Λογοτεχνείο, αρ. 79

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Αυτός είμαι. Αυτοβιογραφία, σε: Ποίηση και επανάσταση. Έρωτας και επανάσταση. Σάτιρα. Αυτός είμαι, εκδ. Οδυσσέας, 2001, μτφ. από τα ρωσικά – εισαγωγή – σημειώσεις Πέτρος Ανταίος, σ. 382 και 395.

Το λεγόμενο δίλημμα
Βγήκα ξεσηκωμένος. Εκείνοι που διάβασα ήταν οι λεγόμενοι μεγάλοι. Μα πόσο εύκολο ήταν να γράψει κανείς καλύτερα από δαύτους. Ήδη αντιμετωπίζω σωστά τον κόσμο. Μόνο που χρειάζομαι πείρα στην τέχνη. Από πού να την πάρω; Είμαι αμόρφωτος. (…) Αν μείνω στο κόμμα, πρέπει να γίνω παράνομος. Και ως παράνομος θεωρούσα πως δε θα μπορούσα να σπουδάσω. Προοπτική – σ’ όλη μου τη ζωή να γράφω προκηρύξεις, να διατυπώνω σκέψεις παρμένες από σωστά βιβλία, που όμως δε θα τα είχα επινοήσει εγώ. Αν μου ξετινάξουνε ό,τι έχω πάρει από διαβάσματα τι θ’ απομείνει; Η μαρξιστική μέθοδος. Μήπως όμως το όπλο αυτό έπεσε σε παιδικά χέρια;
(…)

1928
Γράφω το ποίημα Άσχημα. Θεατρικό έργο και λογοτεχνική μου βιογραφία. Πολλοί έλεγαν: «Η αυτοβιογραφία σας δεν είναι πολύ σοβαρή». Σωστά. Ακόμα δεν έγινα ακαδημαϊκός και δε συνήθισα να νταντεύω την αφεντιά μου· άλλωστε η δουλειά μου μ’ ενδιαφέρει μόνο όταν είναι χαρούμενη. Άνοδος και πτώση πολλών λογοτεχνιών, οι συμβολιστές, οι ρεαλιστές κ.λπ., ο αγώνας μας εναντίον τους – όλα αυτά που ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου: είναι μέρος της εξαιρετικά σοβαρής ιστορίας μου. Πράγμα που απαιτεί να γράψω γι’ αυτά. Και θα γράψω.

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

Λογοτεχνείο, αρ. 78

Πέτερ Χάντκε, Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή Δικαιοσύνη για τη Σερβία. Καλοκαιρινό συμπλήρωμα στο χειμωνιάτικο ταξίδι, εκδ. Εξάντας, 1998, μτφ. Θεοδώρα Τσόκα, σ. 74-75 (Peter Handke, Eine winterliche Reise zu den Flüssen Donau, Save, Morawa und Drina oder Gerechtigkeit für Serbien. Sommerlicher Nachtag zu einer winterliche Reise, 1996).

Περίεργος ο ήχος του κουδουνιού, όταν χτυπήσαμε αργότερα στην πόρτα μιας πολυκατοικίας, στον κεντρικό δρόμο αυτής της ήσυχης, το βράδυ της Κυριακής, επαρχιακής πόλης της Γιουγκοσλαβίας· βρισκόμουν για πρώτη φορά εδώ, κι όμως είχε κάτι το οικείο (και θυμάμαι τώρα ότι κάπως έτσι βρέθηκα και πριν από τριάντα χρόνια μπροστά στην πόρτα μιας φίλης μου, βαθιά μέσα στην Κροατία). Περάσαμε μέσα: τρία φωτεινά και, πολύ σπάνιο για τη Σερβία, ζεστά δωμάτια (…)· η οικοδέσποινα είχε σπουδάσει αρχαιολογία στο Βελιγράδι και τώρα ήταν γραμματέας στο εργοστάσιο ηλεκτρισμού στον Δρίνο (…)· κάθε τόσο έριχνε, μέσα από τις καλοκλεισμένες κουρτίνες, μια ματιά στην αυλή, με την οποία συνόρευαν κι άλλες παρόμοιες πολυκατοικίες· χιόνι, χιόνι, κι όλο χιόνιζε κι άλλο.

Η Όλγα, η ντόπια, η γυναίκα από την Μπάνια Μπάστα, που γνώριζε όλες σχεδόν όλες τις κινηματογραφικές ταινίες του κόσμου, διηγιόταν τώρα πως δεν είχε πάρει είδηση ο κόσμος εδώ από τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει σ’ ένα μόλις χιλιόμετρο απόσταση. Υπήρχαν πάντα οι φήμες ότι κατέβαιναν πλήθος από πτώματα κάθε τόσο το ποτάμι, αλλά δεν γνώριζε κανέναν που να τα είχε δει με τα μάτια του. Κανείς βέβαια, έτσι μας είπε, δεν κολυμπούσε πια στον Δρίνο· πριν από τον πόλεμο το ποτάμι ήταν, κι από τις δυο μεριές, κι από τη Σερβία κι από τη Βοσνία, γεμάτο κολυμβητές που περνούσαν από τη μια μεριά στην άλλη και πάλι απέναντι· τώρα είχαν σταματήσει κι οι εκδρομές με το πλοίο. (…)

Διότι αυτός ήταν ο πόλεμος στη Βοσνία, αν κι άλλες φορές σε μικρότερη, πολύ μικρότερη κλίμακα: τη μια νύχτα έπεφταν οι δολοφόνοι σ’ ένα μουσουλμανικό χωριό και την άλλη σ’ ένα σερβικό. Και τώρα είχαν μείνει εδώ, σ’ αυτή την πόλη πάνω στα σύνορα, οι Σέρβοι αναμεταξύ τους, και κανένας δεν ήξερε πώς να φερθεί στον άλλο.

Στον Μιχάλη Φακίνο