν κάποτε μεταξύ τους. Ναι, αυτό το τελευταίο το αισθάνεσαι τότε, δεν το διευκρινίζεις όμως ολότελα. Το μαθαίνεις αργότερα, πολύ αργότερα, όταν σκύβεις μονάχος μέσ’ στις αναμνήσεις, σα ν’ ανοίγεις κάποιον εγκαταλειμμένο τάφο γράφει ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης στη Νεκρή ζώνη, για τον μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας τόπου που ελάχιστοι περιέγραψαν τόσο …απερίγραπτα.

Ποιο είναι άραγε το πιο χαρούμενο νεκροταφείο; Ίσως εκείνο στο Μαραμούρες της Ρουμανίας, στο μικρό χωριό Σαπνίντζα, όπου οι τάφοι είναι στολισμένοι με μπλε ξυλόγλυπτους σταυρούς, διανθισμένους με ποιήματα που περιγράφουν τις ζωές και τα ποιήματα των «ενοίκων», πιθανώς από τα ελάχιστα μέρη του κόσμου όπου το γέλιο μοιάζει να νικάει τον θάνατο. Και ποιος είναι η …ατμοσφαιρικότερη διαδρομή; Προφανώς εκείνη που διέρχεται της οδού Ελένης Ζωγράφου, του θεσσαλονίκειου δρόμου των τεσσάρων νεκροταφείων, που έχει στα δεξιά της το Κοινοτικό της Ευαγγελίστριας και μετά το αρχαϊκό Ανατολικό και στ’ αριστερά των Διαμαρτυρομένων και μετά το Αρμένικο. [Και ξανά εδώ να ομολογήσω πως αυτή ακριβώς ήταν μια από τις διαδρομές που ακολουθούσα ανηφορίζοντας για την ανωπολίτικη μονοκατοικία της Οδού Αχιλλέως, ενδιαίτημα τετραετούς ενοίκησης]. Στην τοπογραφία του θανάτου σαφώς έχουν θέση τα νεκροταφεία των πλοίων (τόποι γλυκιάς θλίψης αλλά και υψηλής τοξικότητας), η Κούλουρη όπου πάει η ψυχή μας, και του κόσμου οι νεκροπόλεις.

Γραφεία [Ηλεκτρονικών] Τελετών

Ο παράδεισος των χαμένων sites έχει απέξω την ταμπέλα archive.org: εκεί η φερώνυμη «αμερικανική μη κυβερνητική υπηρεσία» αρχειοθετεί οτιδήποτε ανεβαίνει στο www και μπορεί κανείς να ανακαλύψει στο ψηφιακό του χωματερή οποιαδήποτε εξαφανισμένη ιστοσελίδα! Ένα πιο «χειροπιαστό» ψηφιακό νεκροταφείο βρίσκεται στην πόλη Γκουιγιού στην Καντώνα της Νότιας Κίνας και είναι ίσως το μεγαλύτερο του πλανήτη – ο ανεπτυγμένος άλλωστε δυτικός μας πολιτισμός φροντίζει να σπρώχνει στα κρυφά τα τοξικά του απόβλητα κάτω από το φτηνό χαλί των υπο-ανάπτυξη χωρών. Και ποια ηλεκτρονική υπηρεσία θα μας προσφέρει τον δικό μας ηλεκτρονικό θάνατο; Η Μηχανή Αυτοκτονίας Web 2.0, που εμφανίστηκε στο διαδίκτυο στα τέλη του 2009 και στον ενάμιση περίπου μήνα της πρωταρχικής της λειτουργίας προκάλεσε περισσότερους από 1.000 εικονικούς θανάτους (διακόπτοντας αμετάκλητα περισσότερες από 80.000 «φιλίες» στο facebook), διαγράφει σταδιακά τα προφίλ, μέχρι την πλήρη κατάργηση της ιντερνετικής οντότητας του αυτόχειρα.

Άρα;

Ήταν όλα άγνωστα! Μόνο το σπιτάκι του ήταν το ίδιο, άθλιο όπως πάντα, άδειο και χωρίς τζάμια, μέσα κατοικούσε ο άνεμος. Και πού ήταν η Χάνε, η γυναίκα του; Σιγά σιγά άρχισε να τον πλημμυρίζει η φρίκη. Η παλιά ταβέρνα, όπου πάντοτε μπορούσες να μάθεις τα απαραίτητα, δεν υπήρχε πουθενά. Χαμένος και μόνος, ταραγμένος, φοβισμένος και περιτριγυρισμένος από άγνωστα παιδιά, ρώτησε για τους παλιούς του φίλους. Του έδειξα το νεκροταφείο και ανασήκωσαν τους ώμους έγραφε ο Μαξ Φρις στον Στίλερ κι ίσως μια τόσο γήινη εικόνα περιμένει όλους μας.

Αλλά ελάχιστοι θα μπορούσαν, σε αντίστοιχη περίσταση, να επιδείξουν το θάρρος και το χαμόγελο του αξέχαστου Φορτίνο Σαμάνο, του Μεξικανού υπολογαχού του  Ζαπάτα, που εκτελέστηκε το 1917 από τον ομοσπονδιακό στρατό. Δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεσή του ζήτησε ένα τσιγάρο και πόζαρε ακουμπισμένος σε ένα πέτρινο τοίχο, χαμογελώντας άφοβα στο φακό του Agustin Victor-Casasola. Λες και καπνίζοντας το τελευταίο τσιγάρο μπροστά στις κάννες που τον σημαδεύουν σκέφτεται πως δεν είναι παρά…ό,τι δεν έζησε, πως θα μετεμψυχωθεί και θα γίνει η βροχή που θα ’ρθει να δροσίσει αγνώστων γυναικών το κορμί… Από εδώ δεν εμπνεύστηκε και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου τον δικό του Σαμάνο σχεδόν ένα αιώνα μετά;

