Λογοτεχνείο, αρ. 91

ter Esterházy, Μια γυναίκα, εκδ. Ποταμός, 2003, μτφ. Μανουέλα Μπέρκι, σ. 48, 17-18.

(16)

Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν θεωρούσα καταστροφικό το γεγονός ότι τα κορμιά μας δεν λαμπαδιάζουν πλέον, αφού ακόμα και από μια απροθυμία μπορούν να ξεπηδήσουν ωραία πράγματα. Επιπλέον εγώ τη βρίσκω ακόμα και να είμαι απλά ξαπλωμένος δίπλα της και το χέρι μου να κρέμεται στον κόρφο της. Εκείνη δεν μιλάει γι’ αυτό, εκείνη μιλάει πάντα για το συνολικό θέμα, ενώ εγώ πάντοτε για τις λεπτομέρειες, και οι λεπτομέρειες από τη φύση τους είναι εν μέρει πάντα εντάξει, το σύνολο όμως δεν είναι.

(6)

Γι’ αυτό και μόλις τις αντικρίσω σε πεδίο κατάλληλο για φιλιά, και την σήμερον σπανίζουν τα μέρη που υπόκεινται σε απαγορεύσεις προβολής του ατομικού ή δημοσίου αισθήματος, της αρετής ή της ευλάβειας, τότε αρχίζω να τρέχω αμέσως προς το μέρος της σαν φιγούρα κινούμενου σχεδίου, με τα πόδια στο σβέρκο, και μπαμ, τρακάροντας πάνω της, πέφτοντας με φόρα ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να κοντοσταθώ, γιατί ξέρω πως τότε θα με χτυπήσει, θα μου ορμήσει αυτό το ταγκιασμένο κενό, η κλούβια απουσία της απουσίας, το σαπισμένο τίποτα…

Μνήμη Γιώργου Κάτου

Λογοτεχνείο, αρ. 90

Marguerite Yourcenar, Φωτιές, εκδ. Χατζηνικολή, 1981, μτφ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, σ. 179-180 (Feux, 1957)

Δυο το πρωί. Οι αρουραίοι ροκανίζουν μες στα σκουπίδια τα υπόλοιπα της νεκρής μέρας: η πόλη ανήκει στα φαντάσματα, στους δολοφόνους, στους υπνοβάτες. Πού βρίσκεσαι; μέσα σε ποιο κρεβάτι, μέσα σε ποιο όνειρο; Αν σε απάνταγα θα προσπερνούσες χωρίς να με δεις γιατί δεν έχομε ιδωθεί μέσα στα όνειρά μας. Δεν πεινώ: απόψε το βράδι δεν καταφέρνω να χωνέψω τη ζωή μου. Είμαι κουρασμένη: περπάταγα όλη τη νύχτα για να σπέρνω τη θύμησή σου. Δε νυστάζω: δεν μου κάνει όρεξη ούτε αυτός ο θάνατος. Καθισμένη σε ένα πάγκο, αποχαυνωμένη άθελά μου από το πρωινό που πλησιάζει, παύω να θυμάμαι πως προσπαθώ να σε ξεχάσω. Κλείνω τα μάτια…Οι κλέφτες θέλουν τα δαχτυλίδια μας, οι εραστές τη σάρκα μας, οι απόστολοι τις ψυχές μας, οι δολοφόνοι τη ζωή. Μπορούν να μου την πάρουνε τη δική μου: τους προκαλώ, τίποτε δεν θ’ αλλάξει. (…) Είναι η ώρα που ο Χρόνος μασκαρεύεται σε οδοκαθαριστή και ίσως, ο Θεός, σε ρακοσυλλέκτη.

Στην Ιωάννα Καρατζαφέρη