Λογοτεχνείο, αρ. 99

Σακί (Έκτωρ Χιού Μόνρο), «Ο Σρέντνι Βαστάρ», Ο Άγιος και το Τελώνιο, εκδ. Γράμματα, 1983, μτφ. Άρης Σφακιανάκης, σ. 29-30 (Hector Hugh Munro, Sredni Vashtar [ανάμεσα 1910-1914], The Penguin Complete Saki (1998))

Και ξαφνικά σταμάτησε το τραγούδι και κόλλησε το πρόσωπό του στο παράθυρο. Η πόρτα της αποθήκης ήταν πάντα μισάνοιχτη όπως την είχε αφήσει η Γυναίκα και τα λεπτά κυλούσαν. Ήταν ατέλειωτα λεπτά, όμως κυλούσαν. Κοίταξε τα ψαρόνια που πηδούσαν και πετούσαν στον κήπο. Τα μέτρησε ξανά και ξανά, κρατώντας το ένα του μάτι πάντα καρφωμένο σ’ εκείνη τη μισάνοιχτη πόρτα. […] Κάποια ελπίδα είχε αρχίσει σιγά σιγά να γλιστρά μες στην καρδιά του, κι ένα βλέμμα θριάμβου πήρε να λάμπει στα μάτια του που, ως εκείνη τη στιγμή, γνώριζαν μονάχα τη μελαγχολική υπομονή της ήττας. Ψιθυριστά, με μια μεγάλη αγαλλίαση, άρχισε πάλι να τραγουδά τον παιάνα της νίκης και της καταστροφής. Και σύντομα τα μάτια του ανταμείφθηκαν: μέσα από κείνη τη μισάνοιχτη πόρτα εμφανίστηκε ένα μακρύ, κοντό, καφετί ζώο, με μάτια που ανοιγόκλειναν μπροστά στο φως της μέρας που χανόταν, ενώ σκούρες υγρές κηλίδες υπήρχαν στη γούνα γύρω απ’ τα σαγόνια και το λαιμό του. Το μεγάλο κουνάβι προχώρησε ως το ρυάκι στην άκρη του κήπου, ήπιε για μια στιγμή, κι ύστερα πέρασε τη μικρή ξύλινη γέφυρα και χάθηκε μες στους θάμνους. Τέτοιο ήταν το πέρασμα του Σρέντνι Βαστάρ.

«Το τσάι είναι έτοιμο», φώναξε η κακόκεφη καμαριέρα. «Πού είναι η κυρία;». «Πήγε στην αποθήκη πριν από λίγο», είπε ο Κονραντίν. Κι όσο η καμαριέρα πήγε να φωνάξει την κυρία για το τσάι, ο Κονραντίν […] αφουγκραζόταν τους θορύβους και τις σιωπές που ξέσπαγαν σε παροξυσμούς πίσω απ’ την πόρτα της τραπεζαρίας. Τη δυνατή, ανόητη στριγκλιά της καμαριέρας, τον απαντητικό χορό των ερωτηματικών αναφωνήσεων απ’ την κουζίνα, τα άτακτα βήματα και τις αποστολές για εξωτερική βοήθεια, κι ύστερα, μετά από μια ανάπαυλα, τα τρομαγμένα αναφιλητά και το συρτό περπάτημα εκείνων που μεταφέρουν ένα βαρύ φορτίο μες στο σπίτι.

Μνήμη Επαμεινώνδα Χ. Γονατά

Λογοτεχνείο, αρ. 98

Neil Gaiman, The Sandman (από: http://thinkexist.com/quotes/neil_gaiman. Η  παραπομπή σε Σ. Ζίζεκ, Βία]

Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Φρικτό δεν είναι; Σε κάνει τόσο ευάλωτο. Φωλιάζει στο στήθος σου και σου ανοίγει διάπλατα την καρδιά κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα σου και να σε κάνει άνω κάτω. Χτίζεις ένα σωρό άμυνες, σφυρηλατείς μια ολόκληρη πανοπλία, ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε πληγώσει, κι ύστερα ένας ανόητος άνθρωπος, διόλου διαφορετικός από κάθε άλλο ανόητο άνθρωπο, μπαίνει τυχαία στην ανόητη ζωή σου… Τους δίνεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου. Δε στο ζήτησαν. Έκαναν κάτι κουτό μια μέρα, όπως να σε φιλήσουν ή να σου χαμογελάσουν, κι από κει και πέρα η ζωή σου έπαψε να σου ανήκει πια. Η αγάπη παίρνει ομήρους. Μπαίνει μέσα σου. Σε κατατρώει και σ’ αφήνει  να κλαις μες στο σκοτάδι, μια φράση τόσο απλή όπως το «ίσως θα έπρεπε να μείνουμε απλώς φίλοι» μεταμορφώνεται σε θραύσμα γυαλιού που βρίσκει το δρόμο του και τρυπάει την καρδιά σου. Πονάει. Όχι μόνο στη φαντασία. Όχι μόνο διανοητικά. Είναι ένας πόνος της ψυχής, ένας πόνος σαν πραγματικά κάτι να έχει τρυπώσει μέσα σου και να σου ξεσχίζει τα σωθικά. Μισώ την αγάπη.

Στην Μαρία Ξυλούρη