Τίτλοι τέλους, ίσως και νέας αρχής

Αθάνατο νερό και Γκραν Γκινιόλ, αποβιωτήρια και επιτύμβια, επιθανάτιος ρόγχος και «ξαφνικός θάνατος», κόκκινο χιόνι και νεκρή φύση, νεκροπόλεις και επιτύμβια, ρέκβιεμ και φαγιούμ, ο θάνατος της τέχνης κατά την ακραία ντανταϊστική αντίληψη ιδίως του Μαρσέλ Ντυσάν, η δεύτερη κηδεία του (ψεύτικου αυτή τη φορά, κέρινου) Πόε, ώστε να παρευρεθούν περισσότεροι από τους δέκα της πρώτης και το απόλυτα νεκρό μέρος (: το παρελθόν), όλα έχουν ιστορίες να διηγηθούν. Κατά τα άλλα, το περίφημο «Ο δόκτωρ Λίβινγκστον, υποθέτω…!» ειπώθηκε στον …σκελετό του και το αλτσχάιμερ έχει και τα …καλά του, κάνεις κάθε μέρα ένα σωρό καινούργιες γνωριμίες [άρα ακόμα κι ο Συλβέστρος μπορεί ν’ αγαπήσει τον Τουίτι, όπως στη σχετική γελοιογραφία].

Και φυσικά οι νεκροί δεν ζουν μόνο στα βουλγαρικά θερινά ψυχοσάββατα (όπου οι τάφοι κοκκινίζουν από τα κεράσια – προσφορές στους ξαπλωμένους), στις δικές μας Αναστάσεις ή στην Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. Ο αληθινός τους τάφος είναι οι καρδιές των ζωντανών, όπως αναγράφεται και στο νεκροταφείο Σεν – Πιερ, κοιμητήριο της Αιξ-αν-Προβάνς.

Εκδ. Νεφέλη, 2011, σελ. 237.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr. Στην επόμενη ανάρτηση, ο Νίκος Πλατής δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις, υπό το εκτυφλωτικό φως του Αιθρίου του Πανδοχείου. Μέχρι τότε, ξαναθυμόμαστε δυο θεμελιώδεις περί θανάτου σοφίες που μας πρόσφερε αφειδώς το ροκ εντ ρολλ: ο κύριος John Cale μίλησε για τις ελάχιστες διαφορές μεταξύ Dead or Alive και οι Nomads για την αναπότρεπτη αλήθεια: Knowledge comes with death’s release.

Στις φωτογραφίες:  από την Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. Ο Μάλκολμ Λόουρυ ήταν κάπου δίπλα / Η υπέροχη τέχνη των Φαγιούμ. / Καλλιτέχνημα από την Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό. / Η κηδεία του Λευκάδιου Χερν. / Ένα νεκροταφείο πλοίων όαση … ζωής για τις καμήλες. / Το χαρούμενο νεκροταφείο. / Και μετά σου λέει μπαρ με ζωντανή μουσική…/ Το απέθαντο χαμόγελο του Φορτίνο Σαμάνο. / Το περίφημο εξώφυλλο (και δίσκος) των Dead Can Dance, The Garden of the Arcane Delights. / Φαγιούμ ξανά. / Όπως πάντα η επιλογή των φωτογραφιών από τον Πανδοχέα. Για τις φωτογραφίες του λεξικού κοπιάστε … presto o tardi [αργά ή γρήγορα].

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 75. Νίκη Τρουλλινού

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σας τους λέω χωρίς σειρά αξιολόγησης, όπως μου ’ρχονται, (σωστό και δίκαιο κατά κανόνα το πρώτο φλας στο μυαλό) Ντοστογιέφσκι και Τολστόι, Τσέχωφ και άλλοι κλασσικοί, θυμάστε τα δερματόδετα ΑΠΑΝΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ; Ασήκωτα στο χέρι, ήταν για το σπίτι αυτά, για το σχολείο, στο τελευταίο θρανίο διάβασα για χρόνια ένα αξιόλογο μέρος της μεταφρασμένης παγκόσμιας και ελληνικής λογοτεχνίας, ας είναι καλά οι εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ. Στην δικτατορία έπιασα τις εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ και τα ΚΕΙΜΕΝΑ του αείμνηστου Βλάχου, είχα το χούι να τα κάνω σειρές, το ’74 πέρασα στο ΘΕΜΕΛΙΟ, αργότερα στον ΟΔΥΣΣΕΑ,  τι θυμάμαι πολύ; Βιρτζίνια Γουλφ, Χεμινγουέη, Στάιμπεκ, Χάσεκ, Κούντερα, Πούσκιν, Λέρμοντοφ,  Τρουαγιά, Αραγκόν, Έρεμπουργκ, Μπρεχτ, ύστερα  Γιόζεφ Ροτ και Φίλιπ Ροθ, Χάινριχ Μπελ, να πω εδώ για μια ‘’περίεργη ’’ αδυναμία μου:  όλοι, ή, όσους ξέρω, οι γερμανόφωνοι εβραίοι συγγραφείς του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από αυτούς των χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης…

…αλλά και μεταγενέστεροι, ακόμη και σύγχρονοι, π.χ. Ντανιέλ Κέλμαν, οι αδελφοί Μαν, ο Κανέττι, ο Ντέμπλιν, ο Μούζιλ, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα, κι άλλοι που γράφουν στα τσέχικα, Ίβαν Κλίμα και Κόχουτ, Εβραίοι της διασποράς όλοι τους, Άαρον  Άπελφελντ,  κάτι γίνεται μ΄ αυτούς, έχουν μια τρομακτική οξυδέρκεια ( δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να το ορίσω), και στην πιο απλή ιστορία ‘’σκάβουν’’ σε βάθος,  και μια ιδιαίτερη αίσθηση  της ιστορικότητας της ανθρώπινης περιπέτειας, βλέπε, ας πούμε Γ. Ροτ και το έργο του ‘’Hotel Savoy’’, Ερνέστο Σαμπάτο και Μπόρχες, Χουάν Ρούλφο, Πεσόα, από τους νέους Λατίνους ο Λ. Παδούρα, πιάνουμε τους Ιταλούς, πάει να πει, τον διηγηματογράφο Πιραντέλλο, τον Λεονάρντο Σάσα, Ίταλο Καλβίνο, Ίταλο Σβέβο, Τσέζαρε Παβέζε, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Κλάουντιο Μάγκρις, άλλη παραξενιά μου ήταν στο διάβασμα να τους παίρνω κατά χώρα, και τον συγγραφέα που με μάγευε να τον διαβάζω όλον. (ή, ότι έβρισκα).

