Λογοτεχνείο, αρ. 97

Μάνος Στεφανίδης, Το πιο σύντομο μυθιστόρημα του κόσμου, Περιοδικό (Δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011), σ. 92.

Πόσο στ’ αλήθεια σας ενδιαφέρει το τέλος αυτής της ιστορίας; Το τέλος κάθε ιστορίας; Ας είμαστε ειλικρινείς. Μια αρχαία αταβιστική συνήθεια μας δημιουργεί αυτή την επίπλαστη, σχεδόν χυδαία περιέργεια να ολοκληρώσουμε, δήθεν, τον όποιο μύθο. Κατ’ ουσίαν ξέρουμε πως τίποτε δεν τελειώνει ποτέ και πως οι άλλες ιστορίες αποτελούν αξιοθρήνητο άλλοθι για τη δική μας προσωπική ιστορία που χάσει εκεί στην άκρη της ζωής μας, αναποτελεσματική και αδιάφορη. Δεκάρα δεν δίνουμε ούτε για τη Σόνια ούτε για τον Αντρέι Μπολκόνσκι ούτε για τον Ρασκόλνικοφ και την Έμμα Μποβαρί. Απλώς χρησιμοποιήσαμε αυτούς τους ήρωες μαζί με δεκάδες εκατοντάδες άλλους πρωταγωνιστές βιβλίων ή ταινιών ή κόμικς ή τηλερομάντζων για να επενδύσουμε το κενό της δικής μας ζωής, να ζήσουμε παράλληλα και κάπως αλλιώς. Κι εκεί ακριβώς έγκειται η αποτυχία των πολυσέλιδων, κοσμοαγάπητων, συναρπαστικών μυθιστορημάτων. Στο ότι κατάφεραν, αυτό είναι αλήθεια, να μας παρασύρουν για μια στιγμή, μας έκαναν να ταυτιστούμε μ’ αυτά για λίγο, όμως δεν μπόρεσαν ν’ αλλάξουν ούτε κατ’ ελάχιστο τη ζωή μας κι αυτό δεν πρέπει να τους το συγχωρήσουμε.

Στον Βασίλη Καββαθά

Λογοτεχνείο, αρ. 96

Luigi Pirandello, Το ταξίδι, εκδ. Ροές, 2000, μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 28-29 (Il viaggio, 1910)

Προσπαθούσε έτσι να μετριάσει την πυρετική, ωστόσο, σπινθηροβόλα ανησυχία στο βλέμμα, να μη στρέφει ασταμάτητα το κεφάλι απ’ το ένα παράθυρο στο άλλο, καθώς δεν ήθελε να χάσει τίποτα απ’ όλα τα πράγματα τα οποία συναντούσε η ματιά της, τόσο φευγαλέα, για πρώτη φορά. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να κρύψει την έκπληξη της, να τιθασεύσει την περιέργειά της να δαμάσει την ευχαρίστηση που ένοιωθε όταν είχε τις κεραίες της τεντωμένες και στραμμένες σε κάθε παγίδα, ώστε χάρη σ’ αυτές, να μπορέσει να κατανικήσει το θάμπωμα, τον ίλιγγο που της προξενούσαν η ρυθμική κίνηση του τραίνου κι αυτή η τόσο σύντομη, τόσο απατηλή θέα από φράχτες, δέντρα και λόφους.

Δεν είχε ταξιδέψε ποτέ με τραίνο. Κάθε στιγμή, σε κάθε περιστροφή των τροχών, της φαινόταν ότι έμπαινε, ότι προχωρούσε σ’ έναν άγνωστο κόσμο που γινόταν, ξαφνικά, πραγματικότητα στο νου της· έναν κόσμο φαινομενικά κοντινό κι όμως για κείνη πολύ μακρινό που της δημιουργούσε, την ίδια στιγμή που αντλούσε ευχαρίστηση παρατηρώντας τον, ένα συναίσθημα αδιόρατης, ακαθόριστης θλίψης: η αναπάντεχη συνειδητοποίηση, ίσως, πως αυτός ο κόσμος υπήρχε πάντοτε εκεί, πέρα και έξω απ’ τη δική της πραγματικότητα, ακόμα κι απ’ τη φαντασία της· η μελαγχολία, απόρροια της επίγνωσης ότι είναι μια ξένη, περαστική απ’ αυτόν, του  οποίου η ζωή θα ακολουθήσει το δικό της δρόμο, χωρίς εκείνη.

Στην Τζίνα Πολίτη