Λογοτεχνείο, αρ. 85

Αναΐς Νιν, [απόσπασμα από γράμμα στην Τζουν, κείμενο που παραδίδει η Νανά Ησαΐα, «Διαμέσου ενός ημερολογίου»], Περιοδικό Η λέξη, (Αφιέρωμα: Το ημερολόγιο), τεύχος 59-60 (Νοέμβρης – Δεκέμβρης 1986), σ. 1185.

Ο συγγραφέας είναι ο μονομάχος που ποτέ δεν δίνει τη μάχη στην ώρα που έχει ορισθεί γι’ αυτήν, που τυλίγει και παίρνει μαζί του μια προσβολή, σαν να ήταν ένα οποιοδήποτε περίεργο αντικείμενο, το κομμάτι ενός συλλέκτη, την ξεδιπλώνει πάνω στο γραφείο του αργότερα, και μετά αρχίζει να μονομαχεί λεκτικά μαζί της. Ορισμένοι το αποκαλούν αυτό αδυναμία. Εγώ το αποκαλώ αναβολή. Αυτό που αποτελεί μια αδυναμία για τον άνθρωπο μεταβάλλεται σε μια ποιότητα για τον συγγραφέα. Γιατί διαφυλάσσει, συλλέγει αυτό που θα εκραγεί αργότερα μέσα στο έργο του. Γι’ αυτό το λόγο ο συγγραφέας είναι ο πιο μοναχικός άνθρωπος στον κόσμο· επειδή ζει, μάχεται, πεθαίνει, ξαναγεννιέται πάντοτε μόνος· όλοι του οι ρόλοι παίζονται πίσω από ένα παραπέτασμα. Μέσα στη ζωή παρουσιάζει μια αταίριαστη μορφή σε σχέση με όλα όσα υπάρχουν γύρω.

Μνήμη Νένης Ευθυμιάδη

Λογοτεχνείο, αρ. 84

Τζακ Λόντον, Μάρτιν Ίντεν, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2η έκδ., 1993, μτφ. Έλλη Φιλοκύπρου, σ. 189 (Jack London, Martin Eden, 1909)

Σπάνιες όμως ήταν οι στιγμές που ο Μάρτιν κατόρθωνε να σκεφτεί. Το σπίτι της σκέψης ήταν κατάκλειστο, τα παράθυρά του σφραγισμένα κι αυτός ήταν ο ίσκιος-φύλακάς του. Ήταν ένας ίσκιος. Ο Τζόε είχε δίκιο. Ήταν κι οι δυο ίσκιοι που βρίσκονταν στην ατέλειωτη κόλαση του μόχθου. Ή μήπως ήταν όνειρο; Μερικές φορές μέσα στη ζέστη και στους ατμούς, καθώς περνούσε τα βαριά σίδερα πάνω απ’ τα ασπρόρουχα, πίστευε πως όλα ήταν όνειρο. Σε λίγο ή μετά από χίλια χρόνια θα ξυπνούσε μέσα στο μικρό του δωμάτιο με το μελανωμένο του τραπέζι και θα ξανάπιανε το γράψιμό του από ’κει που το ’χε αφήσει την προηγούμενη μέρα. Εκτός κι αν ήταν κι εκείνο ένα όνειρο, οπότε θα ξυπνούσε όταν θ’ άλλαζαν οι βάρδιες και θα πεταγόταν απ’ την κουκέτα του, θα διέσχιζε τρεκλίζοντας την καμπίνα του, θ’ ανέβαινε στο κατάστρωμα κάτω από τ’ άστρα του τροπικού και θα ’πιανε στα χέρια του το τιμόνι, ενώ το ψυχρό μελτέμι θα του τρυπούσε τη σάρκα.

Στον Θανάση Σκρούμπελο