Κάποτε κόλλησα πολύ με τον Αλμπέρ Καμύ, θέλω να τον ξαναδιαβάσω,(όταν φυσάει νοτιάς στο νησί, τον Ξένο του Καμύ θυμάμαι), τον Αντρέ Ζιντ, τον Ανρί Τρουαγιά, τον Αραγκόν, τον Έρενμπουργκ (μπορεί να τη γλίτωσε από τον Στάλιν, αλλά η ‘’Πτώση του Παρισιού’’ είναι σπουδαίο βιβλίο), Νεντίμ Γκιουρσέλ και Γιασάρ Κεμάλ (κι ας πήρε άλλος το Νόμπελ στη γείτονα Τουρκία), Θέρκας, Κιουρέισι, Μακ Γιούαν, Μπέρχαρντ Σλινκ και Χ.Μ. Ενζενσμπέργκερ, και σίγουρα ξεχνάω πολλούς, τα τελευταία χρόνια άλλωστε επιστρέφω συνεχώς σε παλιά διαβάσματα. Ενδιαφέρουσα εμπειρία: δεν είναι απλώς τεστ αντοχής του συγγραφέα, αλλά κυρίως ένα μικρό μονοπάτι στην αυτογνωσία, τα σημειωμένα με το μολύβι μου βιβλία και τα γραψίματα στο περιθώριο μού υποβάλλουν ερωτήματα για την προηγούμενη ζωή, μου δίνουν εξηγήσεις γι’ αρκετά ‘’ως εδώ…’’.

Η καταγραφή δεν έχει εύκολο τέλος, να σας πω για τους Έλληνες, γιατί πιστεύω ότι έχουμε καλή λογοτεχνία: Βαλτινός και Δούκα Μάρω, Νόλλας, Πανσέληνος, Κυριακίδης, Σκαμπαρδώνης, Κουμανταρέας, Σκάσσης, Φάις,  Τάσος Χατζητάτσης (έφυγε τόσο νωρίς), Βιζυηνός ο μέγας, Χατζής και Αξιώτη, Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, μια ιδιαίτερη αύρα έχει η λογοτεχνία των Ηπειρωτών,  δεν με ρωτάτε για ποίηση, γιατί; Εκεί είναι όλα, στον Καβάφη και τον Σεφέρη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Ά. Αλεξάνδρου, τον Καββαδία, τον Σαχτούρη, την Τζένη Μαστοράκη και τον Τσακνιά, τον Μέσκο, τον Γκανά, τον Λιοντάκη, τον Γκάτσο, τον Κώστα Ουράνη της νιότης μου, αρκετούς νεώτερους, η ποίηση είναι αραξοβόλι στα δύσκολα. Και τον Λόρκα, τον Φρανσουά Βιγιόν, τον Ζακ Πρεβέρ ( αγάπη της νιότης μου κι αυτός), την Έμιλυ Ντίκινσον, τον Μαγιακόφσκι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τα αγαπημένα βιβλία είναι πολλά, θα σας πω για κάποια που με τον τρόπο τους με ‘’βασάνισαν’’, επέστρεφαν για χρόνια και μου ‘’μιλούσαν’’: ‘’Αδελφοί Καραμαζώφ’’, ήμουνα στα έντεκα, μάλλον δεν κατάλαβα τίποτα σε κείνη την πρώτη ανάγνωση, πόσα όμως χρωστάω σ’ αυτό το βιβλίο, έπεσα στην πανέμορφη παγίδα της Λογοτεχνίας, (ναι, με το λ, κεφαλαίο), Ερνέστο Σαμπάτο: περί ηρώων και τάφων. Πεσόα, το βιβλίο της ανησυχίας, Μαρσέλ Προυστ ‘’Διαβάζοντας’’ ( ακόμα παλεύω τον Χαμένο του χρόνο), Χάινριχ Μπελ: οι απόψεις ενός κλόουν. Κάφκα: η μεταμόρφωση, μ’ αυτό το μικρό αριστούργημα παιδευόμουν χρόνια, τελικώς το έκανα κεφάλαιο ‘’στο καφάσι με τις μπίρες’’ και ξέμπλεξα. Στο ίδιο μυθιστόρημα η  ηρωίδα Εριέτα είναι η αδελφή του Χανς από τις απόψεις ενός κλόουν…, Κάθριν Μάνσφιλντ, τα διηγήματα της, κάθε φορά που βλέπω μύγα να τριγυρνά την Μάνσφιλντ σκέφτομαι, έκανε στα μάτια μου το ταπεινό πλάσμα αριστούργημα της λογοτεχνίας, Μπουλγκάκοφ, ‘’ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’ τι βιβλίο! Χατζής και το τέλος της μικρής μας πόλης, τριγυρνώ στα Χανιά – κι όχι στα Γιάννενα- στα παλιά Ταμπακαριά κι είμαστε παρέα, Βιζυηνός, όλος! Το αμάρτημα της μητρός μου λίγο περισσότερο, Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, όχι μόνο γιατί …ερωτεύτηκα  τον Μάνο, αλλά κυρίως γιατί έμαθα να ξεχωρίζω το Ανθρωπάκι από μακριά, ή αν θέλετε, από την είσοδο ακόμη των κομματικών γραφείων, μάθημα πολύτιμο για να μην σε καταπιούν οι μηχανισμοί της Αριστεράς…

