Λογοτεχνείο, αρ. 81

 Bill Drummond, Ας αλέσουμε ή «Πώς η Κ2 Plant Hire άρχισε να δουλεύει», στο: Συλλογικό – Disco 2000. Διηγήματα για το τέλος της χιλιετίας, εκδ. Οξύ, 1999, μτφ. Χρήστος Μιχαλάτος, (Disco 2000, ed. Sarah Champion, 1999)

Τα τελευταία δέκα χρόνια, είχαμε διαρκώς την ιδέα ότι κάτι έπρεπε να γίνει με το Στόουνχετζ. Είτε κάποιος έπρεπε να το επισκευάσει ή έπρεπε να καταστραφεί ολοσχερώς σαν μη επιδεχόμενο εκμετάλλευση. Θα μπορούσα εύκολα να εξαπολύσω μια επίθεση στην πολιτιστική κληρονομιά, αλλά αυτό είναι καλύτερα να το αφήσω στους δημοσιογράφους των φυλλάδων που ξέρουν πώς  να παρουσιάσουν ένα λογικό επιχείρημα.

Νομίζω πως έχουμε αυτή την έλξη για τις πέτρες, όχι εξαιτίας κάποιου είδους καινούργιου παγανιστικού πόθου στις ψυχές μας, αλλά περισσότερο επειδή φαίνονται να συμβολίζουν για μας κάτι που ζει σ’ αυτά τα νησιά. Ένα συνεχές που μας έλκει περισσότερο και βαθύτερα απ’ ότι η Εθνική Σημαία, η βασιλική οικογένεια, η μητέρα μας των κοινοβουλίων, οι νίκες μας στον πόλεμο, η γλώσσα μας, το εθνικό μας νόμισμα ή ακόμη και η ποπ μουσική μας. Δεν μας έχουν αναγκάσει να τα «φάμε» στο σχολείο. Δεν απεικονίζονται στα νομίσματα που έχουμε στις τσέπες μας. Δεν προσπαθούν να μας πουν τι να κάνουμε, ή να μας κάνουν να νιώθουμε ένοχοι. Απλά βρίσκονται εκεί, από γενιά σε γενιά.

Μνήμη Γιώργου Β. Μακρή

Κοινοποίηση σε: Χρήστο Χρυσόπουλο και Βομβιστή του Παρθενώνα

Συνοδευτικό άκουσμα: Julian Cope – Bill Drummond Said (Fried LP, 1984)

Λογοτεχνείο, αρ. 80

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Το ζωντανό πόδι, εφημ. Ελευθεροτυπία 25.9.1994 (και στο: Πάλι κεντάει ο στρατηγός, εκδ. Καστανιώτη, 1996) 

O Μονοκύλινδρος μετά το ατύχημα δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν αποθαρρύνθηκε, δεν άλλαξε καθόλου συμπεριφορά. Συνεχίζει πάντα να είναι ο ίδιος και χειρότερος, οδηγάει μηχανάκια και μηχανές όλο και μεγαλύτερες, όλο και περισσότερων κυβικών. Λίγο καιρό μετά τον ακρωτηριασμό άρχισε να εκπαιδεύεται κι έφτασε, ενώ περνάει καβάλα στην «HONDA» του δίπλα από σκουπίδια, ν’ απλώνει το ξύλινο πόδι και, με μια κυκλική, αριστοτεχνική κίνηση, να μαγκώνει τις μαύρες, γεμάτες σακούλες και να τις πετάει ψηλοκρεμαστά πίσω, καταπάνω στα αυτοκίνητα που έρχονται – μια φορά πάει να δοκιμάσει το ίδιο κόλπο με το γερό πόδι, πέφτει πάνω σε σακούλα γεμάτη  μάρμαρα και σπάει και το πόδι το καλό.

Πριν από τρεις μήνες περίπου, μεθυσμένος, καβάλησε το πεζοδρόμιο και μπήκε μέσα στο ζαχαροπλαστείο «ΗΒΗ», εδώ παρακάτω, κατέβασε ολόκληρη τη βιτρίνα, μπουκάρισε με τη μηχανή μες τα ψυγεία κι αιμόφυρτος απ’ τα σπασμένα τζάμια σωριάστηκε στο δάπεδο, τρέχει ένα γκαρσόν, του λέει με αγωνία: «Πώς είσαι, είσαι καλά;»

«Μια χαρά είμαι», απαντάει ο Μονοκύλινδρος, μέσα στα αίματα, «φέρε μου ένα προφιτερόλ» (…)

Ξεκινάει αναστατωμένος και απρόσεκτος, οδηγώντας τη μηχανή με το ένα χέρι και κοιτάζοντας, σκυμμένος, το πόδι του (…) κάνει μερικά ζιγκ ζαγκ και στα εκατό μέτρα γλιστράει η «HONDA» πλάγια και ο Μονοκύλινδρος πέφτει κάτω, του φεύγει το ξύλινο πόδι μαζί με το παπούτσι, σέρνεται για καμιά εικοσαριά μέτρα στην άσφαλτο και πάει στριφογυρίζοντας μόνο του και σταματάει στο κέντρο της διασταύρωσης. Είναι ένα σωρό κόσμος γύρω που κοιτάζει άναυδος, ανατριχιάζοντας, το πόδι, όλοι νομίζουν ότι είναι ζωντανό και κόπηκε με το πέσιμο – σηκώνεται ψύχραιμα ο Μονοκύλινδρος και, χοροπηδώντας χαρωπά με το καλό πόδι, σαν να παίζει κουτσό, πάει, μαζεύει το ψεύτικο και το ξαναφοράει άνετα φωνάζοντας «μη φοβάστε, παιδιά, ταινία γυρίζουμε».

Μνήμη Νάσου Θεοφίλου