Να σας πω μιαν ιστορία; Το 1988 επιστρέφοντας με κομμένα τα φτερά  από το Βερολίνο, (κι ας είχα πάει να ‘’ βρω’’  τα φτερά του  Βιμ Βέντερς), στην παραλία της Ιεράπετρας και στα σπιτάκια της κυρίας Έρσης για διακοπές, τέλη Αυγούστου πήρα μαζί μου τον Τσίρκα, ξανά, νόμιζα τότε …τυχαία! Κλεισμένη στο δωμάτιο διάβαζα, το βιβλίο με ρουφούσε ολάκερη, άπλωσα το χέρι, θέτε από αμηχανία, θέτε για μα ξεφύγω από το βάρος μέσα μου, παιδί της Αριστεράς ήμουνα από τότε που μικρούλα ο εργάτης μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε παρέα του στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ στη γενέθλια πόλη, τα Χανιά, με τον Μίκη στα μπαλκόνια, άλλα φτερά τα χέρια εκείνα, του πατέρα και του Μίκη,  το δάχτυλο πάτησε το κουμπί του φορητού ραδιοφώνου και βρρρ ο εκφωνητής έλεγε τις ειδήσεις, στα αραβικά, βεβαίως, τρόμαξα, κοίτα να δεις, λέω, στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας είμαι και δεν το ξέρω. Για όσους ξέρουν τον Κρητικό Νότο τους έκανα ήδη να γελάσουν: φυσικά ειδήσεις στην αραβική γλώσσα ακούν εκεί κάτω… μόνο που οι συμπτώσεις έχουν το λόγο τους, σε δυο  καλοκαίρια ακόμα, είχα κι εγώ την διαγραφή μου στο χέρι.

Τα ημερολόγια του Σεφέρη είναι αστείρευτη πηγή γνώσεων, κυρίως όσον αφορά την Μέση Ανατολή, Άρης Αλεξάνδρου, ‘’το κιβώτιο’’, Μ. Γκανάς, ‘’Μητριά πατρίδα’’  ο Κουμανταρέας λέει πολλά στο ‘’ το show είναι των Ελλήνων’’ , Μάρω Δούκα, ‘’ το δίκιο είναι ζόρικο πολύ’’ ( ο δοσιλογισμός δεν ήταν μονόχρωμος) αλλά και της ίδιας ‘’σκούφος από πορφύρα’’ ( η Ελλάδα αναστενάζει στο νοσοκομείο Χέρφιλντ και η καμαρίλα των… Κομνηνών),  Τ. Χατζητάτσης και όλοι οι εσπερινοί του, Θωμάς Σκάσσης και ‘’Το ρολόι της σκιάς’’( είμαι κι εγώ εκεί…) ,το τελευταίο αξιοζήλευτο του Βαλτινού, ‘’ο Τελευταίος Βαρλάμης’’, Χαβιέρ Θέρκας, ‘’ οι στρατιώτες της Σαλαμίνας’’, Κλάουντιο Μάγκρις, ‘’ Στα τυφλά’’ ( βιβλίο που αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος) , τα δυο τελευταία βιβλία νομίζω ότι θα μείνουν κλασσικά για την ιστορία της Ευρώπης του 20ου αιώνα, Άλφρεντ Ντέμπλιν ‘’Δεν υπάρχει συγνώμη’’,  Μακ Γιούαν και ‘’Σάββατο’’, Χρήστος Τσιόλκας, ‘’Νεκρή Ευρώπη’’, ένα σημαντικό μέρος της σύγχρονης ‘’αστυνομικής’’  λογοτεχνίας – που αδικείται κατάφωρα έτσι αποκαλούμενη, σπουδαίο πολιτικό και κοινωνικό μυθηστόρημα είναι, από τον Κόκκινο θερισμό (τότε) του Ντάσιελ Χάμμετ ως τον Αττιά και τον Ιζζό, ‘’την νοσταλγία των δράκων’’ του Κούρτοβικ ως το ‘’Γιατί αυτοκτόνησε ο Τσε’’ του Π. Μάρκαρη με κορυφαία: ‘’η νύχτα της κουκουβάγιας’’ του Λ. Σάσα, ‘’ έγκλημα στην Κεντρική Επιτροπή’’ του Μονταλμπάν και ‘’ η κομμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου’’ του Ταμπούκι .

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Χάκκας και Χατζής, σύσσωμοι, (στα νεοπλουτίστικα σπίτια του πασοκικού πάρτυ, άκουγες, αν ήθελες, το καζανάκι του Μάριου Χάκκα), Ζιζέλ Πράσινος, Θράσος Καστανάκης, Παπαδημητρακόπουλος, Ιωάννου, Καρκαβίτσας, Π. Μάρκογλου, Τόλης Καζαντζής, Σκαμπαρδώνης, Νόλλας, Τσιαμπούσης, Παπαμόσχος, Οικονόμου, δεν είναι κρυφό δα, πως στο διήγημα ‘’κατοικεί’’ το μεδούλι της ελληνικής λογοτεχνίας, επαρχιώτες οι συγγραφείς του, σχεδόν όλοι, κάτι γίνεται εδώ. Και Κάθρην Μάνσφηλντ, σταθερά, το ‘’γιούσουρι’’ του Α. Καρκαβίτσα δίπλα στο ‘’ ο γέρος και η θάλασσα ‘’ του Χεμινγουέη, Αντόνιο Ταμπούκι, ’’μικρές παρεξηγήσεις άνευ σημασίας’’, όλα τα μικρής φόρμας κείμενα του Ταμπούκι .

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι, ο Οικονόμου, στο ‘’ κάτι θα γίνει, θα δεις’’ , πολύ καλό βιβλίο πραγματικά, και ο Μακριδάκης στην ‘’δεξιά τσέπη του ράσου’’.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ναι, πολλές φορές. Ίσως γιατί σχεδόν όλοι οι ήρωες ακουμπούν στην πραγματικότητα, φεύγουν μετά, παίρνουν το δικό τους δρόμο στις ατραπούς της φαντασίας μου, αλλά ξέρω τα νέα τους, πολλοί έχουν πεθάνει, άλλοι είναι μακριά, ξέρουν αυτοί, γι’ άλλους μαντεύω ή κάνω ευχές, λέω πως οι λέξεις είναι ένας τρόπος να τους φέρνουν κοντά και πίσω με το Νοτιά τα φρεσκοβαμμένα λατίνια – Ο Γκάτσος το λέει στην Αμοργό του, όχι εγώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μάλλον για τον Τσίρκα θα σας πω πάλι, κι ο καπετάνιος Άχαμπ στο Μόμπι Ντικ ζηλευτός, ο Ισμαήλ της Γαλανάκη, άντε σήμερα με δεδομένες τις συγγραφικές ευκολίες να ‘’ορθώσεις’’ τέτοιους χαρακτήρες και σε τόσες σελίδες. Δεν ξέρω, νομίζω κάποιες φορές, πως ο σωματικός κόπος ή και πόνος ακόμη, αυτό το μάτωμα των χεριών που περιέγραψε κάποιος κλασσικός, Γάλλος νομίζω, μην με ρωτήσετε όνομα τώρα, αντανακλούσε στο βάθος των χαρακτήρων που στόχευαν και πετύχαιναν. Κι αυτό είναι διαχρονικά το ΄΄κέρδος΄΄  των κλασσικών: η φόρμα τους συχνά μας κουράζει σήμερα, η λειτουργία του χρόνου τελείως διαφορετική στις μέρες μας, αλλά οι χαρακτήρες τους, ε;

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Χαρτάκια, σελίδες σκόρπιες, σελίδες ημερολογίου, ναι. Βρήκαν τη θέση τους μετά σε διηγήματα και άλλα πονήματα. Περιέργως πως γράφω αρκετά όταν είμαι μακριά από το σπίτι, πρόχειρα, και δεν βγάζω τα γράμματά μου μετά, καημός μεγάλος…

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Για τρόπο δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω, ούτε αν παγιδεύονται οι ιδέες, ξέρω μόνο πως, ξαφνικά, από το πουθενά, εκεί που οδηγώ ένα παράξενο σύννεφο περνάει πάνω από το τζάμι του αυτοκινήτου, μια διαφήμιση σκισμένη και βρεγμένη σ’ έναν τοίχο, μια ματιά ασυνήθιστη σε κάποιο αεροδρόμιο, εικόνες περισσότερο παγιδεύω, αυτές κάποτε θα μου πουν την ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο, ή: δεν ξέρω πως συνέβη. Κοιτάξτε, δεν ονειρεύτηκα να γίνω συγγραφέας, ούτε το κυνήγησα, στο σχολείο η φιλόλογος μ’ έβαζε να διαβάζω κάποιες εκθέσεις μου φωναχτά στην τάξη, ντρεπόμουν, μια φορά μας πήραν και τα κλάματα, η τελευταία έκθεση πριν το απολυτήριο, 1971, – βραβείο πάντως για την αποταμίευση δεν πήρα ποτέ,- με το βιβλίο στο χέρι με ήξεραν όλοι,  κάτι κείμενα είχα, σε μια δύσκολη περίοδο, τα έδειξα, με έπεισαν φίλοι ότι αξίζουν και πήγα στο τυπογραφείο: ΕΝΑ ΜΟΛΥΒΙ ΣΤΟ ΚΟΜΟΔΙΝΟ. (1995) Διηγήματα. Ιδίοις εξόδοις, φυσικά, είχα κερδίσει καλά λεφτά από δικαστική υπόθεση, πλήρωσα. Ούτε πήγε το μυαλό μου να ψάξω εκδότη. Το αγαπώ αυτό το βιβλίο. Μου φάνηκε περίεργο που άρεσε, βρέθηκα από το πουθενά στην εκπομπή του Β. Βασιλικού, δεν το γλέντησα, το έβαλα στα πόδια, εγώ συγγραφέας, έλα καλέ τώρα, συγγραφείς είναι αυτά τα τέρατα που διαβάζω, εγώ τι δουλειά έχω δίπλα τους. Επανακυκλοφορεί από τον ΚΕΔΡΟ. Οι άνθρωποι που μ’ έσπρωξαν έχουν και οι δύο πεθάνει, κι εγώ έμεινα με το χρέος.

Ακολούθησε πολύ αργά, εφτά χρόνια μετά, το ΜΑΡΑΛ ΟΠΩΣ ΜΑΡΙΑ, (2002) πάλι διηγήματα – οι έρωτες δεν κρύβονται – έγινε πολλή κουβέντα γι’ αυτό το βιβλίο, εγκωμιαστικές κριτικές από αγνώστους (κι αυτό είχε την αξία του), βρέθηκε σε λίστα βραβείου, έχει κάνει δεύτερη έκδοση από το ΡΟΔΑΚΙΟ. Και να σκεφτείτε ότι δεν το έβγαζε κανείς, το είχαν απορρίψει  7-8 εκδότες, πήρα πολλή πίκρα, τώρα έμπαινα στο χορό! Και τώρα – νέο φρούτο – ένιωθα ευθύνη, και η συλλογή ΚΑΙ ΦΥΣΗΞΕ ΝΟΤΙΑΣ…(2006) δεν άργησε πολύ. Πάνω κει είχα τον πειρασμό και την περιέργεια, ‘’μπορώ να κινηθώ σε μεγαλύτερη φόρμα, θα τα καταφέρω;’’ Κι ήρθε το μυθιστόρημα Μ’ ΕΝΑ ΚΑΦΑΣΙ ΜΠΙΡΕΣ (2009) από τον ΚΕΔΡΟ. Είναι κάτι πολύ δικό μου κι ας μην είναι αυτοβιογραφικό, είναι ό,τι χρόνια ρουφούσα από γύρω μου, ό,τι θα ήθελα να πω ή και να φωνάξω για την ματαιωμένη μου γενιά, για τις ευθύνες της, είναι ένα βιβλίο που θα διαβάζεται ίσως και στο μέλλον – όχι, δεν είμαι καβαλημένη, μα έτσι μου φαίνεται. Ενδιάμεσα έκανα και κάνω διάφορες τρέλες, μια δουλειά για τον Ν. Καζαντζάκη, τον ταξιδιωτικό Καζαντζάκη, αυτός με μαγεύει, για ποιητές, ψάχνω αρχεία: έτσι προέκυψε το βιβλίο ‘’ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΪΖΗ, Πόσο πολύ σ’ αγάπησα’’ η ζωή της, ανθολόγιο, η αλληλογραφία της. Ξεχασμένη ποιήτρια του ’30, Κρητικιά, την τραγουδούν εδώ και χρόνια οι νέοι κι όχι μόνο.

Μπα, δεν έχω πόθους ξεκινώντας ένα βιβλίο, πίεση νιώθω, κάτι με τρώει, μπαίνω σ΄ έναν κόσμο που νομίζω ότι με περιμένει, σιγά σιγά νιώθω καλά, γράφω αν μου βγαίνει, δεν πιέζομαι, δεν έχω υποχρέωση να γράφω, ούτε να κάνω καριέρα συγγραφέα, υπάρχουν τόσα και τόσο σπουδαία βιβλία για τους αναγνώστες, αυτό είμαι πρωτίστως, αναγνώστρια, επαρκής, θέλω να ελπίζω. Ίσως γι’ αυτό – ανάποδα τις πήρα τις ερωτήσεις σας – δεν υπάρχουν τελετουργίες, ούτε ακούω μουσική όταν γράφω, όταν η πίεση δεν πάει άλλο, απλώς στρώνομαι στο χαρτί, κυρίως στο χαρτί, λιγότερο στον υπολογιστή, μου τρώει πολύ χρόνο έτσι, αλλά με βοηθάει να πετάω, και πετάω πολύ. Βεβαίως, κάπου έχετε δίκιο: υπάρχει ένα λάκτισμα για να ξεκινήσω, κάτι ιδιαίτερο, ξεχωριστό – κι αυτό αφορά κυρίως στα διηγήματα- κάτι που νομίζω πως βλέπω μόνο εγώ, μιλώντας για την τέχνη της φωτογραφίας ο Ρ. Μπαρτ το λέει punctum, το κέντρισμα να το μεταφράσουμε; Τότε γράφω όπου βρω, σε χαρτάκια και σημειωματάρια, έχω βουνό από τέτοια, περιμένουν. Περιμένουν; Υποψιάζομαι ότι έχω χάσει ουκ ολίγα.

Η μουσική, μεγάλη ιστορία. Ακούω πολύ ραδιόφωνο, κρατικό, έχω αδυναμία σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους είδη,  φτάνει να είναι στην ώρα τους: μουσικές της Μεσογείου, αμερικάνικο ροκ και μπαλάντες, γαλλικό chanson, πολύ λίγα κλασσικά κομμάτια που είμαι δεμένη συναισθηματικά μαζί τους, μεγάλωσα πάντως με Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Σαββόπουλο και τους μένω πιστή. Ισχυρίζομαι δε ότι μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για την μουσική μας παράδοση και το τραγούδι, και τις φωνές αυτού του τόπου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα βιβλία γράφονται και ‘’φεύγουν’’. Οδεύουν προς τον αναγνώστη. Αυτός έχει τον λόγο πια. Και μ’ αρέσει να τον ακούσω, ίσως γιατί… δεν γράφω γι’ αυτόν, για μένα το κάνω, κι έχω την απορία να δω, συναντηθήκαμε κάπου αυτός κι η αφεντιά μου; Είχα κάτι να του πω; Μετά το μυθιστόρημα ‘’Μ’ ένα καφάσι μπίρες’’ , κτύπησε το τηλέφωνο, μια άγνωστη γυναίκα μου είπε πως ταυτίστηκε με την ηρωίδα, σύζυγο πανεπιστημιακού, πως αυτή ήταν η καλύτερη ψυχανάλυση που έχει κάνει, και μ’ ευχαριστεί πολύ γι’ αυτό. Ένιωσα ανακούφιση κι έκλεισα την πόρτα του βιβλίου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πάντως όχι από τα βιβλία !  Από την δουλειά μου. Πτυχίο Νομικής Αθηνών, έκανε τον κύκλο της η μάχιμη δικηγορία, δίδαξα αρκετά χρόνια στο ΤΕΙ Ηρακλείου, τα τελευταία ένδεκα χρόνια συντηρώ την οικογενειακή μας επιχείρηση, ξενώνας στο βουνό, τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ. Κι ακούγεται ολίγον εξωτικόν αλλά είναι πολλή η κούραση. Τ΄ αγαπώ πάντως. Η ζωή στο χωριό – παιδί της πόλης ήμουνα – μου έδωσε πολύτιμα μαθήματα ζωής, μιαν ανάσα διαφορετική, το μέτρο των πραγμάτων και του ανθρώπου, η φύση σε μαθαίνει  ταπεινότητα και σε γαλουχεί ελπίδα, ξέρετε, ο κήπος είναι παντελώς κατεστραμμένος μετά το χιονιά, την πρώτη φορά έβαλα τα κλάματα, και σε δυο τρεις μήνες ολάνθιστος, κραταιός. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… Και για να είμαστε προσγειωμένοι,  στις  πόλεις δίπλα πια τα χωριά, με διαδίκτυο και τις βολές μας, μην μας βλέπετε ως ξωτικά, η επιστροφή στις επαρχίες μπορεί πια να γίνει με νέους όρους, άντε, τολμήστε!!! (μπορώ να γελάσω;). Φυσικά οι συγγραφικές καριέρες στην Αθήνα κτίζονται, αλλά… αλλά το καλό βιβλίο δεν θα χαθεί. Και, ξέρετε κάτι: διάσημοι και λιγότερο  γνωστοί, όλοι μαζί θα βρεθούμε στα ράφια των βιβλιοθηκών του μέλλοντος, και οπωσδήποτε σε 2 τ.μ γης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τα μέσα της δεκαετίας του ’80,  το σπίτι της πόλης, να το φτιάξουμε, να μεγαλώσουν τα παιδιά εκεί που μεγάλωσε και ο πατέρας τους, τι ωραίο δώρο. Τραβάμε ένα σαρακοφαγωμένο ερμάρι, πίσω του ένα κρυφό, κατάκλειστο, εντειχισμένο ντουλάπι, σωρός τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης – κλεισμένα, ξεχασμένα εκεί από τον σκληρό Απρίλη του ’67, πανηγύρι! Έλεγα κάθε πρωί πως επιβλέπω τους μαστόρους και την ‘’έκανα’’ από το γραφείο,  κι εγώ χάθηκα στα κιτρινισμένα φύλλα μιας εποχής, μιας ανάτασης, μιας ακόμη ματαιωμένης ευκαιρίας. Χάρηκα που ο Τσίρκας αγαπούσε τον Καβάφη, ανακάλυψα την Ζιζέλ Πράσινος και άλλους πολλούς. Καλά, υποψιάζεστε τι κακοτεχνίες μού άφησε η εργατική τάξη – για τα δίκια της οποίας πάλευα!  Σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά διαβάζω πολλά, και εδώ πάλι να πω ότι το πείσμα ανθρώπων μεγαλουργεί, όταν θέλει, σ’ αυτή τη χώρα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;    

Αν η λέξη ‘’μονογραφία’’ δεν είναι βαρύγδουπη, έχει συμβεί ήδη,  μ’ αφορμή Συνέδρια  ή αφιερώματα σε έντυπα  κλπ. Ανταποκρίθηκα για αυτούς που αγαπώ την δουλειά, την προσφορά τους. Μιχάλη Γκανά, Χριστόφορο Λιοντάκη, Ν. Καββαδία, Λιλή Ζωγράφου, το βιβλίο για την Κατίνα Παΐζη επίσης.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ήμουν μανιακή με τον κινηματογράφο, η Άννα στο διήγημα ‘’Ιάσων από την Κολχίδα’’ τα λέει όλα, ξέρω απέξω σκηνές και σκηνές, οι εικόνες που μένουν ανεξίτηλες, ένα παράθυρο και η κουρτίνα στο άνεμο: ο ‘’Καθρέπτης’’ του Ταρκόφσκι, το κουρεμένο γυναικείο κεφάλι  στο ‘’Χιροσίμα, αγάπη μου’’, από τον Μπέργκμαν ως τους Ταβιάνι και φθάνουμε στον Καουρισμάκι και τον Φατίχ Ακίν, άστε καλύτερα, ξύνετε πληγές. Γιατί, τώρα  πια δεν βλέπω  τόσο όσο θέλω και έχω ανάγκη. Έκλεισαν τα παλιά σινεμά, αλλά έχουμε μια πολύ καλή κινηματογραφική λέσχη κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο .Θέατρο, ε; , κορίτσι στο υπόγειο του Κουν είδα πράματα και θάματα, τώρα Θέατρο βλέπω πάντα όταν ανεβαίνω στην Αθήνα κάμποσες φορές το χρόνο (τα καλοκαίρια μιλάμε κατά κανόνα για αρπαχτές στην επαρχία), έχω και τις προτιμήσεις μου: από χρόνια παρακολουθώ τον Μαυρίκιο, τον Λιβαθινό και τον Θεοδωρόπουλο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Σας γράφω την απάντηση και γελάω: όλοι με ποίηση ξεκινούμε, τέτοιο σαράκι, κάποιος θα πρέπει να σκύψει στο φαινόμενο και να το ερμηνεύσει, χώρα Ποιητών – ναι, κεφαλαίο το π – αλλά και γραφικών. Τα παράτησα πολύ νωρίς, η Ποίηση στέκεται πολύ ψηλά στην συνείδησή μου για να την ταλαιπωρήσω. Πάντως έχουν δημοσιευτεί αρκετά στην Ανθολογία του Παν/μίου Πατρών για τους Κρήτες του είδους, σε κρητικά έντυπα με ψευδώνυμο και μόνο πρόπερσι στο ΤΕΧΝΟΠΑΙΓΝΙΟΝ του Γ. Στεφανάκη κάτι μικρό με την υπογραφή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα για πολλοστή φορά ‘’το βιβλίο της ανησυχίας’’ του Πεσόα, το είχα ανάγκη,  το ‘’σύντομο αισθηματικό ταξίδι‘’ του Ίταλο Σβέβο, σπουδαίο βιβλίο, ‘’το ημερολόγιο της κρίσης του Π. Τσίμα’’,  τώρα κρατώ το τελευταίο του Πανσέληνου, ‘’σκοτεινές επιγραφές’’ μ’ αρέσει η γραφή του, δεν έχω γνώμη αν δεν το τελειώσω πρώτα. Μετά σειρά έχει η Σώτη Τριανταφύλλου και το τελευταίο της.

Τι γράφετε τώρα;  

Άνοιξα συρτάρια και τσάντες και τετράδια και τελειώνω κάτι παλαβό: μπορεί να το βαφτίσω ‘’η νοσταλγία των ταξιδιών‘’, ταξίδια στο τέλος μιας εποχής, όχι, καθόλου εξωτικά πράγματα, ούτε περιγραφές ντε και καλά, σκέψεις και ανθρώπινα πορτρέτα: ένας ράφτης παπλωμάτων στη Σιδώνα του εμφυλιοπολεμικού Λιβάνου, ένας χαμαμτζής στο Ουργκούπ, μια τυφλή στον καθεδρικό του Μονρεάλε, μια γυναίκα στο Σηάτλ που ψιθυρίζει στο αυτί μου τη βροχή από την Τζοκόντα του Μάνου, μια πόρνη στην Κούνταμ στράσσε, Βερολίνο του Τείχους… Θα δούμε…

Με ποιο τρόπο ασχολείστε με τον αγροτουρισμό; Η ενασχόλησή σας αυτή σας «κλέβει» συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Ο ξενώνας είναι μικρός. Σε ανθρώπινα μέτρα, με την κρίση όμως, χρειάζεται το κυνήγι του, κι ύστερα περνούν σχεδόν όλα από τα χέρια μου. Ο χρόνος είναι πρόβλημα, και κυρίως η ποιότητα του χρόνου, αν έχει κυλήσει η μέρα με συζητήσεις, επισκέψεις, πελάτες, ζημιές, ουρά στην Τράπεζα ή στην Εφορία,  το μυαλό δύσκολα μαζεύεται… Πάντως  ‘’το ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ αγαπά την λογοτεχνία’’ και από φέτος θα  κάνουμε πράγματα για την λογοτεχνία εδώ, κάτω από την πέργκολα ή και τ’ άστρα χαζεύοντας τον Ψηλορείτη, διαβάσματα, συζητήσεις, μαθήματα γραφής με καλούς συναδέλφους… στα προσεχώς οι λεπτομέρειες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σας ευχαριστώ, ήταν ήδη πολλές (μιλώ καλοπροαίρετα, φυσικά – το διαδίκτυο προσφέρεται για παρεξηγήσεις).

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολύτιμο εργαλείο στο χώρο μας: ο πελάτης μου με βρήκε στο Πόρτλαντ της Δυτικής Ακτής, του άρεσε η τιμή, τύπωσε τον χάρτη από την ιστοσελίδα μου και βρέθηκε στην πόρτα! Ξέρετε, είμαστε θαυμάσια λεία στα χέρια των tour operators, και το δίκτυο μπορεί να μας  βοηθήσει. Σπουδαίο μέσο αστραπιαίας μεταφοράς της πληροφορίας, αλλά την πληροφορία εμείς με το μυαλό μας και την παιδεία μας θα την αξιολογήσουμε, χαρά πολλές φορές, μιλώ με τ’ ανίψια μου στην άλλη άκρη της Αμερικής και της Κρήτης, ‘’σαλιαρίζω’’ με τις κόρες μου,  τους στέλνω μουσικές στο FB. Φυσικά όλα τα εργαλεία θέλουν τη σωστή χρήση, είναι ακριβώς αυτό : εργαλεία. Το λέω γιατί νομίζω ότι πολύς κόσμος εγκλωβίζεται σε μια εικονική πραγματικότητα που μάλιστα την θεωρεί πραγματική. Σε μια επαφή που κατ’ επιφάσιν  είναι επαφή –κρύβει πολλή μοναξιά το μαραφέτι και η χρήση του, μπορεί να λειτουργήσει και σαν παγίδα. Κάνω κι άλλες σκέψεις όμως: η υψηλή τεχνολογία αλλάζει δραματικά τη ζωή μας χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε πολλά πράγματα, αίφνης, η οικονομική κρίση που ζούμε, η ένταση και το βάθος της, είναι άσχετα από τις ταχύτητες της τεχνολογίας; Ποιος μπορεί να ελέγξει πραγματικά τα χρηματιστήρια; Η ταχύτητα που κινείται η πληροφορία τι επιπτώσεις έχει, θετικές και αρνητικές – στη ζωή μας; Ο Δημιουργός και το δημιούργημα του, το best seller προσεχώς στις οθόνες σας! Όσο για τους κοινωνιολόγους και του ψυχαναλυτές του παρόντος, ω! χαράς ευαγγέλιο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Θα ήθελα να βλέπατε τη φάτσα μου τώρα που σας γράφω την απάντηση, δηλαδή, κοιτάξτε, ούτε τα μαλιά μου έχω βάψει , ούτε με το μέικαπ έχω πολλά πάρε δώσε, και δηλώνω ευθαρσώς τα  χρόνια μου, τα αγαπώ, όπως και τις ρυτίδες μου, είμαι το …αποτέλεσμά τους, οπότε η αιώνια νιότη μάλλον δεν ανήκει στο μενού μου. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αιώνια νιότη είναι η δύναμη για δημιουργία, αλλά χωρίς συγγραφική ιδιότητα τι να το κάνω το δώρο; Αντίφαση δεν είναι;
Να ‘μαστε καλά, λοιπόν, να μεγαλώνουμε…

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ, http://www.agioklima.gr

Σημ.: Στις υπόλοιπες φωτογραφίες: Ναταλία Γκίνζμπουργκ, Αλμπέρ Καμύ, Έμιλυ Ντίκινσον, Φραντς Κάφκα, Στρατής Τσίρκας, Λεονάρντο Σάσα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζιζέλ Πράσινος, Ζακ Πρεβέρ, Αντόνιο Ταμπούκι, Φερνάντο Πεσσόα, μια σκηνή από την Άκρη του Ουρανου του Φατίχ Ακίν, το Διαβατήριο του Ποιητή, Ίταλο Σβέβο, Κλαούντιο Μάγκρις και μια είσοδος στον κόσμο του Αγιοκλήματος.